21/5/22

Η διαιρεμένη Ευρώπη

                                Η ΔΙΑΙΡΕΜΕΝΗ ΕΥΡΩΠΗ

Για ποιους λόγους επικράτησαν οι ΗΠΑ και η Σοβιετική Ένωση στην Ευρώπη μετά το Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο;

Την επαύριο του πολέμου η Ευρώπη βρισκόταν σε απελπιστική κατάσταση και ανίκανη να διεκδικήσει την προπολεμική θέση της, αδύναμη να ορθοποδήσει χωρίς εξωτερική παρέμβαση. Οι χώρες που είχαν μείνει αλώβητες ήταν οι ΗΠΑ και η Σοβιετική Ένωση. Οι ΗΠΑ είχαν την ισχυρότερη οικονομία στον κόσμο στο τέλος του πολέμου με τεράστιες πιστωτικές δυνατότητες. Κυριαρχούσαν στον Ατλαντικό και στον Ειρηνικό Ωκεανό, ενώ μέχρι το 1949 διέθεταν το μονοπώλιο της ατομικής βόμβας. Εξάλλου η ενδοχώρα τους και το παραγωγικό δυναμικό τους είχαν παραμείνει άθικτα κατά τη διάρκεια του πολέμου. Από την άλλη μεριά η Σοβιετική Ένωση, αν και ολοκληρωτικά κατεστραμμένη και ερειπωμένη, δέσποζε στον ευρασιατικό χώρο, διαθέτοντας τον μεγαλύτερο στρατό και τα περισσότερα πολεμικά αεροσκάφη στον κόσμο.

Μόλις κόπασε ο ενθουσιασμός της νίκης, άρχισαν να φαίνονται οι διαφορές που χώριζαν τους νικητές, προπάντων τους Σοβιετικούς και τους Αμερικανούς. Αναπτύχθηκε μια αμοιβαία καχυποψία και δημιουργήθηκε μια κατάσταση σταθερής αντιπαράθεσης- με υφέσεις και εντάσεις- των δύο υπερδυνάμεων γνωστή ως Ψυχρός πόλεμος.

 Πώς δικαιολογείται η αμοιβαία καχυποψία των δύο υπερδυνάμεων;

Και οι δυο υπερδυνάμεις είχαν λόγους να φοβούνται η μία την άλλη μετά το 1945, μολονότι σε καμία περίπτωση δεν επιθυμούσαν να εμπλακούν σε πολεμικές περιπέτειες μετά τη φοβερή δοκιμασία του Β Παγκόσμιου Πολέμου.

α) Οι Σοβιετικοί ένιωθαν ανασφάλεια για τα ευαίσθητα δυτικά σύνορά τους. Ήταν ακόμα νωπή στη μνήμη τους η εχθρότητα της Δύσης. Οι μπολσεβίκοι είχαν υποστεί απώλειες τεράστιας έκτασης.

β) Η πολιτική του Στάλιν να δημιουργήσει έναν προστατευτικό κλοιό από ιδεολογικά συγγενή και ελεγχόμενα από τη Σοβιετική Ένωση κράτη στην Ανατολική Ευρώπη είχε πρωταρχικά στρατηγικό και αμυντικό χαρακτήρα και δεν σχετιζόταν με την πολιτική διάδοση της κομμουνιστικής επανάστασης έξω από την Ρωσία, πολιτική άλλωστε η οποία είχε εγκαταλειφθεί από τα μέσα της δεκαετίας του ΄30, στο πλαίσιο της προσπάθειας δημιουργίας λαϊκών μετώπων ενάντια στο ναζισμό. Με διαλυμένη οικονομία και μια μισοκατεστραμμένη χώρα η σοβιετική ηγεσία αισθανόταν σίγουρα ανασφαλής απέναντι σε μια ευημερούσα και οικονομικά πανίσχυρη Αμερική.

