6/4/22

Η ίδρυση της Νομικής Σχολής και ο νομοφύλαξ

Η ίδρυση της Νομικής Σχολής και ο νομοφύλαξ

   Στην πρωτεύουσα στην αρχή της βασιλείας του Κωνσταντίνου Θ΄ Μονομάχου υπήρχε περιορισμένη πνευματική κίνηση, διότι απουσίαζαν οι πνευματικοί εκείνοι άνδρες που θα μπορούσαν να ανεβάσουν το επίπεδο των παρηκμασμένων με τον καιρό σπουδών.

    Η κατάσταση άλλαξε με την εμφάνιση στο χώρο των γραμμάτων του Μιχαήλ Ψελλού και του Ιωάννη Ξιφιλίνου. Οι δύο άνδρες, όπως διαβάζουμε στον Επιτάφιο του Ψελλού για τον Ξιφιλίνο, παρέδιδαν ιδιωτικά μαθήματα σε μεγάλο αριθμό μαθητών. Ο Ψελλός παρέδιδε φιλοσοφία και ρητορική και ο Ξιφιλίνος νομική και λίγο ρητορική. Η εμφάνιση δύο προικισμένων δασκάλων, όπως ήταν φυσικό συγκέντρωσε γύρω τους όσους επιθυμούσαν να αποκτήσουν υψηλότερη μόρφωση. Μαθητές και δάσκαλοι που ενδιαφέρονταν για τη φιλοσοφία συσπειρώθηκαν γύρω από τον Ψελλό, ενώ εκείνοι που ενδιαφέρονταν για τις νομικές σπουδές και φιλοδοξούσαν να σταδιοδρομήσουν ως κρατικοί υπάλληλοι  συσπειρώθηκαν γύρω από τον Ξιφιλίνο.

Ο συναγωνισμός των σπουδαστών της νομικής και της φιλοσοφίας

         Συχνά οι μαθητές τους διαφωνούσαν μεταξύ τους σχετικά με το είδος της γνώσης που θεωρούσαν ποιοτικά ανώτερη. Η φιλονικία και ο ανταγωνισμός των μαθητών οφείλονταν πιθανότατα στις φιλοδοξίες της μιας ομάδας σχετικά με το προβάδισμα. Οι φιλονικίες των σπουδαστών πρέπει να ήταν τόσο έντονες, που απασχολούσαν και τον ίδιο τον αυτοκράτορα, ο οποίος φαίνεται πως πιεζόταν από διάφορες κατευθύνσεις.

 

« Τὶ οὖν ἐπὶ τούτοις ὁ βασιλεύς; δεινοπαθεῖ μὲν ἐφ’οἷς ἐβιάζετο, βιάζεται δὲ ἐφ’οἷς ἐδεινοπάθουν οἱ τῶν λόγων ἐπιμελόμενοι, καὶ τὸ καθ’ἑαυτὸν παριδὼν προσδίδωσιν ὥσπερ ἡμᾶς, μὴ πειθομένους μήτε τῷ πείθοντι, μήτε τοῖς ἀναγκάζουσιν» .

 

Η συνέχιση της διένεξης και η διάσπαση των λογίων σε δύο αντίπαλα, κατά κάποιο τρόπο, στρατόπεδα, τελικά ανάγκασε τον Κωνσταντίνο Θ΄ Μονομάχο να επέμβει,  διορίζοντας τον Ψελλό και τον Ξιφιλίνο σε υπηρεσία από την οποία μισθοδοτούνταν για τη διδασκαλία τους.

Ο αυτοκράτορας έδωσε τέλος στη διαμάχη, ιδρύοντας δύο σχολές, στις οποίες τοποθέτησε επικεφαλής τον Ψελλό και τον Ξιφιλίνο.

