15/3/22

Πρωταγόρας και οι απόψεις του περί Φύσεως, Νόμου και Δημοκρατίας

 Πρωταγόρας και οι απόψεις του περί Φύσεως,  Νόμου 

και Δημοκρατίας

      

 «Νόμος για τους ανθρώπους της κλασικής εποχής εί­ναι κάτι που νομίζεται, που πιστεύεται, που θεωρείται σωστό στην πράξη˙ αρχικά κάτι που νέμεται, που διανέ­μεται, απονέμεται ή χορηγείται. Με άλλα λόγια προϋ­ποθέτει ένα υποκείμενο που ενεργεί -κάποιον που πι­στεύει, που εφαρμόζει αυτό το πράγμα στην πράξη, που απονέμει- ένα ναό από τον οποίο εκπηγάζει ο νόμος. Γι' αυτό το λόγο ήταν φυσικό διαφορετικοί λαοί να έ­χουν διαφορετικούς νόμους, αλλά όσον καιρό η θρη­σκεία παρέμενε ουσιαστική δύναμη, ο νους που επινοεί τους νόμους μπορούσε να είναι του θεού, και επομένως ήταν δυνατό να υπάρχουν νόμοι που ίσχυαν για όλους τους ανθρώπους».

Στην τελευταία πρόταση αυτού του αποσπάσματος εντοπίζεται το πεδίο της διαμάχης των σοφιστών με τους οπαδούς της παράδοσης στα μέσα και τα τέλη του 5ου αι. Σύμφωνα με τους σοφιστές, η αρμονία «φύσε­ως» και νόμου δεν ήταν εφικτή καθώς ό,τι υπήρχε σύμ­φωνα με το νόμο δεν μπορούσε να είναι ταυτόχρονα σύμφωνα με τη φύση - και αντίστροφα.

Ο κλονισμός της πίστης στους θεούς, που γεννιέται στις νέες κοινωνικές συνθήκες των μέσων του 5ου αι. και ενισχύεται από τον αγνωστικισμό του Πρωταγόρα και τον αθεϊσμό νεότερων σοφιστών, τοποθετεί την α­ντίθεση φύσης και νόμου στο επίκεντρο της αντιπαρά­θεσης ανάμεσα στους εκφραστές των παραδοσιακών αξιών και σ' αυτούς της νέας φιλοσοφικής αναζήτησης. Ο νόμος για τον Πρωταγόρα και τους περισσότερους σοφιστές δεν είναι φυσικός. Αποτελεί κοινωνική κατα­σκευή, «συμβόλαιο», ανθρώπινο δημιούργημα διαμορ­φωμένο στο πλαίσιο των δυνατοτήτων και περιορισμών που περικλείονται κάθε φορά στα ιδιαίτερα όρια που δημιουργεί το κοινωνικό γίγνεσθαι.

Την εποχή που έζησε ο Πρωταγόρας η λέξη «νόμος» αναφερόταν εξίσου στο έθιμο, την παράδοση και το πα­τροπαράδοτο «ηθικό πλαίσιο» της κοινωνικής ζωής από τη μια και τις γραπτές ρυθμίσεις του επίσημου δικαίου από την άλλη. Η αδυναμία διάκρισης συνιστά εδώ μία θεωρητική ασάφεια, που πάντως δεν εμπόδισε τη δια­τύπωση ερωτημάτων που αφορούσαν το ρόλο της θρη­σκείας στα κοινωνικά πράγματα, τις κοινωνικές διακρί­σεις και την εξουσία: ήταν όσα συνέβαιναν στις αν­θρώπινες κοινωνίες αποτελέσματα θεϊκής βούλησης ή φυσικής αναγκαιότητας ή δημιουργούνταν «νόμῳ» από τις κοινωνίες;

 

Η απάντηση του Πρωταγόρα είναι σαφής: «Πάντων χρημάτων μέτρον ἄνθρωπος...». Στον κόσμο του μεγά­λου σοφιστή οι θεοί δεν έχουν πλέον καμία θέση, ενώ η φύση, που περιβάλλει τις ανθρώπινες κοινωνίες, κάθε άλλο παρά καθορίζει την ύπαρξη και τη δυναμική τους. Τίποτα δεν είναι έμφυτο και προκαθορισμένο, τίποτα δεν είναι αμετάβλητο και αιώνιο. Η γνώση, η αρετή, η δυνατότητα επιβίωσης και κοινωνικής επιτυχίας διδά­σκονται. Η φύση παρέχει στον άνθρωπο τις δυνατότη­τες ν' αποκτήσει αρετές, αλλά μόνο η κοινωνική πραγ­ματικότητα και η εκπαίδευση του επιτρέπουν να τις α­ποκτήσει και να τις χρησιμοποιήσει αποτελεσματικά στην κοινωνική του ζωή. Η συναναστροφή υπερισχύει κάθε είδους «χαρίσματος», το κοινωνικό πλαίσιο κα­ταργεί κάθε είδους «φυσική αιτιότητα», η ανθρώπινη βούληση εξορίζει τη «θεϊκή προσταγή». Η κοινωνία εί­ναι ανθρώπινη όχι μόνο ως προς τα αποτελέσματα αλ­λά και ως προς τα αίτια που τη διαμορφώνουν και την εξελίσσουν.

Δημοκρατία

Αν και η άμεση δημοκρατία βασίζεται στην αρχή της πλειοψηφίας, η αλήθεια δεν παύει για τον Πρωταγόρα να παραμένει σχετική. Έτσι, η αλήθεια δεν μπορεί να μονοπωλείται από την πλειοψηφία που κάλλιστα μπορεί να έχει άδικο, όπως συχνά αποδεικνύεται στην πράξη. Μία άποψη λοιπόν που μειοψηφεί μπορεί να πείσει εκ των υστέρων την πλειοψηφία για την ορθότητά της, με­τατρεπόμενη με τη σειρά της σε πλειοψηφία. Κάτι τέ­τοιο βέβαια προϋποθέτει την πιο ανοιχτή δημοκρατική διαδικασία και την πλήρη ελευθερία του λόγου. Συνε­πώς ο πολίτης συμμετέχει όσο το δυνατόν πιο υπεύθυνα και αποτελεσματικά όχι μόνο στις πολιτικές υποθέσεις της πόλης αλλά και στις ιδιωτικές του υποθέσεις: «Τὸ δὲ μάθημά ἐστιν εὐβουλία, περὶ τῶν οἰκείων, ὅπως ἂν ἄριστα τὴν αὐτοῦ οἰκίαν διοικεῖ, καὶ περὶ τῶν τῆς πόλε­ως, ὅπως τὰ τῆς πόλεως δυνατώτατος ἂν εἴη καὶ πράττειν καὶ λέγειν»

(Η διδασκαλία μου σε κάνει ευφυή για τις υποθέσεις του σπιτιού σου, πώς δηλαδή να κυ­βερνάς με τον καλύτερο τρόπο το νοικοκυριό σου, και για τα θέματα της πολιτείας, πώς δηλαδή να γίνεις ασυ­ναγώνιστος πολιτικός και στα έργα και στους λόγους).