26/2/22

Ο γνωσιολογικός εμπειρισμός του Hume

   Ο ΓΝΩΣΙΟΛΟΓΙΚΟΣ ΕΜΠΕΙΡΙΣΜΟΣ ΤΟΥ HUME

 Ποιος ήταν ο Ντέιβιντ Χιουμ; - THE ATHENS REVIEW OF BOOKS

                                                

Ο David Hume, ο σημαντικότερος εκπρόσωπος του αγγλοσαξονικού εμπειρισμού, υποστήριξε πως ό,τι μπορούμε να γνωρίσουμε είναι τα περιεχόμενα της εμπειρίας μας, τα οποία διέκρινε σε δύο κατηγορίες: τις εντυπώσεις, που είναι παραστάσεις, τις οποίες σχηματίζουμε άμεσα μέσω των αισθήσεών μας και τις ιδέες, οι οποίες είναι έμμεσες και λιγότερο διακριτές, προκύπτουν από αναστοχασμό πάνω στις εντυπώσεις και αποτελούν αντίγραφα των αντίστοιχων εντυπώσεων. Από τις απλές εντυπώσεις και τις απλές ιδέες σχηματίζουμε, αντίστοιχα, σύνθετες εντυπώσεις και ιδέες. Για να ελέγξουμε τη βασιμότητα μιας σύνθετης ιδέας, θα πρέπει να εξετάσουμε τις απλές ιδέες από τις οποίες σύγκειται η εν λόγω ιδέα και για να διαπιστωθεί και το κύρος των απλών ιδεών θα πρέπει να γίνει αντιπαραβολή προς τις αντίστοιχες απλές εντυπώσεις τους. Η γνωστική μας δύναμη απλώνεται ως τις εντυπώσεις μας. Κάθε προσπάθειά μας να υπερβούμε το όριο αυτό της εμπειρίας μας είναι ανεπίτρεπτη. Στο σημείο αυτό έγκειται ο συνεπής εμπειρισμός του Hume.

Κατά τον Hume, οι αισθήσεις από μόνες τους δεν μπορούν να εξηγήσουν την πεποίθησή μας για τα αντικείμενα, διότι οι αισθήσεις δημιουργούν απλώς εντυπώσεις. Οι λόγοι είναι οι εξής: Πρώτον οι εντυπώσεις διαρκούν λίγο, ενώ ο άνθρωπος έχει την πεποίθηση ότι τα αντικείμενα υπάρχουν για μεγάλα χρονικά διαστήματα. Δεύτερον, οι εντυπώσεις δεν είναι παρά δημιούργημα του ανθρώπινου νου. Πώς μπορούμε να είμαστε βέβαιοι ότι όντως προέρχονται από εξωτερικά αντικείμενα, για τα οποία εμείς έχουμε την πεποίθηση ότι υπάρχουν ανεξάρτητα από τον ανθρώπινο νου; Η πεποίθηση για την ύπαρξη των εξωτερικών αντικειμένων δεν εξαρτάται ούτε από τον λόγο, διότι «οτιδήποτε εμφανίζεται στο νου δεν είναι παρά διακοπτόμενη αντίληψη και εξαρτώμενη από τον νου». Ο συνειδητοποιημένος εμπειρισμός, αυτός δηλαδή που στηρίζεται μόνο στα δεδομένα των αισθήσεων δεν μπορεί να υποστηρίξει την ύπαρξη του εξωτερικού κόσμου με απόλυτη βεβαιότητα. Όπως αναφέρει και ο ίδιος o Hume, «ακόμη και αν υποτεθεί ότι η αλήθεια βρίσκεται εντός των ορίων της ανθρώπινης ικανότητας, αυτή πρέπει να είναι κρυμμένη κάπου βαθιά». Και καταλήγοντας ο Hume αναφέρει ότι αυτό που δημιουργεί την πεποίθηση της ύπαρξης της εξωτερικής πραγματικότητας αποτελούμενης από αντικείμενα με ανεξάρτητη και συνεχή ύπαρξη είναι η φαντασία και συγκεκριμένα ο τρόπος με τον οποίο η σταθερότητα και η συνοχή κάποιων εντυπώσεων την επηρεάζουν χωρίς βέβαια να αρνείται ότι οι αισθήσεις και η λογική συμμετέχουν στο σχηματισμό της πεποίθησής μας για τα αντικείμενα. 