      Λαμβάνοντας υπόψη τα πολιτικά και κοινωνικά δεδομένα της εποχής , θεωρείται ότι τις φιλοδοξίες των σπουδαστών διαμόρφωσαν οι παρακάτω συνθήκες:

  • Το άνοιγμα της συγκλήτου και της διοίκησης και σε άλλα κοινωνικά στρώματα, γεγονός που παρείχε περισσότερες ευκαιρίες σε όσους ήθελαν να ανέλθουν κοινωνικά.
  • Το αξιοκρατικό πνεύμα της εποχής, το οποίο εφαρμόστηκε σε πολλούς τομείς της κοινωνικής, πολιτικής και πνευματικής ζωής.
  • Η σημασία που διεδραμάτιζε η μόρφωση για το διορισμό στις κρατικές υπηρεσίες, για την κοινωνική καταξίωση και την κοινωνική άνοδο του ατόμου.
  • Οι μαθητές του Ψελλού δεν αναγνώρισαν στο πρόσωπό του μόνο ένα χαρισματικό δάσκαλο και έναν ξεχωριστό αναμφίβολα πνευματικό καθοδηγητή, αλλά διεκδίκησαν επιπλέον μία τιμητική θέση για τον ίδιο, επιδιώκοντας παράλληλα μεγαλύτερα προνόμια και περισσότερες προοπτικές και για τους ίδιους.

Για τους σπουδαστές της νομικής, εξάλλου, οι λόγοι που τους ωθούσαν να απαιτήσουν τη βελτίωση των νομικών σπουδών ήταν περισσότεροι:

  • Η ασάφεια στην ερμηνεία των νόμων, η διδασκαλία των οποίων βρισκόταν ολοκληρωτικά στα χέρια των συντεχνιών και η έλλειψη καταρτισμένων και ομοιόμορφα εκπαιδευμένων νομικών, που είχε ως αποτέλεσμα την πλημμελή απόδοση της δικαιοσύνης.
  • Το ενδιαφέρον που έδειξε ο αυτοκράτορας για τη βελτίωση της διοίκησης με την ίδρυση του σεκρέτου δικών ιδιωτικών. Η δημιουργία του σεκρέτου παρείχε μεγαλύτερες προοπτικές στους νεαρούς νομικούς για μία επιτυχημένη σταδιοδρομία στην επαρχία ή την πρωτεύουσα, ενώ για την επιτυχία του νέου θεσμού απαιτούνταν καταρτισμένοι και έμπειροι νομικοί.
  • Η ύπαρξη ενός αξιόλογου και ικανού δασκάλου, του Ξιφιλίνου, γύρω από τον οποίο συσπειρώθηκαν όσοι ζητούσαν την αναβάθμιση της νομικής επιστήμης.

Εκτός, όμως, από τη σύγκρουση των σπουδαστών της πρωτεύουσας θεωρείται ότι υπήρχαν και άλλοι λόγοι, οι οποίοι οδήγησαν τον Κωνσταντίνο Θ΄ Μονομάχο στη δημιουργία των δύο σχολών:

  • Η επιρροή της ομάδας των καλλιεργημένων ανδρών που τον περιστοίχιζε (ένας από τους στόχους της οποίας ήταν η προώθηση των γραμμάτων και η προβολή των πνευματικών ανδρών), όπως και η εκτίμηση και ο θαυμασμός του για τον Ψελλό και τον Ξιφιλίνο, αισθήματα που εκφράστηκαν με τη δημιουργία υψηλών εκπαιδευτικών θέσεων γι΄αυτούς.
  • Τα πολιτικά οφέλη, τα οποία ο βυζαντινός ηγεμόνας επρόκειτο να αποκομίσει από την υλική, ηθική και κοινωνική ενίσχυση των προσώπων του πνεύματος. Μία τάξη «διανοουμένων» σε συνδυασμό με την ανερχόμενη «τάξη» των εμπόρων και βιοτεχνών θα μπορούσε να αντισταθμίσει τη δύναμη και την επιρροή της παραδοσιακής «αριστοκρατίας» και να μειώσει τις πιθανότητες μίας στρατιωτικής επανάστασης.
  • Οι πιέσεις που πιθανότατα δέχθηκε από τη Θεοδώρα και τους ανθρώπους της, οι οποίοι σύμφωνα με τον Ψελλό, επιθυμούσαν την αναβάθμιση των νομικών σπουδών και την ανάδειξη του Ξιφιλίνου με την τοποθέτησή του στη θέση του νομοφύλακα.
  • Δεν θα πρέπει να παραβλεφθεί το γεγονός, ότι και ο ίδιος ο αυτοκράτορας ήταν φιλομαθής και καινοτόμος, όπως αποκαλύπτει η πολιτική που ακολούθησε σε διάφορους τομείς.

