21/7/09

Από την ελευθερία της βούλησης στην ελευθερία του πολίτη

Ο ρεπουμπλικανισμός του Αμερικανού στοχαστή Φίλιπ Πέτιτ δεν υποτάσσει την ελευθερία του ατόμου στη συλλογικότητα.  
Του Κωνσταντίνου Παπαγεωργίου 
 Ένα από τα προβλήματα της δημοκρατίας σήμερα είναι η ανεπαρκής θεωρητική και κατ’ επέκταση θεσμική της θωράκιση. Πολλοί πιστεύουν ότι αρκεί να έχουμε Σύνταγμα και νόμους, ατομικά δικαιώματα και δικαστήρια, ελευθερία του λόγου και ΜΜΕ, κόμματα και εκλογές, για να έχουμε και δημοκρατία. Όλοι συμφωνούν φυσικά ότι το είδος της δημοκρατίας που απολαμβάνουμε έχει εν τέλει να κάνει με την ετοιμότητά μας να αποδεχθούμε και να συμφωνήσουμε σε μια σειρά από προαπαιτούμενα, όπως π.χ. ότι η Δικαιοσύνη πρέπει να μένει ανεπηρέαστη από την εκτελεστική εξουσία ή ότι ο νομοθέτης οφείλει να έχει συναίσθηση του κοινού συμφέροντος όταν νομοθετεί ή ότι ο πολίτης είναι υποχρεωμένος να σέβεται το νόμο και τα δικαιώματα των άλλων. Πλάι σ’ αυτά τα ορθά και αυτονόητα, υπάρχουν και τίθενται στη ζωή μιας δημοκρατίας μύρια άλλα ζητήματα, που δεν έχουν αναγκαστικά να κάνουν με την προθυμία μας ή όχι να δεχτούμε τα αυτονόητα ως μέλη μιας δημοκρατικής τάξης. Θα μπορούσαμε, με άλλα λόγια, να πούμε ότι πολλά και γνωστά προβλήματα της δημοκρατίας μας έχουν λιγότερο να κάνουν με την κακή πίστη των συντελεστών της και περισσότερο με ένα έλλειμμα θεωρίας, την ανεπάρκειά μας στη σύλληψη των αξιακών και θεωρητικών της θεμελίων. Όλοι μιλούν σήμερα για την ελευθερία, τη δημοκρατία, τη δικαιοσύνη ή την ισότητα, αλλά τι σημαίνουν ακριβώς αυτές οι έννοιες; Υπάρχουν άραγε και μεγάλες ιδέες πίσω από τα μεγάλα λόγια; Η συνεισφορά της θεωρητικής συζήτησης πάνω στα ζητήματα αυτά δεν είναι ότι οδηγούν αυτομάτως σε μαγικές λύσεις –σαν από αυτές που αναζητούν εναγωνίως τα κόμματα– αλλά ότι προετοιμάζουν το έδαφος, θέτουν κυριολεκτικά τα θεμέλια για μια πιο νηφάλια συζήτηση και ασφαλέστερα συμπεράσματα για τους σκοπούς, το περιεχόμενο και τις διαδικασίες της δημοκρατίας. Το φαινόμενο, που πολλές φορές καταγγέλλεται ως πενία ιδεών στην πολιτική, έχει τις ρίζες του στην αδυναμία μας να κατανοήσουμε ότι οι ιδέες δεν έρχονται (ούτε υπάρχουν άλλωστε) από μόνες τους ούτε κατά παραγγελίαν, αλλά σχετίζονται με άλλες ιδέες, αξίες, επιχειρήματα σε ανοικτό και διαρκή διάλογο μεταξύ ορθολογικών υποκειμένων.  
