Γοργίας και οι απόψεις του περί Ρητορικής
Ο Γοργίας ήταν πρώτα και κύρια δάσκαλος της ρητορικής. Αντίθετα από τον Πρωταγόρα, που στον τομέα αυτό έριξε όλο το βάρος στην ουσία της επιχειρηματολογία ς, ο Γοργίας ασχολήθηκε ιδιαίτερα με το ύφος του λόγου και την ικανότητά του να γοητεύει, να μαγεύει τον ακροατή.
Ωστόσο ο Γοργίας δεν παραμέλησε και την επιχειρηματολογία. Στο Ἑλένης ἐγκώμιον και την Ὑπέρ Παλαμήδους ἀπολογία εκτός από τα υφολογικά μέσα και τις γοητευτικές τεχνικές αναπτύσσει μία σειρά στέρεων επιχειρημάτων για την υπεράσπιση των δύο μυθικών προσώπων. Οι φανταστικοί αυτοί λόγοι δεν ήταν κάτι ασυνήθιστο για την εποχή. Μέσα από αυτούς ο διδάσκαλος αποδείκνυε την ικανότητά του να υπερασπίσει την οποιαδήποτε άποψη, ακόμα και αυτήν που φαινόταν εξαρχής χαμένη.
Και στα δύο κείμενα του Γοργία το βάρος δίνεται στην παράθεση σειράς αληθοφανών λόγων, βάσει των οποίων τεκμηριώνεται η αθωότητα της Ελένης στη μία περίπτωση και του Παλαμήδη στην άλλη.
Στην περίπτωση της Ελένης υπάρχουν, σύμφωνα με το σοφιστή, τέσσερις πιθανότητες: α) Η Ελένη ακολούθησε τον Πάρη, γιατί αυτό ήταν το θέλημα των θεών ή του πεπρωμένου· β) Ο Πάρης την απήγαγε με τη βία˙ γ) Η Ελένη πείστηκε από τα λόγια του Πάρη˙ δ) Η Ελένη ακολούθησε τον Πάρη, γιατί τον ερωτεύτηκε. Ό,τι λοιπόν κι αν συμβαίνει, όποια από τις τέσσερις εκδοχές κι αν ισχύει, η Ελένη είναι αθώα, γιατί οι δυνάμεις που αντιμετώπισε ήταν δυνατότερες από την ίδια. Κάθε αντίσταση λοιπόν θα ήταν μάταιη. Η θέση του Γοργία με λίγα λόγια είναι ότι κάποιος δεν μπορεί να είναι ένοχος για κάτι που έπραξε, αν μπορέσει να αποδείξει ότι αδυνατούσε να κάνει κάτι διαφορετικό. Διαιρώντας την υπεράσπιση του ο Γοργίας, δίνει την ίδια απάντηση σε τέσσερις διαφορετικές εκδοχές του ίδιου πράγματος, ενισχύοντας τη θέση του περί αθωότητας: ό,τι από τα τέσσερα κι αν συμβαίνει, η Ελένη είναι αθώα, γιατί οι δυνάμεις της ήταν μικρότερες από τις δυνάμεις που την ώθησαν στην πράξη της.
Την ίδια τεχνική χρησιμοποιεί ο Γοργίας και στην υπεράσπιση του Παλαμήδη. Η προδοσία για την οποία κατηγορήθηκε θα μπορούσε να οφείλεται σε αρκετούς λόγους: στην επιδίωξη πλουτισμού, στην προσπάθεια απόκτησης τιμών, στην υπεράσπιση της ασφάλειάς του ή στην προσπάθειά του να αποφύγει κάποιον κίνδυνο. Σε καθένα από αυτά τα επιχειρήματα ο Γοργίας αντιτάσσει κι από ένα ισχυρό αντεπιχείρημα: ο Παλαμήδης έχει πλούτο και απολαμβάνει τιμών. Η ασφάλειά του κινδυνεύει περισσότερο αν προδώσει, γιατί θα συγκεντρώσει το μίσος προς το πρόσωπο του. Όσο για το τελευταίο από τα επιχειρήματα, την αποφυγή κάποιου κινδύνου, κανείς δεν θα μπορούσε να ισχυριστεί ότι τη δεδομένη χρονική στιγμή ο Παλαμήδης κινδύνευε από κάτι.