 Η εξέλιξη της νομικής επιστήμης μετά τον Ιουστινιανό και η ίδρυση της Νομικής σχολής επί Κωνσταντίνου Θ΄ Μονομάχου

        Ύστερα από πολλούς αιώνες, η νομική παιδεία υπήρξε τον 11ο αιώνα αντικείμενο της κρατικής φροντίδας. Τη βαθυστόχαστη καλλιέργεια που γνώρισε η νομική επιστήμη την εποχή του Ιουστινιανού Α΄ στις Νομικές Σχολές της Κωνσταντινουπόλεως και της Βηρυττού αντικατέστησε μετά τον 6ο αι. εμπειρικότερου χαρακτήρα εκπαίδευση, που ανταποκρινόταν στις ανάγκες των λειτουργών της δικαιοσύνης, αλλά χωρίς να προχωρεί σε θεωρητική εμβάθυνση.

΄Όπως φαίνεται, έγινε έργο των σχολαστικών, των συνηγόρων, που αντιστοιχούσαν με τους σημερινούς δικηγόρους. Η νομική επιστήμη είχε παραμεληθεί τόσο στην Κωνσταντινούπολη όσο και στην επαρχία, ενώ υπήρχε ασάφεια στη διδασκαλία και στην εφαρμογή των νόμων. Όσοι επιθυμούσαν να διδαχθούν τους νόμους φοιτούσαν κοντά σε νομομαθείς, των οποίων οι γνώμες πολλές φορές διίσταντο για το ίδιο θέμα. Υπήρχε συνεπώς μεγάλη σύγχυση στον τρόπο αντιμετώπισης μιας δικαστικής υπόθεσης, ενώ συχνά δημιουργούνταν συγκρούσεις και προστριβές. 

Οι γνώσεις μας για μεγάλο χρονικό διάστημα είναι τελείως υποτυπώδεις και μόλις στις αρχές  του 10ου αι. έχουμε τις πρώτες αυθεντικές μαρτυρίες για τη νομική κατάρτιση των υποψηφίων ταβουλαρίων (συμβολαιογράφων) με την  ευθύνη του σωματείου τους και την πρόσληψη ενός παιδοδιδασκάλου νομικού και ενός διδασκάλου. Ο πρώτος παρείχε τη νομική μόρφωση και ο διδάσκαλος τη γενικότερη κατάρτιση, γραμματική και ρητορική. Έτσι, διαμορφώθηκε μία ειδική σχολή με επαγγελματική κατεύθυνση, αλλά άσχετη προς θεωρητικές αναζητήσεις.

Κατά τον 10ο αι. και στις αρχές του 11ου τα σωματεία διατηρούσαν τον έλεγχο της επαγγελματικής προπαρασκευής των νέων νομικών και η νομική εκπαίδευση ήταν ιδιωτική και συντεχνιακή. Οι δικηγόροι προκειμένου να πείσουν το ακροατήριό τους στηρίζονταν κυρίως στη ρητορική τους ικανότητα και όχι σε ουσιώδη επιχειρήματα βασισμένα σε νομικές γνώσεις.

   Η ρητορική τεχνική παρείχε στους νομικούς τη δυνατότητα της εξεύρεσης και διάρθρωσης επιχειρημάτων, καθώς και της καλαίσθητης παρουσίασής τους. Έχει συζητηθεί και έχει αποδειχθεί ότι τον 11ο αι. το Βυζάντιο  επιχειρηματολογεί όχι «από» αλλά «με» το νόμο, ο οποίος εθεωρείτο ένας παράγοντας απονομής δικαίου μεταξύ άλλων, όπως ήταν οι θεωρήσεις του εθιμικού δικαίου και του προκρίματος και τα «παραδείγματα», δηλαδή η νομολογία.

Επειδή λοιπόν ο νόμος ήταν ένα μόνο επιχείρημα ανάμεσα στα άλλα, μπορούσε να απορριφθεί ή η άποψη του δικαστή να θεωρηθεί ισχυρότερη από αυτόν.

     Η κατάσταση αυτή είναι εμφανής και στην Πείρα, όπου εκτός από τις συχνές διαφωνίες και διαφορές των δικαστών, άλλοτε παρατηρείται αντίφαση προς το «ισχύον»  δίκαιο και άλλοτε οι αποφάσεις το αγνοούν επιδεικτικά. Κάποτε στηρίζουν το διατακτικό τους σε άσχετα επιχειρήματα (π.χ. επιείκεια), ενώ θα μπορούσαν απλά να επικαλεστούν τους κανόνες δικαίου.

