5/4/22

Τα κοσμικά δικαστήρια της πρωτεύουσας - Γ΄

 Αξιωματούχοι που συμμετέχουν στην απονομή της δικαιοσύνης

    Σύμφωνα με τις μαρτυρίες της Πείρας στην εκδίκαση υποθέσεων συμμετέχουν διάφοροι αξιωματούχοι, όπως: ὁ πρωτοασηκρῆτις,  ὁ ἐπὶ τοῦ κανικλείου και ὁ λογοθέτης τοῦ δρόμου. 

   Στην Πείρα, επίσης, μνημονεύονται αξιωματούχοι, που θεωρούνται από τους ερευνητές ως δικαστικοί λειτουργοί. Πρόκειται για τους μυστικό, μυστογράφο, ἐξάκτωρα, πραίτωρα, παραθαλασσίτη, κένσωρα, θεσμοφύλακα και ὕπατο.

α) Ο «πρωτοασηκρῆτις»

   Ο «πρωτοασηκρῆτις» ήταν το σπουδαιότερο μέλος της αυτοκρατορικής γραμματείας κατά τον 11ο αιώνα και υπαγόρευε τους νόμους και άλλα αυτοκρατορικά έγγραφα σε συνεργασία με τους υφισταμένους του «ἀσηκρῆτις», ενώ παράλληλα συμμετείχε και στην εκδίκαση των υποθέσεων. 

   Σύμφωνα με τον P. Magdalino, o πρωτοασηκρῆτις αποκολλήθηκε σταδιακά από την αυτοκρατορική γραμματεία και αναδείχθηκε σε σημαντικό δικαστικό αξιωματούχο επί Αλεξίου Α΄ Κομνηνού. Η θεώρηση του ερευνητή στηρίζεται στο γεγονός ότι το 1106 έχουμε την τελευταία αναφορά σε γραμματειακές αρμοδιότητες του πρωτοασηκρῆτις.

   Ο πρωτοασηκρῆτις εξελίσσεται σε προκαθήμενο δικαστηρίου τον 12ο αιώνα, όμως αυτή η εξέλιξη δεν μπορεί να προσδιοριστεί επακριβώς ή να αποδοθεί με βεβαιότητα στον Αλέξιο Α΄ Κομνηνό.

β) Ο «ἐπὶ τοῦ κανικλείου»

    Ο «ἐπὶ τοῦ κανικλείου» ήταν υπεύθυνος για το αυτοκρατορικό μελανοδοχείο και είχε ως κύριο καθήκον την επικύρωση των αυτοκρατορικών εγγράφων (recognitio) με την πορφυρή μελάνη από τα μέσα του 9ου αιώνα. Αποτελούσε ένα από τα σημαντικότερα μέλη της αυτοκρατορικής γραμματείας μέχρι το τέλος της αυτοκρατορίας, ενώ μπορούσε να λάβει μέρος και στην εξέταση δικαστικών υποθέσεων.

γ) Ο  «λογοθέτης του δρόμου»

    Ο «λογοθέτης του δρόμου» ήταν υπεύθυνος για το αυτοκρατορικό ταχυδρομείο, τη μετακίνηση των μελών των ξένων πρεσβειών καθώς και την υποδοχή και παρουσίασή τους στον αυτοκράτορα. Ως υπεύθυνος για τη διαχείριση των εξωτερικών υποθέσεων ήταν αρμόδιος και για την εκδίκαση υποθέσεων που αφορούσαν τους Βενετούς εμπόρους που βρίσκονταν στη βυζαντινή επικράτεια, όπως όριζε χρυσόβουλλο του Βασιλείου Β΄( 992 ) και αργότερα χρυσόβουλλο του Αλεξίου Γ΄ Αγγέλου ( 1198 ).