Η γνωσιολογική θεωρία του Hume χαρακτηρίστηκε ως περιγραφική ψυχολογία. Επεξεργαζόμενος τη θεωρία των συνειρμών του Hartley διαπίστωσε ότι οι διάφορες εντυπώσεις που προκαλούνται από τις αισθήσεις συσχετίζονται μέσα στο νου μέσω της ομοιότητάς τους με άλλες, μέσω του χώρου όπου παρουσιάζονται, καθώς και μέσω της αιτίας που τις δημιούργησε. Ο ανθρώπινος νους δεν ενδιαφέρεται για τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά των πραγμάτων, αλλά με βάση τα πιο εμφανή χαρακτηριστικά τους τα ομαδοποιεί. Στη συνέχεια ο νους κατηγοριοποιεί τα δεδομένα προχωρώντας από το ειδικό και συγκεκριμένο στο γενικό και αφηρημένο. Η συνήθεια, το κοινωνικό πλαίσιο του κάθε ανθρώπου, καθώς και τα ήθη και έθιμά του συντελούν στην κατηγοριοποίηση των δεδομένων.

Ο Hume στην  προσπάθειά του να μείνει συνεπής στις αρχές του εμπειρισμού και να μην αναγνωρίσει καμιά άλλη πηγή γνώσης εκτός από τις αισθήσεις οδηγήθηκε σε μια μορφή μετριοπαθούς σκεπτικισμού εκφράζοντας αμφιβολία  για την αντικειμενική μορφή γνώσης. Αμφισβητώντας την ύπαρξη της αιτιότητας, πάνω στην οποία βασίζουμε τη βεβαιότητά μας για τον κόσμο, αμφισβητεί τα ίδια τα θεμέλια της γνώσης. Η έννοια της αιτιότητας περιλαμβάνει τρία στοιχεία: α) την άμεση ή έμμεση επαφή σωμάτων στο χώρο, β) τη χρονική διαδοχή μεταξύ δύο συμβάντων (αιτίου και αποτελέσματος) και γ) την αναγκαία σχέση μεταξύ των συμβάντων αυτών. Συνεπεία των ανωτέρω στοιχείων δημιουργείται στο νου μας μια ψυχολογική προδιάθεση  προσδοκίας ενός συμβάντος Β, όταν εμφανιστεί ένα συμβάν Α. Ο Hume υποστηρίζει ότι αυτό δεν αποτελεί αναγκαία σχέση, αλλά είναι απλά μια γενίκευση προγενέστερων εμπειριών, η οποία δημιουργεί μια νοητική συνήθεια εξαιτίας της οποίας δημιουργείται μια υποκειμενική πίστη ως προς την αιτιώδη συνάφεια αυτών των συμβάντων. Όπως χαρακτηριστικά ο ίδιος αναφέρει: «Η εμπειρία είναι μια αρχή που με πληροφορεί για τις διάφορες συζεύξεις των αντικειμένων στο παρελθόν. Το έθος είναι μια άλλη αρχή, που με οδηγεί να περιμένω το ίδιο και στο μέλλον». Δεν μπορούμε να έχουμε καμία βεβαιότητα και για τους φυσικούς νόμους. Κανένας νόμος της φύσης, στη διατύπωση του οποίου οδηγηθήκαμε ακολουθώντας τον επαγωγικό τρόπο της νόησης, δεν έχει αναγκαία ισχύ αλλά υπόκειται σε διαρκή αναθεώρηση. Η διαδικασία της επαγωγής την οποία εισηγήθηκε ο Francis Bacon ως την ασφαλή μέθοδο της επιστήμης, δεν μπορεί, κατά τον Hume, να μας εξασφαλίσει έγκυρη γνώση του εξωτερικού κόσμου.