      Αν κάποιος εξετάσει όλες τις αποφάσεις της Πείρας θα διαπιστώσει ότι μερικές από αυτές στηρίζονται ως προς τον τρόπο σκέψης και τις λύσεις στο ρωμαϊκό δημώδες δίκαιο, ενώ άλλες στα ελληνιστικά ή άλλα προηγούμενα δίκαια. Μερικές, όμως, είναι καινοφανείς, γεγονός που σημαίνει ότι στηρίζονταν σε διατάξεις δικαίου και (νομικά) αξιώματα που δημιουργήθηκαν για να αντιμετωπίσουν πρωτοεμφανιζόμενα ζητήματα.

      Γίνεται, επομένως, σαφές ότι το υπάρχον δίκαιο ήταν ανεπαρκές  για την επίλυση ορισμένων προβλημάτων. Κάποια από τα αίτια της ανεπάρκειάς του πρέπει να αναζητηθούν στις κοινωνικο-οικονομικές συνθήκες της αυτοκρατορίας κατά το πρώτο μισό του 11ου αιώνα. Η οικονομική και κοινωνική άνοδος της «τάξης» των εμπόρων και των βιοτεχνών κατά την περίοδο αυτή, μετέβαλε αρκετά τις παλιές κρατικές δομές κυρίως στην πρωτεύουσα. Οι υπάρχοντες νόμοι αδυνατούσαν να επιλύσουν καινοφανείς υποθέσεις και χρησιμοποιούνταν ανάλογα με την περίπτωση προκαλώντας αμφιβολία για την ευθυκρισία των δικαστών και δυσλειτουργία στις νομικές υπηρεσίες.

      Την άνοιξη του έτους 1047 ο Κωνσταντίνος Μονομάχος εξέδωσε Νεαρά, με την οποία ίδρυε ανώτερη αυτοκρατορική νομική σχολή και όριζε επικεφαλής το νομοφύλακα, εγκαινιάζοντας έτσι την επίσημη διδασκαλία του δικαίου.      

      Η Νεαρά και ο Επιτάφιος του Ψελλού για τον Ξιφιλίνο αποτελούν τις βασικότερες πηγές για την ίδρυση της σχολής και μαζί με την  Πείρα του Ευσταθίου Ρωμαίου βοηθούν στην κατανόηση των λόγων που οδήγησαν στη δημιουργία της.

   Παράλληλα με την ίδρυση της νομικής σχολής ο Κωνσταντίνος Θ΄ Μονομάχος έλαβε ορισμένα μέτρα, με τα οποία επεδίωκε να διευκολύνει τη λειτουργία της, να ενισχύσει το γόητρό της και να της προσδώσει μία σοβαρή προοπτική :

α) Η σχολή στεγάστηκε στο επιβλητικό κτιριακό συγκρότημα της μονής του Αγίου Γεωργίου των Μαγγάνων, το οποίο αποτελούσε προσωπικό δημιούργημα του βυζαντινού ηγεμόνα.

β) Στη σχολή μπορούσε να φοιτήσει δωρεάν όποιος επιθυμούσε άσχετα από την κοινωνική του θέση ή την οικονομική του κατάσταση, αρκεί ο ίδιος να είχε προσωπική αξία.

γ) Οι σπουδαστές λάμβαναν «ἒπαθλον σπουδῆς καὶ φιλοπονίας» μετά από προφορικές και γραπτές εξετάσεις («γλώττης ἃμα φωνῇ καὶ χειρὸς γραφῇ»).

Ο Κωνσταντίνος Θ΄ Μονομάχος και οι διάδοχοί του θα φρόντιζαν να ανταμείψουν δεόντως τους καλύτερους από αυτούς χρησιμοποιώντας τους ως υπαλλήλους σε υψηλές κρατικές θέσεις.

    Ο επικεφαλής της σχολής περιβλήθηκε με ποικίλες εξουσίες. Ως πρώτος νομοφύλαξ ορίστηκε ο Ιωάννης Ξιφιλίνος, «λογιώτατος λλούστριος, κριτς π το πποδρόμου κα ξάκτωρ».