δ) Ο  «μυστικός»

    Ο «μυστικός» αποτελεί ένα αξίωμα, το οποίο εμφανίζεται για πρώτη φορά προς το τέλος του 9ου αιώνα και σύμφωνα με τους ιστορικούς του δικαίου αποτελούσε τον προσωπικό γραμματέα του αυτοκράτορα, άνθρωπο της απολύτου εμπιστοσύνης του, ο οποίος φρόντιζε για την προσωπική και την απόρρητη αλληλογραφία του.

    Ως έμπιστο άτομο του αυτοκράτορα επιφορτιζόταν με διάφορα καθήκοντα,  ενώ είχε και δικαστική αρμοδιότητα, όπως προκύπτει από μαρτυρίες των πηγών. Επειδή, σε έγγραφο του έτους 1057, γίνεται αναφορά στον πρωτομυστικό και πρόεδρο Ιωάννη Ξηρό, ο οποίος εκδικάζει μετά από εντολή του αυτοκράτορα μία υπόθεση κτηματικής διαφοράς μεταξύ των μονών του Αγίου Νίκωνος του Θρακησίου και του Αγίου Παντελεήμονος του Αγίου Όρους, ο Ν. Οικονομίδης επισημαίνει με βάση την παραπάνω μαρτυρία ότι ο μυστικός ήταν επικεφαλής ενός σεκρέτου, το οποίο έκρινε δικαστικές αποφάσεις και στο οποίο υπηρετούσαν νοτάριοι.

    Από τις μαρτυρίες της Πείρας συνάγεται ότι ο μυστικός λάμβανε μέρος στην εκδίκαση υποθέσεων, ενώ μπορούσε να προαχθεί σε αξιώματα που είχαν σημαντικές δικαστικές αρμοδιότητες.
 ε) Ο «μυστογράφος»

  Οι απόψεις διίστανται, όσον αφορά στις αρμοδιότητες και στο αξίωμα του μυστογράφου. Οι F. Dölger και Ι. Καραγιαννόπουλος υποστηρίζουν ότι «μυστογράφοι» ονομάζονταν όσοι κατείχαν το αξίωμα του μυστικού μέχρι τον 11ο αιώνα. Ο Ν. Οικονομίδης αμφισβητεί την άποψη αυτή και υποστηρίζει ότι ο μυστογράφος  πιθανόν να ήταν υφιστάμενος του μυστικού. Ο Ν.Οικονομίδης υποστηρίζει, επίσης, ότι στους αξιωματούχους που σχετίζονται με την απονομή της δικαιοσύνης πρέπει να εντάξουμε και τον μυστολέκτη. Ο όρος «μυστολέκτης», σύμφωνα με τις μαρτυρίες των αγιολογικών πηγών, σημαίνει αυτόν που κατέχει και αποκαλύπτει τα θεία μυστήρια. Όπως αποδεικνύεται από το σφραγιστικό υλικό, μυστολέκτες διορίζονταν άτομα που είχαν χρηματίσει κριτές. Αυτό φυσικά, δεν σημαίνει ότι πρόκειται για ένα αποκλειστικά δικαστικό αξίωμα. Οι αρμοδιότητες του μυστολέκτη, όπως και του μυστογράφου, παραμένουν απροσδιόριστες.

 στ) Ο «ἐξάκτωρ»

    Ο «ἐξάκτωρ» κατά την πρώιμη βυζαντινή περίοδο ήταν επιφορτισμένος με τη συλλογή των φόρων. Κατά τον Ν. Οικονομίδη ο εξάκτωρ είχε δραστηριότητα που αρμόζει σε δικαστικό αξιωματούχο με έδρα το αυτοκρατορικό δικαστήριο, καθώς ο Ευστάθιος ο Ρωμαίος και ο Ιωάννης Ξιφιλίνος ήταν εξάκτωρες.

   Κατά τον P. Magdalino μάλλον πρόκειται για δημοσιονομικό δικαστικό με βάση την αναφορά της Πείρας, κατά την οποία ο αυτοκράτορας παρέπεμψε την εξέταση μίας κτηματικής διαφοράς στον εξάκτωρα.

