15/10/25

Ο ΧΡΙΣΤΟΣ ΛΥΤΡΩΤΗΣ

 

                                Cristo Redentor

Η ταυτότητα του αγάλματος

  • Ύψος μνημείου: 32 μέτρα
  • Ύψος βάσης: 8 μέτρα
  • Βάρος: 1.000 τόνοι (30 τόνοι είναι το βάρος του κάθε χεριού - 8 τόνους ζυγίζει μόνο ο βραχίονας)
  • Υψόμετρο: 710 μέτρα, στην κορυφή του όρους Κορκοβάντο
  • Εγκαίνια: 1931
  • Εργασίες αναστήλωσης: Το 1980 με την ευκαιρία της επίσκεψης του Πάπα Ιωάννη Παύλου Β΄. Το 2000 αρχίζει ένα μεγαλύτερο πρόγραμμα αποκατάστασης του μνημείου με νέο φωτισμό και πιο αυστηρές προδιαγραφές προστασίας του.
  • Θέα: Οι επισκέπτες μπορούν να δουν το Ρίο ντε Τζανέιρο πανοραμικά, τον κόλπο, το βουνό Σουγκαρλόαφ και τις παραλίες Ιπανέμα και Κοπακαμπάνα.

Το Άγαλμα του Χριστού Λυτρωτή (πορτογαλικά: Cristo Redentor‎) είναι ένα ψηλό άγαλμα, το οποίο εικονίζει τον Ιησού Χριστό με απλωμένα τα χέρια και βρίσκεται στην κορυφή του λόφου Κορκοβάντο (Corcovado), πάνω από το Ρίο ντε Τζανέιρο, στο εθνικό πάρκο του Δάσους Τιζούκα (Tijuca). Στέκεται με απλωμένα τα χέρια σαν να καλωσορίζει τον κόσμο, σε ύψος 710 μέτρων. Έχει ύψος 32 μέτρα, ζυγίζει 1.000 τόνους και μάλιστα είναι εγκατεστημένο με τρόπο ώστε να ατενίζει την πόλη του Ρίο.

Το άγαλμα θεμελιώθηκε στις 12 Οκτωβρίου 1931. Είχε διοργανωθεί εντυπωσιακή τελετή εγκαινίων παρουσία του προέδρου της τοπικής κυβέρνησης Τζετούλιο Βάργκα και του καρδινάλιου Σεμπαστιάο Λέμε. Οι οργανωτές και οι εμπνευστές του μνημειώδους αγάλματος ήθελαν να εντυπωσιάσουν το κοινό από την πρώτη μέρα που θα στηνόταν στην κορυφή του βουνού. Είναι χαρακτηριστικό ότι για το φωτισμό του αγάλματος του Χριστού εκείνη την ημέρα είχαν σχεδιάσει να ανάψει με τρόπο φαντασμαγορικό: τα φώτα θα τα άναβε ο πρωτοπόρος Γουλιέλμος Μαρκόνι από το αγκυροβολημένο σκάφος του στη Νάπολι της Ιταλίας. Θα έστελνε ηλεκτρικό σήμα σε ένα σταθμό στο Ντόρτσεστερ της Αγγλίας και αυτό με τη σειρά του θα μεταφερόταν σε μια κεραία στο Jacarepagua στο Ρίο, απ' όπου θα άναβαν τα φώτα του αγάλματος. Ωστόσο, ο καιρός δεν βοήθησε, το σήμα ήταν αδύναμο, και τα φώτα τα άναψαν οι τεχνικοί του Ρίο.

Η ιδέα για το μνημείο

 

Λεπτομέρεια του προσώπου του αγάλματος όπου φαίνεται το ψηφιδωτό της κατασκευής.

Από το 1850 η θρησκευτική ηγεσία στο Ρίο σκεπτόταν να κατασκευαστεί ένα μεγάλο άγαλμα πάνω στο βουνό Κορκοβάντο. Μεταξύ του 1850 και 1860, ο καθολικός ιερέας Μαρία Μπος ζήτησε οικονομική βοήθεια από την πριγκίπισσα Ιζαμπέλ της Πορτογαλίας προκειμένου να ανεγείρει ένα θρησκευτικό μνημείο. Η πριγκίπισσα ωστόσο δεν πολυσκέφτηκε την ιδέα. Έτσι, τα σχέδια για θρησκευτικό μνημείο ακυρώθηκαν το 1889 όταν η Βραζιλία έγινε δημοκρατία και η Εκκλησία διαχωρίστηκε από την πολιτεία.