                         Τρόπος επιλογής του νομοφύλακα

   Από τη μελέτη των πηγών συμπεραίνουμε ότι η τοποθέτηση του Ξιφιλίνου στη θέση του νομοφύλακα ήταν αποτέλεσμα μίας αξιοκρατικής  διαδικασίας και ότι ο πρώτος νομοφύλαξ πέρασε ορισμένες δοκιμασίες.

«… οὐκ ἀφανῶς οὐδ’ἀσήμως οὐδ’ἀμυδρῶς ἐπεδείξατο τὴν αὑτοῦ πολυμάθειαν, ἀλλὰ δημοσίᾳ καὶ φανερῶς ἐν αὐταῖς ταῖς τῶν πραγμάτων πείρας ἐξέλαμψεν…».

     Εξάλλου, απόσπασμα από την Ἀπολογία ὑπέρ τοῦ Νομοφύλακος κατὰ τοῦ Ὀφρυδᾶ του Ψελλού μας πληροφορεί ότι για την επιλογή του νομοφύλακα:

 

«…καὶ πλείστων ὅτι δικαστῶν καὶ τῆς λοιπῆς λογιότητος ἐπισυνδραμόντων  τῷ πράγματι καὶ συναινεσάντων τῇ ψήφῳ, οὐδεὶς οὔτε τῶν παρόντων, οὔτε τῶν ἀπόντων ἄλλο τι παρὰ τὰ δόξαντα λέγειν ᾤετο δεῖν ˙ τῶν γὰρ κρειττόνων ἡ μαρτυρία πρὸς ἑαυτὴν τάς πάντων δόξας συνήθροιζεν».

       Συνεπώς, η εκλογή του πρώτου νομοφύλακα δεν ήταν αυθαίρετη, αλλά έγινε κάποια συγκέντρωση δικαστών και άλλων σοφών, οι οποίοι εξέφρασαν τη γνώμη τους σχετικά με το πρόσωπο που προοριζόταν για τη θέση αυτή, ο δε νομοφύλαξ πέρασε από κάποια εξέταση – δοκιμασία. Η εντύπωση αυτή ενισχύεται και από άλλο χωρίο της Νεαράς.

 

« Οὗτος τοιγαροῦν ἤδη πρῶτος ἀγαθῇ καὶ μοίρᾳ καὶ κρίσει τῆς ἐκκρίτου τῶν νόμων καὶ δεδοκιμασμένης ἄρξει διδασκαλίας…».

   Βέβαια, κάποιος θα μπορούσε να ισχυριστεί ότι η λέξη «κρίση» σημαίνει «αυτοκρατορική απόφαση», γεγονός που θα οδηγούσε στη σκέψη ότι στην αυτοκρατορική απόφαση και στην καλή του τύχη ο Ξιφιλίνος όφειλε την εκλογή του ως νομοφύλακα. Θεωρείται, όμως, ότι η λέξη «κρίση» δεν υπονοεί απλώς την αυτοκρατορική απόφαση, η οποία ασφαλώς είχε μεγάλη βαρύτητα, αλλά μία γενικότερη επιδοκιμασία και παραδοχή προερχόμενη από ποικίλους κύκλους.

     Οι λόγοι για τους οποίους πιθανολογείται ότι ο αυτοκράτορας έδωσε τόσο μεγάλη σημασία στην επιλογή και την έγκριση του πρώτου νομοφύλακα είναι οι εξής:

α) Η δημιουργία νομικής σχολής έθιγε τα συμφέροντα των σωματείων των συνηγόρων και των συμβολαιογράφων της πρωτεύουσας και εύλογα επρόκειτο να προκαλέσει την έντονη δυσαρέσκειά τους. Η γνωμοδότηση, συνεπώς, διαφόρων σοφών για το νομοφύλακα έδινε μεγαλύτερο κύρος στην επιλογή του και ήταν δύσκολο να αμφισβητηθεί.

β) Είναι πιθανό, ο Κωνσταντίνος Θ΄ Μονομάχος να δέχθηκε πιέσεις από το περιβάλλον της Θεοδώρας και της Ζωής, οι οποίες στοχεύοντας να ενισχύσουν τον προστατευόμενό τους, επεδίωξαν η επιλογή του να έχει τη γενική αποδοχή.

γ) Η συνάθροιση τόσων σοφών για την εκλογή του πρώτου νομοφύλακα αποκαλύπτει το προσωπικό ενδιαφέρον του Κωνσταντίνου Θ΄ Μονομάχου για την εξέλιξη της νομικής σχολής και την εδραίωση του λογίου που προΐστατο αυτής.

