3/9/25

Η ΣΧΕΔΙΑ ΤΗΣ ΜΕΔΟΥΣΑΣ Τεοντόρ Ζερικώ

 

 

Ονομασία

Η Σχεδία της Μέδουσας

Δημιουργός

Τεοντόρ Ζερικώ

Έτος δημιουργίας

1819

Είδος

Ελαιογραφία σε καμβά

Ύψος

491

Πλάτος

716 εκ.

Πόλη

Παρίσι

Μουσείο

Μουσείο του Λούβρου

 Ιστορικό υπόβαθρο

Το 1816 η νέα γαλλική κυβέρνηση αποφάσισε να στείλει ένα μικρό στόλο στο λιμένα του Πορ Λουί της Σενεγάλης για να αναλάβει, όπως είχε συμφωνηθεί, την διακυβέρνηση στην ως τότε αγγλική αποικία. Ο στολίσκος αποτελείτο από τέσσερα σκάφη, το Argus, το Loire, την κορβέτα Echo και την φρεγάτα Medusa ("Μέδουσα"). Το τελευταίο σκάφος μετέφερε τους επιβάτες, μεταξύ των οποίων ήταν και ο νέος Γάλλος κυβερνήτης Ζυλιέν-Ντεζιρέ Σμαλτζ (Julien-Desiré Schmalz) και τη σύζυγό του Ρεν (Reine). Συνολικά στο σκάφος αυτό επέβαιναν 400 άτομα, συμπεριλαμβανομένων και των 160 μελών του πληρώματος. Κυβερνήτης στη "Μέδουσα" ορίστηκε ο Ντυρουά ντε Σωμερύ (Hugues Duroy de Chaumereys), ο οποίος δεν είχε κανένα προσόν για να αναλάβει παρόμοια αποστολή, παρά μόνον την γνωριμία του με τον αδελφό του βασιλέα και είχε να ταξιδέψει στη θάλασσα για περισσότερα από είκοσι χρόνια χωρίς ποτέ να έχει αναλάβει την διακυβέρνηση πλοίου. Οι περισσότεροι συνάδελφοί του δυσαρεστήθηκαν με την ανάληψη αυτής της θέσης από τον ντε Σωμερύ, τον οποίο θεωρούσαν απλά έναν ευνοούμενο του καθεστώτος, με αποτέλεσμα να αναπτυχθεί κλίμα έντασης σε ολόκληρο τον στολίσκο.

