24/4/22

Αΐντα Τζ. Βέρντι

  Αΐντα Τζουζέπε Βέρντι

 

Εξώφυλλο του λιμπρέτου (1890)

Η Αΐντα είναι τίτλος δημοφιλούς όπερας  (λυρικό μελόδραμα) σε τέσσερις πράξεις και επτά σκηνές, στίχους του Αντόνιο Γκιζλαντσόνι (Antonio Ghislanzoni) και μουσική του Τζουζέπε Βέρντι, που παίχθηκε για πρώτη φορά στο Χεδιβικό βασιλικό θέατρο (όπερα) του Καΐρου στις 24 Δεκεμβρίου του 1871 παρουσία αξιωματούχων της χώρας, υψηλών καλεσμένων και του συνόλου των διπλωματών. 

 Υπόθεση έργου

 

Α΄ πράξη

Σκηνή 1η: Αίθουσα των Φαραωνικών ανακτόρων της Μέμφιδας

Ο  Φαραώ (Βασιλεύς της Αιγύπτου) και αρχιερέας Ράμφης πληροφορεί τον νεαρό στρατηγό Ρανταμές ότι βρίσκεται σε πόλεμο με τον Βασιλέα της Αιθιοπίας  του οποίου τα στρατεύματα έχουν εισβάλει στην κοιλάδα του Νείλου και απειλούν τη Θήβα την εκατοντάπυλη. Ο Ρανταμές ελπίζει να επιλεγεί αρχιστράτηγος και να επιστρέψει νικητής προκειμένου να ζητήσει το χέρι της εκλεκτής του Αΐντα  αν και η «ουράνια Αΐντα» (celeste Aϊda) δεν είναι παρά μια αιθιοπίδα σκλάβα στην υπηρεσία της κόρης του Βασιλέως, Αμνέριδας. Στην αίθουσα εισέρχεται η Άμνερις, (ερωτευμένη και αυτή κρυφά με τον Ρανταμές), που για την Αΐντα υποκρίνεται στοργή και τρυφερότητα και συνάμα  όλη η βασιλική αυλή για να ακούσουν όλοι την απόφαση των θεών (της Ίσιδας ) που είναι: «Αρχιστράτηγος να είναι ο Ρανταμές». 

Σκηνή 2η: Εσωτερικός χώρος του Ναού του Ήφαιστου στη Μέμφιδα

 Ιερά άσματα που επικαλούνται το θεό Φθα, χοροί ιερειών ενώ στον Ρανταμές του παραδίδεται από τον Φαραώ το καθαγιαμένο ξίφος.

Στα πρωτεύοντα μέρη της Α΄ πράξης ανήκουν η μονωδία του Ρανταμές "celeste Aida", η μονωδία της Αΐντα "Ritorna vincitor" και το πλούσιο φινάλε σε φωνητική ηχηρότητα.

 Β΄ Πράξη

 Σκηνή 1η: Στα ιδιαίτερα διαμερίσματα της Αμνέριδας, των ανακτόρων της Μέμφιδας

Η Άμνερις συνομιλεί με την Αΐντα και τεχνηέντως ανακαλύπτει το έρωτά της με τον Ρανταμές, αφού πρώτα της είπε ότι σκοτώθηκε και στη συνέχεια πως ζει, από τη μεγάλη της χαρά. Ακολουθεί σκηνή ζηλοτυπίας και η Άμνερις κυριεύεται από τρομερό μίσος για την αντίζηλό της.

Σκηνή 2η: Ανοικτός δημόσιος χώρος σε μία από τις πύλες των Θηβών. Ιαχές θριάμβου.

Θριαμβευτική επιστροφή του Ρανταμές επί θριαμβευτικού άρματος. Ακολουθούν τρόπαια και αιχμάλωτοι αλυσοδεμένοι μεταξύ των οποίων και ο Αιθίοπας Βασιλιάς Αμονάσρο. Η Αΐντα αναγνωρίζει τον πατέρα της αλλά εκείνος της ψιθυρίζει να μη φανερώσει τη βασιλική του ιδιότητα. Αργότερα λέει στους Αιγυπτίους ψευδώς ότι ο Βασιλιάς των Αιθιόπων σκοτώθηκε και πως αυτός είναι ο πατέρας της Αΐντα. Τελικά ο Ρανταμές δεχόμενος το στεφάνι της νίκης ζητά από τον Φαραώ την ελευθερία των αιχμαλώτων, ο Φαραώ δέχεται, με τον όρο ο Αμονάσρο να μείνει στην Αίγυπτο ως όμηρος (αφού η κόρη του είναι ήδη σκλάβα) και στη συνέχεια προσφέρει στον Ρανταμές τη χείρα της κόρης του ως ανταμοιβή του θριάμβου του. Επευφημίες και άσματα χαρμόσυνα από τον λαό και ύμνοι ευχαριστίας από τους ιερείς προς την Ίσιδα. 