                 Αντιδράσεις στην επιλογή του νομοφύλακα         

    Η τοποθέτηση του Ξιφιλίνου στη θέση του πρώτου νομοφύλακα και η ισχυροποίηση του αξιώματός του προκάλεσαν έντονη δυσαρέσκεια σε πρόσωπα και κύκλους που διαφωνούσαν με την επιλογή.

Η  Ἀπολογία ὑπέρ τοῦ Νομοφύλακος κατὰ τοῦ Ὀφρυδᾶ και ο Ἐπιτάφιος του Ψελλού για τον Ξιφιλίνο αποκαλύπτουν τις αντιδράσεις της εποχής. Στην αρχή οι αντιδράσεις ήταν αραιές. Στη συνέχεια πύκνωσαν και κλιμακώθηκαν.  Ο Ξιφιλίνος και ο Ψελλός αρχικά αδιαφόρησαν. Όταν όμως οι επιθέσεις έγιναν δριμύτερες και στράφηκαν κυρίως κατά του Ξιφιλίνου, εκείνος έδειχνε φανερά στεναχωρημένος, ενώ αντίθετα ο Ψελλός αντιμετώπιζε την κατάσταση με περισσότερη ψυχραιμία.

Όμως, η επίθεση συνεχιζόταν και ο Ψελλός ανέλαβε την υπεράσπιση του φίλου του γράφοντας την Ἀπολογία ὑπέρ τοῦ Νομοφύλακος κατὰ τοῦ Ὀφρυδᾶ.

       Ο Οφρυδάς ήταν ένας ηλικιωμένος δικαστής, ο οποίος  διαμαρτυρήθηκε για την επιλογή ενός τόσο νέου προσώπου σε ένα τόσο υψηλό αξίωμα αναλαμβάνοντας, κατ’αυτόν τον τρόπο, δυσφημιστική εκστρατεία εναντίον του. Οι κατηγορίες του Οφρυδά, σύμφωνα με τις μαρτυρίες των πηγών ήταν η άσημη καταγωγή του, η ανυποληψία του οικογενειακού ονόματος, ιδιαίτερα του παππού και του πατέρα του, το νεαρό της ηλικίας του και η αμάθειά του.

       Ο πόλεμος του Οφρυδά κατά του Ξιφιλίνου, πέρα από τον προσωπικό φθόνο του ιδίου, φαίνεται ότι κινήθηκε και από πρόσωπα που εποφθαλμιούσαν τη θέση του νομοφύλακα και δρούσαν παρασκηνιακά, επειδή δεν επιθυμούσαν να αποκαλύψουν την ταυτότητά τους. Ενδεχομένως, κινήθηκαν από άτομα που ανήκαν στα σωματεία των συμβολαιογράφων και των συνηγόρων, που μέχρι τότε διατηρούσαν τον έλεγχο της επαγγελματικής προπαρασκευής των νέων νομικών και έλεγχαν το χώρο της δικαιοσύνης.

        Ο ίδιος ο Ξιφιλίνος δεν υπερασπίστηκε τον εαυτό του. Την υπεράσπισή του ανέλαβε ο Ψελλός, ο οποίος προσπάθησε να αντικρούσει τον Οφρυδά  και όσους βρίσκονταν πίσω από αυτόν. Η άρνηση του Ξιφιλίνου να απαντήσει στον Οφρυδά, ίσως δεν οφειλόταν στην υποτίμηση του αντιπάλου, αλλά στην πίστη του ότι η υπεράσπισή του θα φαινόταν αντικειμενικότερη, εάν γινόταν από άλλο πρόσωπο.

   Ο Ψελλός υπερασπίστηκε με πάθος την πνευματική κατάρτιση του φίλου του και απέδειξε ως καθαρή συκοφαντία τους ισχυρισμούς των αντιπάλων του.