Στις 17 Ιουνίου 1816 ο στολίσκος απέπλευσε από το Ροσφόρ του νομού Σαράντ-Μαριτίμ (Rochefort, Charente-Maritime) με προορισμό το Πορ-Λουί της Σενεγάλης. Σε μια προσπάθεια να υπερφαλαγγίσει χρονικά τα άλλα σκάφη του στολίσκου, η "Μέδουσα", λόγω κακής πλοήγησης, βρέθηκε περίπου 100 μίλια εκτός πορείας με συνέπεια στις 2 Ιουλίου 1816 να προσαράξει σε μια σύρτη (αμμόλοφο στον βυθό της θάλασσας) της δυτικής ακτής της Αφρικής, κοντά στην σημερινή Μαυριτανία. Η προσάραξη αυτή αποδίδεται στην ανικανότητα του ντε Σωμερύ. Όλες οι προσπάθειες αποκόλλησης του σκάφους απέβησαν άκαρπες και αποφασίστηκε η εγκατάλειψή του με τις σωσίβιες λέμβους. Ωστόσο ο αριθμός τους ήταν ανεπαρκής για τον αριθμό των επιβαινόντων, με αποτέλεσμα να μην είναι δυνατή η επιβίβαση όλων των επιβατών και μελών του πληρώματος σε αυτές. Ως συνέπεια, αποφασίστηκε η κατασκευή μιας σχεδίας, η οποία θα προσδενόταν στις λέμβους προκειμένου να ρυμουλκηθεί από αυτές ως την ακτή. Η σχεδία κατασκευάστηκε, επιβιβάστηκαν περίπου 150 άτομα σε αυτήν, αλλά όταν έπεσε στο νερό όλα τα σχοινιά πρόσδεσής της στις λέμβους κόπηκαν μυστηριωδώς, αν και σύμφωνα με άλλες πηγές ο ίδιος ο Σωμερύ αποφάσισε να κοπούν τα σχοινιά, γιατί η ρυμούλκηση της σχεδίας από τις λέμβους ήταν αδύνατη. Τα 150 άτομα που επέβαιναν στη σχεδία διέθεταν ελάχιστα τρόφιμα και νερό, κανένα μέσο πλοήγησης και ήταν τόσο στριμωγμένα στη σχεδία που σχεδόν δεν είχαν χώρο να μετακινηθούν. Ο πλους της σχεδίας ήταν πραγματική κόλαση για τους επιβαίνοντες. Μερικοί παρασύρθηκαν από τα κύματα κατά τη διάρκεια καταιγίδων, άλλοι πέθαναν κατά τη διάρκεια μιας βίαιης εξέγερσης, ενώ από την τρίτη ημέρα άρχισαν να παρατηρούνται φαινόμενα κανιβαλισμού. Την έκτη ημέρα οι τραυματίες και οι άρρωστοι ρίχτηκαν στη θάλασσα για να εξοικονομηθούν τα ελάχιστα εφόδια που απέμεναν. Η σχεδία παρασύρθηκε από τα ρεύματα και εξακολούθησε να πλέει για μια ακόμη εβδομάδα, συνολικά δηλ. επί 13 ημέρες, πριν βρεθεί εντελώς κατά τύχη, και περισυλλεγεί από το πλοίο Argus. Το ναυάγιο ξεπέρασε τα όρια μιας καταστροφής λόγω των φαινομένων κτηνωδίας και κανιβαλισμού που έλαβαν χώρα μεταξύ των επιβαινόντων. Από τους 150 περίπου επιβαίνοντες περισυνελέγησαν ζωντανοί μόνον δέκα.  Η γαλλική κυβέρνηση κατηγορήθηκε για τον διορισμό του ανεπαρκούς Σωμερύ ως κυβερνήτη της "Μέδουσας", που έγινε με μοναδικό κριτήριο την εύνοια του Λουδοβίκου του 18ου προς αυτόν, αλλά και για τα ανεπαρκή σωστικά μέσα με τα οποία ήταν εφοδιασμένη η φρεγάτα.

Αυτό το γεγονός τάραξε την πολιτική ζωή της Γαλλίας ενώ ενέπνευσε τον Γάλλο ζωγράφο Theodore Géricault να σχεδιάσει έναν από τους πιο διάσημους και σημαντικούς πίνακες του ρομαντισμού, αποτυπώνοντας με τον πιο εκφραστικό τρόπο την απόγνωση των ναυαγών και την ελπίδα τους να διασωθούν. Αυτό που δίνει ακόμα μεγαλύτερη αξία στον πίνακα σύμφωνα με τους κριτικούς και ιστορικούς τέχνης, είναι η απόφασή του να παραστήσει τους ναυαγούς πάνω στη σχεδία, εν πλω. Δεν διάλεξε δηλαδή ούτε να τους απεικονίσει στην στεριά ενώ θα τους είχε ξεβράσει το κύμα, ούτε την προσπάθειά τους να φύγουν από το πλοίο. Η εικόνα όμως των ναυαγών επί της σχεδίας, έχει ακόμα μεγαλύτερη δυναμική, σε έναν πίνακα μεγάλων διαστάσεων (491× 716 εκ.), όπου η απόγνωση φτάνει στα υψηλότερα σημεία, λίγο πριν μετατραπεί σε κανιβαλισμό, στο τελευταίο σκαλοπάτι της ελπίδας για επιβίωση.

Ο Géricault, με αυτόν τον πίνακα έθιγε εμμέσως την κοινωνική και ταξική ανισότητα που επικρατούσε, δίνοντας έμφαση σε ανθρώπους κατώτερων κοινωνικών τάξεων, οι οποίοι το μόνο που ήθελαν ήταν να σωθούν.