     Πράγματι, ο εξάκτωρ μπορούσε να συμμετέχει στο αυτοκρατορικό δικαστήριο καθώς και να δικάζει υποθέσεις κατόπιν αυτοκρατορικής εντολής, αλλά δεν μπορεί να θεωρηθεί ούτε ως δικαστικός αξιωματούχος που εκδίκαζε αποκλειστικά δημοσιονομικού περιεχομένου υποθέσεις ούτε ως μόνιμο μέλος του αυτοκρατορικού δικαστηρίου, του οποίου η σύνθεση ποικίλλει ανάλογα με την υπόθεση και την αυτοκρατορική βούληση.

     Από τα εθιμοτυπικά Τακτικά ο εξάκτωρ μνημονεύεται μόνο στο Τακτικό Escurial και σε λιγοστές σωζόμενες σφραγίδες του ΙΑ΄ αιώνα, τιτλοφορείται συνήθως  πρωτοσπαθάριος. Δεν είναι γνωστό, πώς από την  παλαιά του ιδιότητα, βρέθηκε αρμόδιος για την εκδίκαση φορολογικών διαφορών, όπως προκύπτει από την Πείρα, οπότε ενεργεί ως διοικητικός δικαστής κατ΄εντολή του αυτοκράτορος, αλλά, παρεπιμπτόντως, επιλαμβάνεται ως ένα σημείο και θεμάτων ιδιωτικού δικαίου, όταν είναι αναγκαίο για τη διάγνωση της φορολογικής διαφοράς.

ζ) Ο  «πραίτωρ»

     Σχετικά με το αξίωμα του πραίτωρα, που αναφέρεται στην Πείρα, υπάρχει διχογνωμία μεταξύ των ερευνητών. Οι L.Burgmann και Ν. Οικονομίδης υποστηρίζουν ότι ο «πραίτωρ» πρέπει μάλλον να ταυτιστεί με τον λογοθέτη του πραιτωρίου, ο οποίος έχει αστυνομικά και δικαστικά καθήκοντα και χαμηλή θέση στην ιεραρχία, ενώ οι  H. Glykatzi Ahrweiler, R. Guilland  και o V. Laurent διατείνονται ότι ο πραίτωρ είναι δικαστικός αξιωματούχος που δημιουργήθηκε από το Νικηφόρο Β΄ Φωκά.

 η)  Ο «παραθαλασσίτης»

    Ο «παραθαλασσίτης», ο οποίος βρισκόταν στην υπηρεσία του επάρχου της πόλεως, αναδείχθηκε σε ανεξάρτητο υψηλόβαθμο αξιωματούχο που είχε και δικαστικά καθήκοντα. Από τα τέλη περίπου του 10ου αιώνα πέρασε στη δικαιοδοσία του λογοθέτη του γενικού κατά τη H. Glykatzi Ahrweiler και την Αικ. Χριστοφιλοπούλου. Τον 11ο αιώνα είναι αρμόδιος δικαστής για τους  πλέοντες τὴν θάλασσαν. Ως πλέοντες την θάλασσαν νοούνται οι του εμπορικού ναυτικού, διακρινόμενοι από τους πλωΐμους.
    Στην αρχή του 12ου αιώνα, ο παραθαλασσίτης σε χρυσόβουλλο του Αλεξίου Α΄ υπέρ της Αθωνικής μονής της Λαύρας του έτους 1102, φέρεται να έχει στην υπηρεσία του τους επιτηρητάς της θαλάσσης, εξαγγελιστάς και λιμεναρίους, αρμοδίους για τα ναυτιλιακά θέματα και τους πράκτορες και συνωναρίους για τα δημοσιονομικά. 
  Ο παραθαλασσίτης είχε την έδρα του στην πρωτεύουσα, ενώ οι υφιστάμενοί του δρούσαν σε διάφορες περιοχές της αυτοκρατορίας, καθώς η δικαιοδοσία του επεκτάθηκε κατά τη διάρκεια του 11ου αιώνα πέρα από το λιμάνι της πρωτεύουσας και τα στενά του Βοσπόρου και σημειώθηκε αύξηση της σπουδαιότητας του αξιώματος.