        Τα καθήκοντα και οι αρμοδιότητες του νομοφύλακα

    Ο αυτοκράτορας φρόντισε να διευκολύνει το πνευματικό και εκπαιδευτικό έργο του νομοφύλακα, ενώ ενίσχυσε τη θέση του από οικονομική και κοινωνική πλευρά. Τον συμπεριέλαβε ανάμεσα στους συγκλητικούς και κατείχε την αμέσως κατώτερη θέση στην ιεραρχία «εὐθὺς μετὰ τὸν ἐπὶ τῶν κρίσεων». Του έδωσε τη δυνατότητα κατά τακτές μέρες να προσέρχεται στα ανάκτορα, όπως και ο επί των κρίσεων και να διαλέγεται μαζί του. Του παρείχε ελεύθερη πρόσβαση στη βιβλιοθήκη, για να διευκολύνεται κατά την άσκηση των καθηκόντων του. Όρισε να λαμβάνει ετήσιο μισθό που ανερχόταν σε  τέσσερις  λίτρες χρυσού, σιτηρέσιον, βλαττίον και βαΐον. 

   Η θέση του νομοφύλακα ήταν ισόβια , με την προϋπόθεση πάντοτε ότι είχε τις απαιτούμενες ικανότητες και εκπλήρωνε πλήρως τα καθήκοντά του. Σε περίπτωση ανεπάρκειας, ο αυτοκράτορας διατηρούσε για τον εαυτό του το δικαίωμα να τον απολύσει ή να τον αντικαταστήσει.

   Σύμφωνα με τον Ν. Οικονομίδη, η πληροφορία της Νεαράς, «καὶ τὴν ἐκείνων ὑπόληψιν ἐπί τε τῇ τῶν νόμων μαθήσει καὶ τῇ λοιπῇ δεξιότητι-γλώττης ἅμα καὶ φωνῇ καὶ χειρὸς γραφῇ - βεβαιώσοι», υποδηλώνει ότι οι σπουδαστές μετά το πέρας των σπουδών τους πιθανόν ελάμβαναν δίπλωμα νομικής σχολής. Τη σκέψη του αυτή ο ιστορικός στηρίζει ότι ο νομοφύλαξ όφειλε να μεταδώσει την αλάνθαστη γνώση των νόμων και την άρτια νομομάθειά του, ώστε όλοι οι μελλοντικοί νομικοί να διδαχθούν τους νόμους από αυτόν, καθώς και να υποβάλλει τους σπουδαστές σε μία προφορική και γραπτή δοκιμασία, για να διαπιστώσει τις γνώσεις και τις ικανότητές τους. Επίσης, στο γεγονός ότι μετά τις επιτυχείς εξετάσεις παραχωρούνταν μία γραπτή βεβαίωση στους σπουδαστές που αποφοιτούσαν από τη σχολή.

     Προσθέτουμε ακόμη δύο χωρία από τη Νεαρά, τα οποία δίνουν την αίσθηση πως οι απόφοιτοι της σχολής αποκόμιζαν πιστοποιητικό γνώσεων. Από το πρώτο χωρίο πληροφορούμαστε ότι η ακριβής γνώση των νόμων δεν είναι « δώρημα τύχης ἤ περιδρομῆς ἅρπαγμα, ἀλλ’ ἔπαθλον σπουδῆς καὶ φιλοπονίας», ενώ σύμφωνα με το δεύτερο χωρίο οι φοιτητές θα αγωνιστούν για την εκμάθηση των νόμω «μέγιστον εἰδότες τὸ ἔπαθλον καὶ καλὴν ὅτι μάλιστα τὴν ἀμοιβὴν ἐκδεχόμενοι».

    Η θέση του νομοφύλακα ήταν ομολογουμένως υψηλή και τιμητική, αλλά συνεπαγόταν μεγάλες ευθύνες και υποχρεώσεις. Τα καθήκοντά του ήταν πολλά: Η διαρκής μελέτη, η αποσαφήνιση και η ερμηνεία των νόμων. Η άγρυπνη και ακαταπόνητη εργασία ώστε να αποβεί χρήσιμος στους φοιτητές. Η καθοδήγηση και η αντικειμενική κρίση των μαθητών του, από τους οποίους δεν επιτρεπόταν να απαιτήσει αμοιβή. Η φύλαξη των βιβλίων, η ανάδειξη της σχολής και η υπεράσπιση του νόμου ενάντια στη ρητορική και στη σοφιστική.

      Άξιο προσοχής, ως μορφωτικό στοιχείο και για τον γενικότερο πνευματικό ορίζοντα της εποχής είναι η επιταγή να κατέχει ο νομοφύλαξ  «ἑκατέραν γλῶσσαν σὺν ἀκριβείᾳ πάσῃ … τὴν ἑλληνικὴν λέγω ταύτην καὶ ὅση ῥωμαϊκή».