Η ιδέα για την ανέγερση του αγάλματος επανήλθε τη δεκαετία του 1920 όταν η Καθολική εκκλησία ήθελε να ενώσει τον λαό της Βραζιλίας μετά τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο και την πίεση που δεχόταν από ευρωπαϊκά θρησκευτικά ρεύματα. Τότε ο αρχιεπίσκοπος του Ρίο ντε Τζανέιρο οργάνωσε μία Εβδομάδα Μνημείων (Semana do Monumento) προκειμένου να προσελκύσει δωρεές κυρίως από καθολικούς της Βραζιλίας. Τα σχέδια για το άγαλμα του Χριστού περιελάμβαναν μεταξύ άλλων έναν σταυρό και ένα άγαλμα του Χριστού ο οποίος θα κρατούσε μια σφαίρα στα χέρια του. Τελικά επελέγη το άγαλμα του Χριστού Λυτρωτή με τα χέρια ανοιχτά. Αλλά και πάλι δεν ήταν όλα έτοιμα για την ανέγερσή του. Το 1922 πολίτες και κληρικοί συγκέντρωσαν 20.000 υπογραφές και με αυτόν τον τρόπο ζήτησαν από τον πρόεδρο Επιτάσιο Πεσόα την ανέγερση του αγάλματος.

Ανέγερση

Ο θεμέλιος λίθος για το μεγάλο οικοδόμημα μπήκε στο βουνό Κορκοβάντο στις 4 Απριλίου 1922. Ο Βραζιλιάνος μηχανικός Έτορ Ντα Σίλβα Κόστα ήταν αυτός που επελέγη για να επιβλέψει την κατασκευή του αγάλματος, ενώ τα σχέδια ήταν του Γάλλου γλύπτη Πολ Λαντοβσκί. Μάλιστα, ο μηχανικός ταξίδεψε στην Ευρώπη για να μελετήσει τα θέματα κατασκευής και εκεί επέλεξε τον γλύπτη Λαντοβσκί. Οι εργασίες για την ανέγερση του Χριστού Λυτρωτή διήρκεσαν συνολικά 5 χρόνια, από το 1926 έως το 1931. Σύμμαχος των εμπνευστών του έργου ήταν ο σιδηρόδρομος του Κορκοβάντο. Όπως αποδείχτηκε ήταν ιδανικός για να μεταφερθούν εύκολα και με ασφάλεια οι μεγάλοι ογκόλιθοι για την κατασκευή του αγάλματος πάνω στο βουνό. Η πέτρα για το μνημείο προέρχεται από την πόλη Λίμχαμ (προάστιο του Μάλμε) της Σουηδίας. Όταν ολοκληρώθηκε, ήταν το μεγαλύτερο γλυπτό αρτ ντεκό στον κόσμο.

Προσβασιμότητα

Σήμερα η ανάβαση των επισκεπτών στο βουνό για να δουν το άγαλμα γίνεται πλέον με σύγχρονα μέσα, με ανελκυστήρες που προσφέρουν πανοραμική θέα και κυλιόμενες σκάλες. Έτσι, οι επισκέπτες δεν αντιμετωπίζουν πλέον τη δυσκολία να ανέβουν τα 220 σκαλιά για να φτάσουν στη βάση του αγάλματος. Τρεις είναι οι πανοραμικοί ανελκυστήρες που ανεβάζουν τους επισκέπτες στο άγαλμα του Χριστού. Ο καθένας μπορεί να μεταφέρει 14 άτομα. Η πρόσβαση στους ανελκυστήρες είναι εύκολη και γι' αυτούς που φτάνουν με αυτοκίνητο και γι' αυτούς που φτάνουν με τρένο. Επιπλέον, υπάρχουν και τέσσερις κυλιόμενες κλίμακες πλάτους 4 μέτρων, οι οποίες μπορούν να μεταφέρουν έως και 9.000 επισκέπτες την ώρα. Η μόνη δυσκολία που έχουν να ξεπεράσουν πλέον οι τουρίστες, είναι το πώς θα καταφέρουν να έχουν μέσα στη φωτογραφία ολόκληρο το άγαλμα. Και αυτό διότι είναι τόσο ογκώδες και ψηλό που πρέπει να ξαπλώνουν στο έδαφος για να το φωτογραφήσουν. Τους αποζημιώνει ωστόσο η εκπληκτική θέα από την κορυφή. Στη βάση του αγάλματος υπάρχει σήμερα ένα μικρό παρεκκλήσι.