θ) Ο  «κένσωρ»

     Ο  «κένσωρ» ως αξίωμα εμφανίζεται στη ρωμαϊκή περίοδο, ως μία από τις βασικότερες αρχές των αρχόντων της ρωμαϊκής πολιτείας. Οι κένσωρες είχαν ως κύρια αρμοδιότητα την καταχώριση των Ρωμαίων πολιτών στους φορολογικούς καταλόγους (tabulae census), καθώς και στους ειδικότερους κηνσορικούς καταλόγους των πολιτών κατά λόχους, φυλές και ηλικία, των ακτημόνων, των ορφανών και των χηρών, των ιππέων και των συγκλητικών, καταχώρηση που γινόταν κατά πενταετία. 
     Ακόμη, οι κένσωρες ήταν αρμόδιοι για την εκμίσθωση της δημόσιας ρωμαϊκής γης (ager publicus), ενώ είχαν και άλλες δικαιοδοσίες, όπως τη διερεύνηση και τη δικαστική κρίση διαφορών του δημοσίου ταμείου με τους μισθωτές των τακτικών δημοσίων προσόδων, την εξέταση των αμφισβητήσεων των ορίων μεταξύ της δημόσιας και της ιδιωτικής ιδιοκτησίας και την παρακώλυση της παράνομης χρήσης δημόσιας γης από τους ιδιώτες.

Κατά τη βυζαντινή περίοδο οι όροι «κῆνσος» και «κηνσεύειν» εξακολουθούν να σχετίζονται με την αναγραφή ή απογραφή, δηλαδή την καταμέτρηση της γης και των περιουσιακών στοιχείων όλων των πολιτών με σκοπό τη φορολόγηση, αλλά το ρωμαϊκό αξίωμα του κένσωρος δεν υφίσταται. Ο κένσωρ που απαντάται από τον 10ο αιώνα δεν έχει σχέση κατά τον Ν. Οικονομίδη με τον «κῆνσον» και το «κηνσεύειν». Όμως, ο κένσωρ πιθανόν να έχει σχέση με την αναγραφή και την τέλεση οικονομικών καθηκόντων, αν λάβουμε υπόψη ότι οι όροι «κῆνσος» και «κηνσεύειν» εξακολουθούν να σχετίζονται με την αναγραφή ή απογραφή, καθώς και τις σύγχρονες μαρτυρίες των σφραγίδων, στις οποίες συνάπτεται το αξίωμα του κένσωρα με άλλα οικονομικά αξιώματα.

 ι) Ο «θεσμοφύλαξ»

      O «θεσμοφύλαξ» είναι αξίωμα που μαρτυρείται ήδη από την αρχαιότητα και, όπως δηλώνει και το όνομά του, ήταν φύλακας των θεσμών, δηλαδή των νόμων. Η ετυμολογία της λέξης είναι χρήσιμη για την εξήγηση της προέλευσης και της πρώτης αρμοδιότητας της αρχής, αλλά οι μεταβολές με το πέρασμα του χρόνου έδωσαν διαφορετικό περιεχόμενο σε αυτή.

Σύμφωνα με τον Ν. Οικονομίδη, ο θεσμοφύλαξ είναι αξιωματούχος του δικαστηρίου του ιπποδρόμου, υφιστάμενος του δρουγγαρίου της βίγλης. Η σχέση του με τον δρουγγάριο της βίγλης συνάγεται από τη μαρτυρία της Πείρας, σύμφωνα με την οποία ο τελευταίος ανέθεσε στον θεσμοφύλακα τη διερεύνηση μίας φιλονικίας μεταξύ δύο αξιωματούχων:

« ὁ δὲ δρουγγάριος προσέταξε τῷ θεσμοφύλακι ἐξελθεῖν καὶ ἐρωτῆσαι μάρτυρας τοὺς ἀκούσαντας τῶν ὕβρεων καὶ ἰδόντας τὸν δαρμόν, καὶ ὁ θεσμοφύλαξ ἧκε λέγων ὡς πολλοὶ μαρτυροῦσιν ὅτι πρῶτος ὁ κανδιδάτος ὕβριζε τὸν πρωτοσπαθάριον, εἶτα ὁ πρωτοσπαθάριος ἀνθύβρισε τραχέως, καὶ ἀνθυβρισθεὶς ».

       Στο Βυζάντιο ο θεσμοφύλαξ εμφανίζεται κατά τον 10ο αιώνα, καθώς απαντά στο Τακτικόν Escurial, με διαφορετικές αρμοδιότητες από εκείνες που είχε κατά την αρχαιότητα. Εκτός από την Πείρα, ο θεσμοφύλαξ απαντάται μόνο σε σφραγίδες. Από τη μαρτυρία μιας σφραγίδας του 11ου αιώνα μπορούμε να συμπεράνουμε ότι ο θεσμοφύλαξ  ενδεχομένως ήταν υπεύθυνος για την τήρηση κάποιου δικαστικού αρχείου. Κατά την πρωτοβυζαντινή περίοδο λειτουργούσε δικαστικό αρχείο στη νότια πλευρά του ανοιχτού Ιπποδρόμου, από το αυτοκρατορικό Κάθισμα έως τη Σφενδόνη.
      Ο θεσμοφύλαξ, ο ἐξάκτωρ και ο μυστογράφος δεν εμφανίζονται στις πηγές κατά τον 12ο αιώνα και ο P. Magdalino αναφέρει ότι μάλλον καταργήθηκαν από τον Αλέξιο Α΄ Κομνηνό.

 ια) Ο «θεσμογράφος»

    Ο «θεσμογράφος» απαντά σε  Υπόμνημα του Μιχαήλ Ψελλού ως αξίωμα υψηλότερο στην ιεραρχία από τον κριτή του Βήλου και μαρτυρείται σε σφραγίδες αξιωματούχων. Το αξίωμα του θεσμογράφου  έφεραν το 1056 ο Γαβριήλ Ξηρίτης και ο Μιχαήλ, οι οποίοι υπήρξαν μάρτυρες  κατηγορίας στη δίκη που κίνησε ο Μιχαήλ Ψελλός κατά του Ελπιδίου, μνηστήρα της θετής θυγατέρας του. 

    Ο Ν. Οικονομίδης διερωτάται μήπως ο θεσμογράφος ήταν υφιστάμενος του θεσμοφύλακα, προφανώς λόγω της ονομαστικής συσχέτισης των δύο αξιωμάτων. Ο θεσμογράφος, ενδεχομένως ήταν υπεύθυνος για την καταγραφή των δικαστικών αποφάσεων και όχι των νόμων και ίσως εκτελούσε γραμματειακά καθήκοντα στο πλαίσιο της υπηρεσίας του θεσμοφύλακα.

 ιβ) Ο «ὓπατος»

                Ο «ὕπατος», που μνημονεύεται στην Πείρα είναι αξίωμα κατά τον Ν. Οικονομίδη  και όχι τιμητικός τίτλος καθώς αναφέρεται στο Τακτικόν του Escurial μεταξύ των αξιωματούχων. Ωστόσο, από τα μέσα του 11ου αιώνα και εξής επανεμφανίζεται ως τιμητικός τίτλος σύμφωνα με τον Ν. Οικονομίδη.