Πριν πιάσει όμως τα πινέλα του, ο Géricault έκανε μια έρευνα σε βάθος όχι μόνο των γεγονότων, αλλά ακόμα και των φυσικών φαινομένων. Ταξίδεψε ως την πόλη Dieppe της Γαλλίας προκειμένου να μελετήσει τις φυσικές συνθήκες των κυμάτων, του ουρανού και των σύννεφων, αφού είχε πρώτα κατασκευάσει ένα ομοίωμα του πλοίου “Μέδουσα” πάνω στο οποίο εργάστηκε για καιρό. Στη συνέχεια επισκέφθηκε στο νοσοκομείο δυο από τους επιζήσαντες και τους πήρε συνέντευξη. Ίσως αυτός να ήταν κι ο λόγος πέραν του ταλέντου του, που κατάφερε να αποδώσει με εξαιρετικό ρεαλισμό, την εξαθλίωση των ναυαγών, αφήνοντας να φανεί μέσα από την τεχνική φωτοσκίασης η εσωτερική αγωνία επιβίωσης και ελπίδας.

Στην πραγματικότητα, ο πίνακας αποτελεί ένα καλλιτεχνικό επίτευγμα που όχι μόνο ευαισθητοποιεί το κοινό του, αλλά έγινε γνωστό και για τους αιχμηρούς πολιτικούς υπαινιγμούς του. Η αδιαφορία της διαφοράς ανάμεσα στους ζωντανούς και τους νεκρούς, η αδυναμία διάκρισης της εθνικότητας, της κοινωνικής τάξης ή ακόμα και της φυλής ίσως προδίδει τις πεποιθήσεις του δημιουργού.

Λίγα λόγια για τον δημιουργό

 

Ο Ζαν-Λουί-Τεοντόρ-Ζερικώ (Jean-Louis-Théodore Gericault),γεννήθηκε στην Ρουέν το 1791, γόνος εύπορης οικογένειας, ήταν λιθογράφος και ζωγράφος και σήμερα θεωρείται ένας από τους πατέρες του γαλλικού ρομαντισμού. Εκπαιδεύτηκε πλάι σε ακαδημαϊκούς ζωγράφους και διδάχτηκε το στιλ του νεοκλασικισμού, της ψυχρής εξιδανίκευσης και της συναισθηματικής αποστασιοποίησης που εν τέλει θεώρησε πως δεν τον αντιπροσώπευαν. Με την επιλογή του να συνεχίσει τις σπουδές του στο Λούβρο ήρθε σε επαφή με έργα μεγάλων ονομάτων της Αναγέννησης και του Μπαρόκ που επηρέασαν και διαμόρφωσαν το δικό του καλλιτεχνικό στιλ, με αποτέλεσμα, στην ηλικία των είκοσι ετών, το πρώτο μεγάλο του έργο να κερδίσει μια θέση στην έκθεση του Σαλόν του Παρισιού.

Η ευθραυστότητα του ψυχισμού του, αποτέλεσμα κληρονομικής ψυχικής νόσου που κατέτρεχε την οικογένειά του για πολλές γενιές, τον ώθησε να ασχοληθεί με περισσότερο ιδιαίτερα θέματα κατά την διάρκεια της καλλιτεχνικής του σταδιοδρομίας.

Καταπιάστηκε πολύ με την απεικόνιση αλόγων κούρσας, που φαίνεται να τον συγκινούσαν αρκετά πιθανώς επειδή αντιμετώπιζαν, με τον τρόπο τους, παρόμοια συναισθηματική και ψυχική πίεση με την δική του, καθώς και με την δημιουργία πορτραίτων ανθρώπων με ψυχασθένειες για τον δόκτορα Étienne-Jean George στην σειρά του “Les Monomanes (Οι μονομανείς)”.

Αν και ήταν καλλιτεχνικά ενεργός για λίγο περισσότερο από μία δεκαετία, ο Ζερικώ παρήγαγε πολλά αξιόλογα έργα. Εξασθενημένος όμως από την ψυχική του νόσο αλλά και από την μάχη του με χρόνια φυματίωση, το 1824, και σε ηλικία τριάντα δύο ετών, πέθανε στο Παρίσι.