Στα πρωτεύοντα μέρη της Β΄ πράξης ανήκει η δραματική διωδία Αΐντα και Αμνέριδας και ιδιαίτερα το φινάλε του θριάμβου, χαρακτηριστικό δείγμα πολυφωνικής επεξεργασίας καθώς και το πολεμικό εμβατήριο που ανακρούεται από οκτώ σάλπιγγες.

Γ΄ Πράξη

Σκηνή 1η: Παρά τις όχθες του Νείλου κοντά στο ναό της Ίσιδος. Νύχτα αστροφεγγούσα.

Ο Φαραώ Ράμσης αποβιβάζεται και οδηγεί στο ναό την κόρη του για να προσευχηθεί παραμονής του γάμου της με τον Ρανταμές. Όμως στον ίδιο ναό εμφανίζεται η Αΐντα ίσως για τη τελευταία φορά, όπως φαντάζεται, που θα συναντήσει κρυφά την πατρίδα της να καταφέρει τον Ρανταμές να της φανερώσει ποιο πέρασμα θα ακολουθήσει ο στρατός των Αιγυπτίων στη νέα εκστρατεία τους κατά των Αιθιόπων προκειμένου να τους στήσουν ενέδρα και να τους εξοντώσουν. Η Αΐντα δέχεται από αγάπη προς τους δικούς της και ο Αμονάσρο κρύβεται. Όταν έρχεται ο Ρανταμές η Αΐντα του αποσπά την πληροφορία. Ο Αμονάσρο βγαίνει από τη κρύπτη του αλλά τότε φθάνει και φανερώνεται η Άμνερις (που τους παρακολουθούσε) και παρουσία του Φαραώ στρατιωτών και ιερέων κατηγορεί τον Ρανταμές ως προδότη. Τότε ο Φαραώ Ράμσης, αντιλαμβανόμενος την προδοσία, διατάζει τη φυλάκιση του αρχιστρατήγου του, ενώ μέσα στο χάος και τη σύγχυση που ακολούθησε, η Αΐντα και ο πατέρας της Αμονάσρο καταφέρνουν να ξεφύγουν. 

 

Στα πρωτεύοντα μέρη της Γ΄ πράξης ανήκει η μονωδία της Αΐντα "Qui Radames verra" καθώς και οι διωδίες Αμονάσρο – Αΐντα και Ρανταμές – Αΐντα. 

 Δ΄ Πράξη

Σκηνή 1η: Μεγάλη αίθουσα στα ανάκτορα του Φαραώ που συγκοινωνεί με την υπόγεια φυλακή.

Η Άμνερις προσφέρεται να σώσει τον Ρανταμές και διατάζει να τον φέρουν κρυφά ενώπιόν της τον οποίο και παρακαλεί σε αλλοφροσύνη να απαρνηθεί την Αΐντα και από κατάδικος θανάτου θα γίνει Βασιλεύς της Αιγύπτου διάδοχος των Φαραώ. Ο Ρανταμές αρνείται έτοιμος να αντιμετωπίσει τη μοίρα του. Οι ιερείς τον καταδικάζουν να ταφεί ζωντανός κάτω από το βωμό του θεού Φθα (= Ήφαιστου) που προσέβαλε. 

 

Σκηνή 2η: Στο ναό του Φθα με το Βωμό (πάνω) και τη κρύπτη-τάφο (κάτω) σε δύο επίπεδα.

Δύο ιερείς σφραγίζουν με μια μεγάλη πέτρα τη κρύπτη πάνω από το κεφάλι του Ρανταμές και ενώ αυτός μονολογεί ότι δεν θα ξαναδεί τη αγαπημένη του εμφανίζεται η Αΐντα που είχε παρεισφρήσει προηγουμένως για να πεθάνει μαζί του. Μέσα στο σκότος οι δύο εραστές συναντώνται και μέσα σε ένα αιώνιο εναγκαλισμό πεθαίνουν γαλήνια, ενώ πάνω στο Ναό συνεχίζονται οι εξιλαστήριοι ύμνοι προς τον θεό Φθα, η δε Άμνερις έρχεται να προσευχηθεί στην Ίσιδα για τη ψυχή εκείνου που αγάπησε και που δεν ανταποκρίθηκε στην αγάπη της. 