Ο ΧΡΙΣΤΟΣ Ο ΛΥΤΡΩΤΗΣ ΤΩΝ ΑΝΔΕΩΝ 

  

  Cristo Redentor de los Andes

Ο Χριστός των Άνδεων (πλήρης ονομασία «Χριστός ο Λυτρωτής των Άνδεων», ισπαν. Cristo Redentor de los Andes) είναι μνημειακό μεγάλο άγαλμα ψηλά στην οροσειρά των Άνδεων, σε υψόμετρο 3.832 μέτρα πάνω από την επιφάνεια της θάλασσας, επάνω στο σύνορο μεταξύ της Αργεντινής και Χιλής. Τα αποκαλυπτήριά του έγιναν στις 13 Μαρτίου 1904 στα πλαίσια του εορτασμού της ειρηνικής επιλύσεως της διαφοράς στον καθορισμό των συνόρων ανάμεσα στις δύο χώρες.

Το άγαλμα, ως σύμβολο αιώνιας ειρήνης, πιστεύεται ότι κατασκευάσθηκε από μέταλλο (ορείχαλκο) παρμένο από παλαιά αργεντίνικα κανόνια, αν και μερικοί ιστορικοί αμφισβητούν την εκδοχή αυτή.

Το άγαλμα έχει ύψος 7 μέτρων, που προστίθεται σε εκείνο (6 μέτρα) του γρανιτένιου βάθρου του, και ζυγίζει 4 τόνους. Είναι στημένο στην ορεινή διάβαση Λα Κούμπρε, το υψηλότερο σημείο της παλαιάς οδού Μεντόσα (Αργεντινή) - Σαντιάγο (Χιλή). Η διάβαση αυτή έχει αρκετές ονομασίες: αποκαλείται και Διάβαση της Ουσπαγιάτα (γενικώς), «Διεθνής Διάβαση των Ελευθερωτών» (Paso Internacional Los Libertadores, ως οδική διάβαση), «Διάβαση της Εκκλησίας» (Paso de Iglesia) από την πλευρά της Χιλής και Διάβαση Βερμέχο (Bermejo) από την πλευρά της Αργεντινής. Ο πλησιέστερος οικισμός είναι το χωριό Λας Κουέβας της Αργεντινής, χίλια μέτρα χαμηλότερα σε καθαρή υψομετρική διαφορά (οδική απόσταση 9 χιλιόμετρα). Αυτός ο δρόμος είναι προσβάσιμος μόνο το καλοκαίρι, όταν δεν υπάρχουν χιόνια, καθώς χρησιμεύει πλέον σχεδόν μόνο για την επίσκεψη τουριστών στο Άγαλμα, ενώ η συγκοινωνία μεταξύ των δύο χωρών διεξάγεται από την ομώνυμη «Σήραγγα του Χριστού Λυτρωτή» (Cristo Redentor Tunnel) στη βάση του ορεινού περάσματος.

Ιστορικό

Στις αρχές του 20ού αιώνα ο Πάπας Λέων ΙΓ΄ συνέταξε μια σειρά εγκυκλίων με εκκλήσεις για διεθνή ειρήνη και αρμονία. Την ίδια εποχή η Αργεντινή και η Χιλή έρχονταν όλο και πιο κοντά σε μια ένοπλη σύγκρουση εξαιτίας της διαμάχης τους για τα μεταξύ τους σύνορα. Ο Επίσκοπος του Κούγιο της Αργεντινής, ο Μαρθελίνο δελ Κάρμεν Μπεναβέντε, υποσχέθηκε να παραγγείλει ένα άγαλμα του Χριστού Λυτρωτή προκειμένου να υπενθυμίζει στα δύο μέρη το μήνυμα ειρήνης του Χριστού. Το άγαλμα πράγματι δημιουργήθηκε από τον γλύπτη Ματέο Αλόνσο από το Μπουένος Άιρες (γενν. 1878), και εκτέθηκε για λίγο καιρό στο προαύλιο της Σχολής Λακορνταίρ των Δομινικανών στο Μπουένος Άιρες.

Καθώς τα δύο κράτη γλιστρούσαν προς τον πόλεμο, η Αγγέλα Ολιβέιρα Σεσάρ δε Κόστα (Ángela Oliveira Cézar de Costa), μια κυρία με πολλές συνδέσεις σε υψηλούς κύκλους της Αργεντινής, είχε την ιδέα να μεταφερθεί το άγαλμα πάνω στις Άνδεις στην περίπτωση συνάψεως ειρήνης, ως σύμβολο ενότητας μεταξύ των δύο χωρών. Είχε προσωπικό ενδιαφέρον, καθώς ο αδελφός της ήταν στρατηγός του στρατού της Αργεντινής, που προετοιμαζόταν για ένοπλη σύγκρουση στα σύνορα. Ως γνωστή του τότε Προέδρου της Αργεντινής Χούλιο Αρχεντίνο Ρόκα, η Σεσάρ δε Κόστα μπόρεσε να κερδίσει την προσοχή αμφότερων των κρατών και αργότερα προτάθηκε ως υποψήφια για το Βραβείο Νόμπελ Ειρήνης.