γ) Οι Αμερικανοί ανησυχούσαν έντονα για το ενδεχόμενο επέκτασης της Σοβιετικής Ένωσης σε ολόκληρη την ηπειρωτική Ευρώπη και επιβολής συστήματος κρατικής και σε κάθε περίπτωση κεντρικά ελεγχόμενης οικονομίας, σε μια περίοδο κατά την οποία οι ΗΠΑ επείγονταν να εδραιώσουν μια παγκόσμια αγορά και ένα φιλελεύθερο οικονομικό σύστημα σε πλανητικό επίπεδο, με την αμερικανική οικονομία σε θέση συντριπτικής υπεροχής.

Ποια γεγονότα προκάλεσαν και συντήρησαν την ψυχροπολεμική ένταση της περιόδου 1947-1953;

Η πολιτική που υιοθέτησαν οι δύο υπερδυνάμεις την περίοδο 1947-1953 υπό το κράτος του αμοιβαίου φόβου ενίσχυε ακόμα περισσότερο την καχυποψία και την αντιπαλότητα μεταξύ τους, ενώ η διαίρεση της Ευρώπης βάθαινε ακόμα περισσότερο. Οι πολιτικές εξελίξεις στην Ανατολική Ευρώπη μόλις δύο χρόνια μετά τη λήξη του πολέμου είχαν προκαλέσει μεγάλες ανησυχίες στους Δυτικούς. Οι κομμουνιστές με την υποστήριξη της Μόσχας είχαν κατορθώσει να υπονομεύσουν τους υπόλοιπους πολιτικούς σχηματισμούς και να αποκτήσουν τον έλεγχο της πολιτικής ζωής. Πριν το τέλος του 1947 οι μη κομμουνιστές έπαψαν να συμπεριλαμβάνονται στις κυβερνήσεις της Ουγγαρίας, της Πολωνίας και της Ρουμανίας. Οι μόνες χώρες στις οποίες εγκαθιδρύθηκαν κομμουνιστικά καθεστώτα χωρίς την παρέμβαση των Σοβιετικών ήταν η Βουλγαρία, η Αλβανία και η Γιουγκοσλαβία. Αυτό που εξόργισε τις δυτικοευρωπαϊκές κυβερνήσεις και τους Αμερικανούς ήταν το πολιτικό πραξικόπημα του 1948 στην Τσεχοσλοβακία.

Οι άρχουσες κοινωνικές τάξεις της Δύσης φοβούνταν για τις εξελίξεις στην ελεγχόμενη από τους Σοβιετικούς Ανατολική Ευρώπη, αλλά και την ενισχυμένη παρουσία των κομμουνιστικών κομμάτων στη Δυτική Ευρώπη και μάλιστα σε μεγάλες χώρες, όπως η Γαλλία και η Ιταλία. Η σκλήρυνση της πολιτικής των Σοβιετικών στην Ανατολική Ευρώπη και των καθοδηγούμενων από τη Μόσχα κομμουνιστικών κομμάτων της Δυτικής Ευρώπης από το 1947 συναρτώνται με την πολιτική των Αγγλοαμερικανών στο θέμα της αντιμετώπισης της ηττημένης Γερμανίας. Οι Σοβιετικοί λόγω των εκτεταμένων καταστροφών που είχαν υποστεί στον πόλεμο, αξίωναν παραδειγματική τιμωρία των ηττημένων και τεράστιες πολεμικές αποζημιώσεις από ολόκληρη τη Γερμανία. Όμως οι Αμερικανοί δεν επιθυμούσαν την οικονομική εξασθένηση της Γερμανίας, αφού κάτι τέτοιο θα την αποσταθεροποιούσε κοινωνικά και θα την καθιστούσε εύκολο θύμα της κομμουνιστικής προπαγάνδας. Η έναρξη συγχώνευσης της βρετανικής με την αμερικανική ζώνη κατοχής στη Γερμανία εξόργισε τη Μόσχα. Αφορμή για την πρώτη «μάχη» του Ψυχρού Πολέμου στο Βερολίνο υπήρξε η απόφαση των Αμερικανών τον Ιούνιο του 1948 να ενοποιήσουν νομισματικά και οικονομικά τις τρεις ζώνες κατοχής στη Δυτική Γερμανία (αμερικανική, βρετανική και γαλλική). Στόχος ήταν να δημιουργήσουν τις προϋποθέσεις για τη δημιουργία μιας ισχυρής Δυτικής Γερμανίας, ενταγμένης στο Σχέδιο Μάρσαλ. Οι Σοβιετικοί αντέδρασαν με τον αποκλεισμό του δυτικού Βερολίνου από τις δυτικές ζώνες κατοχής της Γερμανίας. Η πολιτική τον αποκλεισμού απέτυχε καθώς οι Δυτικοί στο πλαίσιο μια γιγαντιαίας επιχείρησης, έστησαν μια αερογέφυρα, με την οποία για ένα χρόνο ανεφοδίαζαν με τρόφιμα και καύσιμα τον αποκλειόμενο δυτικό τομέα του Βερολίνου.