 Στην Δ΄ πράξη υπερέχει η τελική διωδία Ρανταμές – Αΐντα που εξελίσσεται στο υπόγειο του ναού. 

ΙΣΤΟΡΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ

Ο θρίαμβος της πρεμιέρας

Η «Αΐντα» γράφηκε ανάμεσα στο 1870 και το 1871, ως παραγγελία του κυβερνήτη της Αιγύπτου, Κεντίβ Ισμαήλ για την νέα όπερα του Καΐρου ως μέρος των εορτασμών του ανοίγματος της Διώρυγας του Σουέζ. Για την δημιουργία μιας όπερας σε αιγυπτιακό στυλ, ο Βέρντι μελέτησε αιγυπτιακή ιστορία, γεωγραφία, θρησκεία. Επίσης παρήγγειλε στο Μιλάνο έξι σάλπιγγες της Αΐντα για την μεγάλη σκηνή του θριάμβου στην δεύτερη σκηνή.

 

Τα σκηνικά που σχεδίασε ο Μαριέτ για την πρώτη παράσταση της «Αΐντας» βασίζονται στην αρχαία αιγυπτιακή αρχιτεκτονική και ναοδομία και τα κοστούμια της «Αΐντας» ακολουθούσαν τη μόδα των ενδυμάτων της εποχής του Ραμσή Γ’. Ο ίδιος μετέβη στο Παρίσι για να εποπτεύσει την κατασκευή τους, μήνες πριν ο συνθέτης ολοκληρώσει το έργο. Η πρεμιέρα είχε οριστεί για τον Ιανουάριο του 1871, αλλά η έκρηξη του γαλλοπρωσικού πολέμου και η πολιορκία του Παρισιού απέκλεισαν τον αιγυπτιολόγο στη γαλλική πρωτεύουσα και καθυστέρησαν αρκετούς μήνες την ολοκλήρωση σκηνικών και κοστουμιών. Μόνο μετά τη λήξη των γεγονότων της Κομμούνας, τον Ιούνιο του 1871, άρχισαν πάλι να δουλεύουν οι τέσσερις ζωγράφοι και οι μοδίστρες της Όπερας του Παρισιού τα σκηνικά και τα πολυάριθμα κοστούμια (μόνο οι χορεύτριες ήταν 32). Τελικά, όλα ήταν έτοιμα τον Νοέμβριο του 1871. Η υπερπαραγωγή των 320.000 φράγκων έκανε πρεμιέρα στις 24 Δεκεμβρίου του 1871, με Ιταλούς τραγουδιστές στη διανομή, υπό τη διεύθυνση του Τζοβάνι Μποτεζίνι. Ήταν ένας θρίαμβος.

Στις 8 Φεβρουαρίου 1872 πραγματοποιήθηκε στη Σκάλα του Μιλάνου η πανευρωπαϊκή πρεμιέρα της όπερας. Από την Εθνική Λυρική Σκηνή η Αΐντα πρωτοπαρουσιάστηκε το 1958, όταν εγκαινιάστηκε το σημερινό Θέατρο Ολύμπια.

Είχα την τύχη να παρακολουθήσω την υπέροχη όπερα Αΐντα του Τζουζέπε Βέρντι στις 23 Ιουλίου 2010 στο Ηρώδειο σε σκηνοθεσία Ντίνου Γιαννόπουλου, σκηνικά Γιάννη Καρύδη, κοστούμια Λίζας Ζαΐμη, χορογραφία Γιάννη Μέτση και μουσική διεύθυνση Λουκά Καρυτινού. Όσον αφορά τη διανομή των ρόλων: Αΐντα: Τιτσιάνα Καρούζο, Άμνερις: Ελένα Κασσιάν, Ρανταμές: Στιούαρτ Νηλ, Αμονάσρο: Γιάννης Γιαννίσης, Ράμφις Δημήτρης Καβράκος, Βασιλιάς: Δημήτρης Κασιούμης, Αγγελιαφόρος: Δημήτρης Σιγαλός, Ιέρεια: Άρτεμις Μπόγρη. Μία παράσταση που μένει χαραγμένη στη μνήμη κάθε θεατή.