Πρωταγόρας και οι απόψεις του περί Φύσεως, Νόμου
και Δημοκρατίας
«Νόμος για τους ανθρώπους της κλασικής εποχής είναι κάτι που νομίζεται, που πιστεύεται, που θεωρείται σωστό στην πράξη˙ αρχικά κάτι που νέμεται, που διανέμεται, απονέμεται ή χορηγείται. Με άλλα λόγια προϋποθέτει ένα υποκείμενο που ενεργεί -κάποιον που πιστεύει, που εφαρμόζει αυτό το πράγμα στην πράξη, που απονέμει- ένα ναό από τον οποίο εκπηγάζει ο νόμος. Γι' αυτό το λόγο ήταν φυσικό διαφορετικοί λαοί να έχουν διαφορετικούς νόμους, αλλά όσον καιρό η θρησκεία παρέμενε ουσιαστική δύναμη, ο νους που επινοεί τους νόμους μπορούσε να είναι του θεού, και επομένως ήταν δυνατό να υπάρχουν νόμοι που ίσχυαν για όλους τους ανθρώπους».
Στην τελευταία πρόταση αυτού του αποσπάσματος εντοπίζεται το πεδίο της διαμάχης των σοφιστών με τους οπαδούς της παράδοσης στα μέσα και τα τέλη του 5ου αι. Σύμφωνα με τους σοφιστές, η αρμονία «φύσεως» και νόμου δεν ήταν εφικτή καθώς ό,τι υπήρχε σύμφωνα με το νόμο δεν μπορούσε να είναι ταυτόχρονα σύμφωνα με τη φύση - και αντίστροφα.
Ο κλονισμός της πίστης στους θεούς, που γεννιέται στις νέες κοινωνικές συνθήκες των μέσων του 5ου αι. και ενισχύεται από τον αγνωστικισμό του Πρωταγόρα και τον αθεϊσμό νεότερων σοφιστών, τοποθετεί την αντίθεση φύσης και νόμου στο επίκεντρο της αντιπαράθεσης ανάμεσα στους εκφραστές των παραδοσιακών αξιών και σ' αυτούς της νέας φιλοσοφικής αναζήτησης. Ο νόμος για τον Πρωταγόρα και τους περισσότερους σοφιστές δεν είναι φυσικός. Αποτελεί κοινωνική κατασκευή, «συμβόλαιο», ανθρώπινο δημιούργημα διαμορφωμένο στο πλαίσιο των δυνατοτήτων και περιορισμών που περικλείονται κάθε φορά στα ιδιαίτερα όρια που δημιουργεί το κοινωνικό γίγνεσθαι.
Την εποχή που έζησε ο Πρωταγόρας η λέξη «νόμος» αναφερόταν εξίσου στο έθιμο, την παράδοση και το πατροπαράδοτο «ηθικό πλαίσιο» της κοινωνικής ζωής από τη μια και τις γραπτές ρυθμίσεις του επίσημου δικαίου από την άλλη. Η αδυναμία διάκρισης συνιστά εδώ μία θεωρητική ασάφεια, που πάντως δεν εμπόδισε τη διατύπωση ερωτημάτων που αφορούσαν το ρόλο της θρησκείας στα κοινωνικά πράγματα, τις κοινωνικές διακρίσεις και την εξουσία: ήταν όσα συνέβαιναν στις ανθρώπινες κοινωνίες αποτελέσματα θεϊκής βούλησης ή φυσικής αναγκαιότητας ή δημιουργούνταν «νόμῳ» από τις κοινωνίες;
Αν και η άμεση δημοκρατία βασίζεται στην αρχή της πλειοψηφίας, η αλήθεια δεν παύει για τον Πρωταγόρα να παραμένει σχετική. Έτσι, η αλήθεια δεν μπορεί να μονοπωλείται από την πλειοψηφία που κάλλιστα μπορεί να έχει άδικο, όπως συχνά αποδεικνύεται στην πράξη. Μία άποψη λοιπόν που μειοψηφεί μπορεί να πείσει εκ των υστέρων την πλειοψηφία για την ορθότητά της, μετατρεπόμενη με τη σειρά της σε πλειοψηφία. Κάτι τέτοιο βέβαια προϋποθέτει την πιο ανοιχτή δημοκρατική διαδικασία και την πλήρη ελευθερία του λόγου. Συνεπώς ο πολίτης συμμετέχει όσο το δυνατόν πιο υπεύθυνα και αποτελεσματικά όχι μόνο στις πολιτικές υποθέσεις της πόλης αλλά και στις ιδιωτικές του υποθέσεις: «Τὸ δὲ μάθημά ἐστιν εὐβουλία, περὶ τῶν οἰκείων, ὅπως ἂν ἄριστα τὴν αὐτοῦ οἰκίαν διοικεῖ, καὶ περὶ τῶν τῆς πόλεως, ὅπως τὰ τῆς πόλεως δυνατώτατος ἂν εἴη καὶ πράττειν καὶ λέγειν»
(Η διδασκαλία μου σε κάνει ευφυή για τις υποθέσεις του σπιτιού σου, πώς δηλαδή να κυβερνάς με τον καλύτερο τρόπο το νοικοκυριό σου, και για τα θέματα της πολιτείας, πώς δηλαδή να γίνεις ασυναγώνιστος πολιτικός και στα έργα και στους λόγους).