     Σύμφωνα με τον Επιτάφιο λόγο του Ψελλού για τον Ξιφιλίνο, ο νομοφύλαξ ήταν πρόεδρος του αυτοκρατορικού δικαστηρίου, «στρατηγός» των δικαστών και επιτηρητής, προστάτης των νόμων. Οι συνήγοροι και οι συμβολαιογράφοι όφειλαν όχι μόνο να διδαχθούν το νόμο από αυτόν, αλλά θα εισέρχονταν στα συστήματα μόνο αν το επέτρεπε ο ίδιος. Η Νεαρά δεν διευκρινίζει εάν ο διορισμός των δικαστών και των κρατικών υπαλλήλων , οι οποίοι δεν ανήκαν στα συστήματα, εξηρτάτο από το νομοφύλακα. Σύμφωνα με τη Νεαρά, για την ανάδειξη των σπουδαστών της σχολής σε υψηλές κρατικές θέσεις, πρωταρχικό ρόλο έπαιζε η επίδοση και ο ζήλος τους, για τα οποία προφανώς αποφαινόταν ο νομοφύλαξ.

Εκτιμάται, λοιπόν, ότι σε ορισμένες περιπτώσεις είχε τη δυνατότητα να επηρεάσει πρόσωπα και καταστάσεις.

     Η παύση της λειτουργίας της νομικής σχολής στέρησε από το νομοφύλακα τη βασική του αρμοδιότητα, τη διδασκαλία του δικαίου, η οποία επανήλθε στα σωματεία των συμβολαιογράφων και των συνηγόρων  και αυτό συνέβαλε, ίσως, στην ανάπτυξη δικαστικής αρμοδιότητας. Μπορούμε να υποθέσουμε ότι ο νομοφύλαξ, ακόμη και όταν ήταν υπεύθυνος για τη διδασκαλία του δικαίου, ενδεχομένως συμμετείχε στην απονομή της δικαιοσύνης, εφόσον οι περιστάσεις το απαιτούσαν, διότι ήταν έμπειρος και καταρτισμένος νομικός. Πάντως είναι γεγονός ότι από το τελευταίο τέταρτο του 11ου αιώνα και εξής μαρτυρείται για το νομοφύλακα δικαστική αρμοδιότητα στις πηγές. 

     Στη Διάταξη του Ατταλειάτη, που είναι γραμμένη κατά το μεγαλύτερο μέρος της το 1077, συναντάμε περίπτωση που ο νομοφύλαξ ρυθμίζει θέματα αγοραπωλησίας και κατέχει θέση υψηλότερη ιεραρχικά από το βέστη και τον κοιαίστωρα.

    Το 1096 ο νομοφύλαξ ήταν ένας από τους δύο υπαλλήλους ( ο άλλος ήταν ο υπομνηματογράφος ) που συνέτασσαν συμβόλαια στο πλευρό του σακελλάριου. Δεν υπάγονταν σ’αυτόν, αλλά τον βοηθούσαν σε ειδικές περιπτώσεις κατόπιν εντολής. 

     Πολλοί από εκείνους που έλαβαν τον τίτλο του νομοφύλακα τον 12ο αιώνα ήταν κληρικοί. Γνωστοί νομοφύλακες είναι οι κανονολόγοι Αλέξιος Αριστηνός και Θεόδωρος Βαλσαμών, ο κανονολόγος Μιχαήλ Χούμνος, κατόπιν μητροπολίτης Θεσσαλονίκης, ο θεολόγος και κανονολόγος Νείλος Δοξαπατρής, ο Νικόλαος Αγιοθεοδωρίτης, μετέπειτα μητροπολίτης Αθηνών και ο Θεόδωρος Παντεχνής, ο μόνος σε σχέσει με τους ανωτέρω αναφερόμενους που δεν ήταν κληρικός.

    Ο νομοφύλαξ, εκτός από κοσμικός τίτλος, φαίνεται ότι ήταν και εκκλησιαστικό αξίωμα, καθώς συγκαταλέγεται μεταξύ των εκκλησιαστικών αξιωματούχων σε μία υπόμνηση προς τον Αλέξιο Α΄ Κομνηνό  το 1096.