Η ρεπουμπλικανική ελευθερία 
Αυτήν τη θεωρητική και πρακτική ανάγκη έρχεται να ικανοποιήσει ένα ιδιαίτερα σημαντικό ρεύμα πολιτικής φιλοσοφίας με κλασικές καταβολές, που στηρίζεται όμως και σε μια ιδιαίτερα πρωτοποριακή ιστορική αλλά και φιλοσοφική έρευνα. Η αναγέννηση του ρεπουμπλικανισμού οφείλεται αφενός στις λαμπρές ιστορικές μελέτες του Κουέντιν Σκίνερ (το opus magnum «Τα θεμέλια της πολιτικής σκέψης» και ο πρώτος τόμος των δοκιμίων του κυκλοφορούν από τις εκδ. Αλεξάνδρεια) και αφετέρου στη συστηματική ανασυγκρότηση του επιχειρήματος από τον Φίλιπ Πέτιτ (το πρόσφατο βιβλίο του «Θεωρία της ελευθερίας: από την ψυχολογία στην πολιτική της δράσης» έχει εκδοθεί από τις εκδ. Πόλις). Όμως, κατά κάποιον τρόπο, οι έρευνες των δύο αυτών σπουδαίων στοχαστών περιχαρακώνουν ένα πεδίο ιδεών σε σχέση με τα όμορα στρατόπεδα πολιτικής φιλοσοφίας της εποχής μας, τον φιλελευθερισμό και τον κοινοτισμό, απηχώντας ενδεχομένως και μια βαθύτερη πολιτική ανάγκη ή επιθυμία. Ο ρεπουμπλικανισμός διαχωρίζει μέχρι σ’ ένα βαθμό τη θέση του από τον φιλελευθερισμό τόσο στο πεδίο των ιστορικών ιδεών (παρά τις επικαλύψεις) όσο και συστηματικά. Ο ρεπουμπλικανισμός θέτει ως βάση του επιχειρήματός του μια διαφορετική –τουλάχιστον ως προς τις προθέσεις του– αντίληψη της ελευθερίας: την ελευθερία ως μη κυριαρχία. Για τον Πέττιτ αλλά και τους άλλους σύγχρονους Ρεπουμπλικανούς το νόημα της ελευθερίας δεν μπορεί να συνίσταται στην αποφυγή κάθε παρέμβασης στη ζωή μας, αλλά στην αποφυγή περιστάσεων που καθιστούν κάποιον άλλο κυρίαρχο πάνω της. Αυτός ο βασικός προσανατολισμός έλκει την καταγωγή του από την ιδέα του κυρίου (dominus) στο ρωμαϊκό δίκαιο σε αντιδιαστολή με το στάτους του δούλου. Ο τελευταίος δεν κυριαρχεί ο ίδιος πάνω στη ζωή του, κυρίαρχος είναι ο κύριός του. Όσο καλοπροαίρετος και αν είναι ο αφέντης, όσο επιδέξιος και αν είναι ο δούλος (στο να πηγαίνει με τα νερά του αφέντη του), τίποτε δεν αλλάζει στη σχέση κυριαρχίας. Η βασική ιδέα του ρεπουμπλικανισμού είναι ότι η συγκρότηση της πολιτικής ελευθερίας πρέπει να συλληφθεί με έναν τρόπο που θα χειραφετεί πραγματικά τον πολίτη από κάθε είδους ρητή ή απόρρητη εξουσία. Σε αντίθεση με μια τουλάχιστον αντίληψη φιλελεύθερης ελευθερίας, οι Ρεπουμπλικανοί δεν αποβλέπουν στην περιχαράκωση του ατόμου από οποιαδήποτε ανάμειξη του κράτους, δεν θεωρούν με άλλα λόγια ότι οποιαδήποτε ανάμειξη ή παρεμβολή πλήττει την ελευθερία. Ο περιορισμός που προκύπτει από την εξαναγκαστική παρέμβαση των νόμων για την προστασία ατομικών ή κοινωνικών αγαθών δεν πλήττει ούτε αίρει την ελευθερία. Η ουσιαστική άρση της ρεπουμπλικανικής ελευθερίας επέρχεται με την υπονόμευση της κυριαρχίας στη ζωή μας, την ατομική και την πολιτική. Αυτό συμβαίνει όταν πραγματικές ή θεσμικές περιστάσεις μας εμποδίζουν να ορίσουμε αυτόνομα τα του βίου μας, ασκώντας έναν αθέμιτο έλεγχο στη βούληση και στις πράξεις μας. Το πρωτοποριακό και εντυπωσιακό σε θεματικό εύρος φιλοσοφικό έργο του Πέτιτ δεν μένει μόνο στο επίπεδο απλώς της θεωρητικής έρευνας και ανάλυσης, αλλά προχωράει στην επεξεργασία πρακτικών και θεσμικών προτάσεων, που βρίσκονται ωστόσο σε μια λογική ακολουθία με τα θεωρητικά προαπαιτούμενα.  