Και εδώ λοιπόν, όπως και στο Ἑλένης ἐγκώμιον, μας δίνεται η εντύπωση ότι όλες οι πιθανές εκδοχές έχουν εντοπισθεί και απαντηθεί με πειστικό τρόπο. Σε κανέναν άλλο διδάσκαλο της ρητορικής δεν μπορούμε να δούμε παρόμοια συστηματικότητα με την οποία «τέμνονται» και αντιμετωπίζονται τα διάφορα ενδεχόμενα, ώστε να αποκλειστεί κάθε αμφιβολία για την επιχειρηματολογία που αναπτύσσεται. Με τα κείμενά του αυτά ο Γοργίας δεν δίνει μόνο δύο παραδείγματα υπεράσπισης. Συγκροτεί μία θεωρία της ρητορικής, που μπορεί με τις κατάλληλες προσαρμογές να χρησιμοποιηθεί ως «πειθούς λόγος» σε κάθε περίπτωση.
Βεβαίως, όπως ήδη αναφέραμε, ο Γοργίας δεν περιορίζεται στα επιχειρήματα, που μπορούν να στηρίξουν μία θέση. Ασχολήθηκε επίσης, περισσότερο από οποιονδήποτε άλλο, με την τέχνη του λόγου, το ύφος, το «χρώμα», το σχήμα της. Τα «γοργίεια σχήματα» περιλάμβαναν κάθε είδους τεχνική που θα μπορούσε να συμβάλλει στην αύξηση της προσοχής των ακροατών του και την ενίσχυση της πειστικότητας των ρητορικών λόγων. Έπαιζε με τη γλώσσα όπως οι ποιητές, αλλά με πιο θεωρητικό τρόπο, προσπαθώντας να την εφοδιάσει με μαγεία και ενισχύοντας έτσι την αποτελεσματικότητά της. Καμία λέξη, καμία φράση, κανένα επιχείρημα δεν τοποθετείται στην τύχη. Τα πάντα βρίσκονται εκεί που χρειάζεται, κάνοντας το λόγο μεστό, συνεκτικό αλλά και απολαυστικό, εξασφαλίζοντας έτσι τη μέγιστη δυνατή επίδρασή του στους ακροατές.
Τα τεχνάσματα του Γοργία μπορούμε πολύ καθαρά να τα δούμε στην Ἱστορία του Θουκυδίδη και ιδιαίτερα στον Ἐπιτάφιο του Περικλή. Η επίδραση του σοφιστή σε αυτό το κείμενο είναι ιδιαίτερα αισθητή.
Ωστόσο η πεζογραφική θεωρία του Γοργία θα ήταν εξαιρετικά αδύνατη αν περιοριζόταν σε τέτοιου είδους γλωσσικές και κειμενικές τεχνικές. Ο σοφιστής θεωρεί το λόγο ένα σύνθετο όπλο, ένα «δυνάστη» ανίκητο, κάτω από ορισμένες προϋποθέσεις, που αφορούν τόσο στη μορφή όσο και στο περιεχόμενο του. Τη δύναμη αυτή δεν τη διαθέτει μόνο ο πεζός λόγος αλλά και ο ποιητικός, καθώς και αυτός μπορεί να γοητεύσει, να παρακινήσει σε σκέψη, να πείσει. Γι' αυτό και στα σχήματά του είναι πολύ συχνά τα δάνεια από τεχνικές που μέχρι τότε χρησιμοποιούσε μόνο ο έμμετρος λόγος. Το κύριο πάντα ζήτημα είναι να γίνει ο λόγος πειστικός και αποτελεσματικός, κάτι που δεν μπορεί να πετύχει η πάντα αβέβαιη γνώση. Άρα, όπως κι ο ίδιος ο Γοργίας τονίζει, η Ελένη είναι αθώα γιατί, σε τελευταία ανάλυση, νικήθηκε από το λόγο, έναν αντίπαλο σαφώς ισχυρότερο από την ίδια.