             ιγ) Ο «ἐπί τῶν δεήσεων»

   Ο «ἐπί τῶν δεήσεων» θεωρείται ότι ήταν διάδοχος του magister memoriae της πρωτοβυζαντινής εποχής, ο οποίος επεξεργαζόταν τις παρατηρήσεις του αυτοκράτορα   (adnotationes), που γράφονταν πάνω στις αιτήσεις που του προσκομίζονταν. Οι αιτήσεις προς τον αυτοκράτορα για τη ρύθμιση διαφόρων ζητημάτων συνεχίζονταν βέβαια και κατά τη μέση και ύστερη βυζαντινή περίοδο.
     Χαρακτηριστικά είναι όσα αφηγείται ο Ιωάννης Ζωναράς για τον Αλέξιο Α΄  Κομνηνό, ο οποίος «τεταγμένας ἡμέρας ὡρίσατο, καθ’ἅς ἐκεῖσε  δημοσίᾳ προκάθητο ἀφορῶν πρὸς πεδιάδα πλατεῖαν. τῷ βουλομένῳ δὲ ἡ εἰς ἐκεῖνον  εἴσοδος συγκεχώρητο, καὶ ἕκαστος τῶν δεομένων ἐπανετείνετο   δεητήριον  διδακτικὸν ὅτου δέοιτο. καὶ ταῦτα ἐνώπιον αὐτοῦ τιθέμενα ἐπέττατε τοῖς ὑπογραμματεύουσιν ἐπιέναι καὶ γνωρίζειν αὐτῷ τάς ἑκάστων  αἰτήσεις, καὶ  αὐτίκα τὴν ἐφ’ ἑκάστῳ ἀντιγραφὴν προσέταττε γίνεσθαι καὶ βεβαιουμένην  τοῖς δεομένοις παρέχεσθαι». 

Ο magister memoriae εξελίχθηκε στον ανεξάρτητο αξιωματούχο επί των δεήσεων, που απαντά για πρώτη φορά σε μία σφραγίδα που χρονολογείται  τον 7ο αιώνα. Από τότε και στο εξής, φαίνεται ότι ο επί των δεήσεων ήταν ο αρμόδιος αξιωματούχος για τη συλλογή, την επεξεργασία και την κοινοποίηση των αιτήσεων στον αυτοκράτορα. Σε ορισμένες περιπτώσεις μπορούσε  και ο ίδιος να απαντήσει στις αιτήσεις των υπηκόων εξ ονόματος του βυζαντινού αυτοκράτορα. Ο επί των δεήσεων ήταν ένας από τους αξιωματούχους που είχαν το δικαίωμα να επιβιβάζονται στον αυτοκρατορικό δρόμωνα και ανήκε στους κρατικούς λειτουργούς που συνόδευαν τον αυτοκράτορα στις εκστρατείες του, προκειμένου να συνεχιστούν οι διοικητικές λειτουργίες και να καλυφθούν οι ανάγκες που θα προέκυπταν, καθώς το κέντρο διοίκησης του κράτους μεταφερόταν εκεί  όπου βρισκόταν ο αυτοκράτορας. Έτσι, και κατά τη διάρκεια των εκστρατειών, ο επί των δεήσεων συνέχιζε να ασχολείται με τη συλλογή και  επεξεργασία των αιτήσεων που απευθύνονταν στον ανώτατο άρχοντα. Ενδεικτικά, αναφέρεται η περίπτωση του επί των δεήσεων Λέοντα επί της βασιλείας του Ρωμανού Δ΄ Διογένη, ο οποίος μνημονεύεται ως ένας από τους νεκρούς της μάχης του Ματζικέρτ. Κατά τον 10ο και 11ο αιώνα, απαντούν σε σφραγίδες ορισμένοι επί των δεήσεων, οι οποίοι διετέλεσαν και επαρχιακοί δικαστές,  οι οποίοι κατά τον Ν. Οικονομίδη άφησαν την πρωτεύουσα και στάλθηκαν για ένα διάστημα στην επαρχία ως κριτές.

Η σπουδαιότητα του αξιώματος του επί των δεήσεων αυξάνει κατά το δεύτερο ήμισυ του 11ου και 12ου αιώνα, οπότε το θεσμό στελεχώνουν μέλη επιφανών οικογενειών.