Μια διπλωματική θραύση των φραγμών τον Μάιο του 1902 οδήγησε την Αργεντινή και τη Χιλή σε συμφωνία που εξασφάλιζε την ειρήνη. Το σχέδιο για το άγαλμα προχώρησε και η Σεσάρ δε Κόστα με τον επίσκοπο Μπεναβέντε άρχισαν να συγκεντρώνουν πόρους προκειμένου να εγκαταστήσουν το άγαλμα στη σημερινή θέση του, στην ορεινή διάβαση την οποία ο Χοσέ ντε Σαν Μαρτίν είχε χρησιμοποιήσει το 1817 για να διασχίσει τις Άνδεις και να απελευθερώσει τη Χιλή από την ισπανική αποικιοκρατία.

Το 1904 το άγαλμα μεταφέρθηκε σε τεμάχια, ταξιδεύοντας 1.200 χιλιόμετρα με το τρένο και κατόπιν πάνω σε μουλάρια. Το βάθρο σχεδιάσθηκε από τον Μολίνα Θίβιτ και ολοκληρώθηκε στις 15 Φεβρουαρίου 1904 και αμέσως μετά ο γλύπτης Αλόνσο καθοδήγησε τη συναρμολόγηση του αγάλματος. Στήθηκε με τη μορφή του Χριστού στραμμένη προς τη διεύθυνση της γραμμής των συνόρων. Στο άγαλμα ο Ιησούς στέκεται πάνω σε ημισφαίριο μιας υδρόγειας σφαίρας με εμφανή την ήπειρο της Νότιας Αμερικής. Με το αριστερό του χέρι κρατεί έναν Σταυρό, ενώ το δεξί του χέρι είναι υψωμένο σε ευλογία.

Εγκαίνια

Στις 13 Μαρτίου 1904, τρεις χιλιάδες Χιλιανοί και Αργεντίνοι ανέβηκαν στην ορεινή διάβαση παρά τις αντίξοες συνθήκες και είδαν μονάδες των δύο στρατών να πυροδοτούν εορταστικούς κανονιοβολισμούς από κοινού στα εγκαίνια του αγάλματος. Οι Πρόεδροι των δύο κρατών δεν παρέστησαν, αλλά εκπροσωπήθηκαν από τους Υπουργούς Εξωτερικών τους, ενώ παρέστησαν ο Αρχιεπίσκοπος του Μπουένος Άιρες, ο επίσκοπος Μπεναβέντε και ο επίσκοπος του Ανκούδ της Χιλής. Αποκαλύφθηκαν δύο πλάκες στο βάθρο, που υμνούν τη φιλία μεταξύ των δύο χωρών. Στη μία είναι χαραγμένα στην ισπανική τα λόγια: «Τούτα τα βουνά θα έχουν γίνει σκόνη προτού οι Χιλιανοί και οι Αργεντινοί παραβιάσουν την ειρήνη που στα πόδια του Χριστού Λυτρωτή ορκίστηκαν να διατηρούν».

Μετέπειτα

Το 1916, ο Σταυρός στο άγαλμα αντικαταστάθηκε, καθώς ο αρχικός είχε φθαρεί υπερβολικά στις δυσμενείς κλιματικές συνθήκες. Από τον αρχικό Σταυρό φιλοτεχνήθηκαν αναμνηστικά μετάλλια. Διάφορες άλλες πλάκες προστέθηκαν τις επόμενες δεκαετίες, ενώ μεγάλη γενική επιδιόρθωση έλαβε χώρα το 1993, όταν το άγαλμα είχε περιέλθει σε άσχημη κατάσταση (όπως και γειτονικά κτίσματα που φιλοξενούσαν έναν μετεωρολογικό σταθμό).

Το 2004, η εκατοστή επέτειος των εγκαινίων του αγάλματος εορτάσθηκε με επιτόπια τελετή, στην οποία αυτή τη φορά παρέστησαν οι πρόεδροι των δύο χωρών, Νέστορ Κίρχνερ της Αργεντινής και Ρικάρδο Λάγος της Χιλής, επιβεβαιώνοντας τη φιλία μεταξύ των χωρών τους. Το άγαλμα ανακηρύχθηκε «Εθνικό Ιστορικό Μνημείο της Αργεντινής».