Ενδεχόμενο αυθαιρεσίας 
 Ένα πρόβλημα της σύγχρονης δημοκρατίας για τον Πέτιτ έγκειται στην απροσδιοριστία των αποφάσεων των οργάνων της και στον κίνδυνο της αυθαιρεσίας που αυτή εγκυμονεί. Όσο καλά και αν σχεδιαστεί ο τρόπος λήψης των αποφάσεων από τον νομοθέτη, τα δικαστήρια, τη διοίκηση, πάντα θα υπάρχει διακριτική ευχέρεια και άρα ένα ενδεχόμενο αυθαιρεσίας. Για τους Ρεπουμπλικανούς, ο κίνδυνος αυτός δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί παρά με μια βελτιωμένη αντίληψη της δημοκρατίας ως «αμφισβητητικής» (contestatory). Όμως, ο Πέττιτ δεν έχει κατά νου μια ανέξοδη ή ανεύθυνη αμφισβήτηση, αλλά θεσμούς που θα δίνουν στους πολίτες τη δυνατότητα να ελέγχουν τις αποφάσεις των αντιπροσώπων τους, εξαναγκάζοντάς τους να δίνουν λόγο για τους σκοπούς που υιοθετούν και τα μέσα που μετέρχονται. Ο ρεπουμπλικανισμός απορρίπτει τη λαϊκιστική εκδοχή δημοκρατίας, σύμφωνα με την οποία οι νόμοι και οι πολιτικές θα πρέπει να εκφράζουν, υποτίθεται, τη συλλογική βούληση του λαού. Στο πρόσφατο βιβλίο του «Θεωρία της ελευθερίας» (εκδ. Πόλις, 2007, σ. 281 επ.) ο Πέτιτ μιλάει μεταφορικά για τη «συντακτική» και «εκδοτική» διάσταση της δημοκρατίας. Η πρώτη έχει να κάνει με τους θεσμούς διαμόρφωσης της πολιτικής, ενώ η δεύτερη με τους θεσμούς έλλογου ελέγχου της. Στον νεότερο ρεπουμπλικανισμό επιζεί υπό προϋποθέσεις και μια διάσταση κλασικής πολιτικής αρετής. Οι πολίτες θα πρέπει να φροντίζουν για το κοινό καλό και να αντιλαμβάνονται τη σημασία του για την ατομική και συλλογική ζωή. Για τον σκοπό αυτό, είναι απαραίτητο οι πολιτικοί θεσμοί να καλλιεργούν και να ανταμείβουν την αφοσίωση των πολιτών στα ιδεώδη της πολιτείας και στο νόμο και να αποθαρρύνουν τα φαινόμενα διαφθοράς. Σε αντίθεση όμως με τον πολιτικό ουμανισμό, οι Ρεπουμπλικανοί δεν εννοούν την πολιτική αρετή ως αυτοσκοπό, αλλά ως ένα εργαλειακό αγαθό που προάγει τη ρεπουμπλικανική αντίληψη της ελευθερίας. Η πολύπλευρη και βαθιά σκέψη του Φίλιπ Πέττιτ επανερμηνεύοντας τη ρωμαϊκή, αναγεννησιακή αλλά και νεωτερική πολιτική σκέψη, προτείνει μιαν εξαιρετικά ενδιαφέρουσα κανονιστική θεωρία που μπορεί να έρθει σε ένα γόνιμο διάλογο με τις θεωρίες του πολιτικού φιλελευθερισμού και κάποιες εκδοχές κοινοτισμού. Ο ρεπουμπλικανισμός αντιλαμβάνεται τη σημασία της συλλογικής ζωής και των συλλογικών αποφάσεων ως προς την ελευθερία του ανθρώπου και του πολίτη, δεν υποτάσσει την ελευθερία του ατόμου στη συλλογικότητα. Ο καθηγητής του Πανεπιστημίου Πρίνστον Φίλιπ Πέτιτ μίλησε την Τρίτη 23 Ιουνίου στις 7 μ.μ. στο Αμφιθέατρο Ιωάννης Δρακόπουλος του Πανεπιστημίου Αθηνών (κεντρικό κτίριο) με θέμα: «Η ρεπουμπλικανική αντίληψη της δημοκρατίας». 
Ο Φίλιπ Πέτιτ ήταν προσκεκλημένος του μεταπτυχιακού σεμιναρίου του τομέα Ιστορίας και Θεωρίας του Δικαίου του Νομικού Τμήματος του Πανεπιστημίου Αθηνών. 
* Ο κ. Κων. Παπαγεωργίου είναι αναπληρωτής καθηγητής της Φιλοσοφίας του Δικαίου στο Νομικό Τμήμα του Πανεπιστημίου Αθηνών.