Ο λόγος λοιπόν εξουσιάζει, πείθοντας και μαγεύοντας τον ακροατή, αφοπλίζοντάς τον με την ανίκητη γοητεία του. Ο λόγος είναι από την ίδια τη φύση του δυνατός. Ο ισχυρός, δουλεμένος στο περιεχόμενο και τις μορφές, λόγος είναι πανίσχυρος. Για να συμβεί αυτό, δεν αρκούν τα λογικά επιχειρήματα αλλά απαιτείται ένας εμπλουτισμός με κάθε είδους στοιχεία που του προσφέρουν τη δυνατότητα να γοητεύσει.
Ως παντοδύναμος, ο λόγος μπορεί να χρησιμοποιηθεί και για καλούς και για κακούς σκοπούς. 0 Γοργίας το γνωρίζει και το παραδέχεται τονίζοντας ότι η Ελένη εξαπατήθηκε με τα λόγια. Στο Γοργία του Πλάτωνα ο σοφιστής τονίζει ότι η ρητορική κρατά όλες τις δυνάμεις αιχμάλωτές της κι έτσι μπορεί να χρησιμοποιηθεί για οποιονδήποτε σκοπό. Γι' αυτό όμως δεν φταίει η ρητορική ή αυτοί που τη διδάσκουν, αλλά αυτοί που κάνουν κακή χρήση της γνώσης της: «Δεῖ μέντοι, ὦ Σώκρατες, τῇ ῥητορικῇ χρῆσθαι ὥσπερ τῇ ἄλλῃ πάσῃ ἀγωνίᾳ. Καὶ γὰρ τῇ ἄλλῃ οὐ τούτου ἕνεκα δεῖ πρὸς ἅπαντας χρῆσθαι ἀνθρώπους, ὅτι ἔμαθαν πυκτεύειν [...]. Ὁ αὐτὸς λόγος καὶ περὶ τῆς ῥητορικῆς [...]. Ἐὰν δὲ οἶμαι ῥητορικὸς γενόμενός τις κἆτα ταύτῃ τῇ δυνάμει καὶ τῇ τέχνῃ˙ ἀδικῇ, οὐ τὸν διδάξαντα δεῖ μισεῖν τε καὶ ἐκβάλλειν τῆς πόλεως. Ἐκεῖνος μὲν γὰρ ἐπὶ δικαίου χρείᾳ παρέδωκεν, ὃ δ' ἐναντίως χρῆται». (Πρέπει λοιπόν, Σωκράτη, να χειρίζεται κανείς τη ρητορική, όπως και όποια άλλη αγωνιστική τέχνη. Οποιαδήποτε [τέχνη] αν γνωρίζει κανένας δεν υπάρχει λόγος να τη χρησιμοποιεί ενάντια σ' όλους τους ανθρώπους [...]. Το ίδιο [ισχύει] και για τη ρητορική [...]. Αν κάποιος τη μάθει και μετά κάνει χρήση της τέχνης και της δύναμής της για να κάνει κακό, δεν πρέπει να μισήσει κανείς και να εκδιώξει από την πόλη αυτόν που τη δίδαξε, γιατί αυτός τη δίδαξε για δίκαιη χρήση, ενώ [ο μαθητής] τη χρησιμοποιεί για το αντίθετο».)
Σε αντίθεση με τη διαβεβαίωση που έδινε ο ίδιος ο Γοργίας στο Μένωνα του Πλάτωνα ότι δεν ενδιαφέρεται να διδάξει την αρετή, στο Γοργία, o ίδιος δηλώνει ότι μπορεί να διδάξει τη δικαιοσύνη. Διαφοροποιείται λοιπόν από κάθε αμοραλιστική χρήση της ρητορικής, την οποία θεωρεί ως τέχνη που πρέπει να υπηρετεί το δίκαιο, έστω κι αν αυτό δεν συμβαίνει πάντα. O μαθητής του Πώλος και ο Καλλικλής -που δεν ήταν σοφιστής- εμφανίζονται στον ίδιο διάλογο να διαφωνούν με τη θέση αυτή του Γοργία και να υπερασπίζονται το δίκιο του ισχυρότερου- έτσι ενισχύουν άθελά τους τη θέση του Σωκράτη, που χλευάζει τη ρητορική θεωρώντας την ένα είδος κολακείας - χωρίς ίχνος ηθικού περιεχομένου.
Παρά τις προθέσεις του Γοργία η ρητορική χρησιμοποιήθηκε πολλές φορές ως όπλο για την επίτευξη αμοραλιστικών σκοπών. Δεν μπορούσε να γίνει διαφορετικά. O «δυνάστης», ο «πειθούς δημιουργός» λόγος μπορούσε να χρησιμοποιηθεί για οποιονδήποτε σκοπό εξίσου αποτελεσματικά, τη στιγμή μάλιστα που η ίδια η διδασκαλία του από το Γοργία δεν έδινε βάρος στο ηθικό περιεχόμενο, δεν προσανατόλιζε με σαφήνεια στην «ορθή χρήση» του. Χρόνια μετά ο παλιός μαθητής του Γοργία Ισοκράτης θα κατηγορήσει γι' αυτό το δάσκαλό του και θα προσπαθήσει να προικίσει τη ρητορική με το ήθος που της έλειπε, χρησιμοποιώντας και αυτός ως παράδειγμα την υπόθεση της Ελένης.
Παρά τα προβλήματα αυτά, η διδασκαλία του Γοργία μετέτρεψε τη ρητορική σε μια πραγματική «τέχνη των λέξεων», ικανή να πείθει, να μαγεύει, να αιχμαλωτίζει το ακροατήριο της όπως κάθε άλλη τέχνη πριν από αυτήν. Η απάτη, που σύμφωνα με το φιλόσοφο υπάρχει στη ρητορική όσο και στην τραγωδία και την ποίηση, δεν αποτελεί εξαπάτηση αλλά μηχανισμό μέσω του οποίου ο ακροατής πείθεται, ταυτιζόμενος με αυτά που ακούει, πράγμα απαραίτητο για το Γοργία, καθώς η γνώση είναι υποκειμενική, αφού δηλαδή σύμφωνα με τη θέση του δεν υπάρχει γνώση, αλλά πίστη.
Επιχειρηματολογώντας την άποψή του ότι η πειθώ επηρεάζει το ανθρώπινο μυαλό με τον τρόπο που θέλει, ο Γοργίας ανέπτυξε στο Ἑλένης ἐγκώμιον τρία θεμελιώδη επιχειρήματα:
α) Παρόλο που ο καθένας από τους φυσικούς φιλοσόφους πίστευε ότι κατείχε το βαθύτερο μυστικό του κόσμου, απλώς αντιμαχόταν με τους υπόλοιπους μιλώντας για πράγματα μη ορατά, μέσω της φαντασίας του και μόνο.
β) Στις αντιπαραθέσεις της Εκκλησίας του Δήμου, των δικαστηρίων κ.λπ. επικρατεί η γνώμη που καταφέρνει με την τέχνη της ν' ακουστεί ευχάριστα και να πείσει, ανεξάρτητα από το αν είναι πράγματι σωστή.
γ) Οι γνώμες αλλάζουν με μεγάλη ταχύτητα κι αυτό φαίνεται στις συνεχείς διαμάχες μεταξύ των φιλοσόφων.
Την πεποίθησή του για τη δύναμη της πειθούς τη συμπληρώνει με μία παρομοίωση: «ο λόγος είναι για το νου ό,τι τα φάρμακα για το σώμα». Τόσο ο λόγος όσο και τα φάρμακα διαθέτουν μία μεγάλη δύναμη, που μπορεί να φέρει καλά ή κακά αποτελέσματα, ανάλογα με το πώς θα χρησιμοποιηθεί. Την άποψη αυτή του Γοργία την εφάρμοσε στην πράξη ο Αντιφώντας ιδρύοντας σε μία περιοχή της Κορίνθου μία «τέχνη ἀλυπίας», κάτι παρόμοιο με ψυχιατρικό ίδρυμα.