Τον Μάιο του 1947 ο Αμερικανός υπουργός Εξωτερικών Τζωρτζ Μάρσαλ ανακοίνωσε το ομώνυμο Σχέδιο ανασυγκρότησης της Ευρώπης και προέβλεπε: χορήγηση «αδελφικής βοήθειας» στις ευρωπαϊκές χώρες, για να μην καταρρεύσουν οικονομικά και αποσταθεροποιηθούν πολιτικά. Την πολιτική βάση για το Σχέδιο Μάρσαλ αποτέλεσε το Δόγμα Τρούμαν, το οποίο εξήγγειλε ο πρόεδρος των ΗΠΑ Χάρυ Τρούμαν τον Μάρτιο του 1947, για να αποτρέψει τον σοβιετικό εναγκαλισμό της Ελλάδας (όπου μαινόταν εμφύλιος πόλεμος) και της Τουρκίας. Χαρακτηριστική ήταν η φράση ότι «πρέπει να αποτελεί πολιτική των Ηνωμένων Πολιτειών η υποστήριξη ελεύθερων λαών που ανθίστανται στις προσπάθειες καθυπόταξής τους από ένοπλες μειοψηφίες ή από έξωθεν πιέσεις». Το Σχέδιο Μάρσαλ απευθυνόταν σε όλες τις χώρες της Ευρώπης, όμως η Σοβιετική Ένωση και οι χώρες της Ανατολικής Ευρώπης απέρριψαν την αμερικανική προσφορά, θεωρώντας απαράδεκτες τις πολιτικές προϋποθέσεις που τις συνόδευαν δηλαδή να επιχορηγηθούν γενναία μόνο όσες χώρες θα έμεναν «πολιτικά ελεύθερες». Τον Ιούλιο του 1947 ιδρύθηκε η «Επιτροπή για την Ευρωπαϊκή Οικονομική Συνεργασία» για τη διαχείριση του Σχεδίου Μάρσαλ από τις δυτικοευρωπαϊκές χώρες, ενώ το 1949 συγκροτήθηκε το «Συμβούλιο Αμοιβαίας Οικονομικής Βοήθειας» στην Ανατολική Ευρώπη, το οποίο ευθυγράμμιζε την πορεία των οικονομιών των ανατολικοευρωπαϊκών χωρών με τις επιλογές και τις προτεραιότητες της κεντρικά κατευθυνόμενης σοβιετικής οικονομίας.

Μέχρι τα τέλη του 1949 η Ευρώπη είχε χωριστεί σε δύο αντίπαλα στρατόπεδα με διαφορετικά οικονομικά, κοινωνικά και πολιτικά συστήματα. Στις 4 Απριλίου 1949 με πρωτοβουλία των ΗΠΑ συγκροτήθηκε το Βορειοατλαντικό Σύμφωνο Αμυντικής Συνεργασίας (ΝΑΤΟ), στο οποίο εντάχθηκαν, εκτός από τις ΗΠΑ, που κατείχαν ηγετική θέση σε αυτό, η Βρετανία, η Γαλλία, η Ολλανδία, το Λουξεμβούργο, η Ιταλία, η Πορτογαλία, η Νορβηγία, η Δανία, η Ισλανδία και ο Καναδάς. Οι ΗΠΑ ανέλαβαν μέσω του ΝΑΤΟ την αμυντική θωράκιση της Δυτικής Ευρώπης και την προστασία της σε ενδεχόμενη σοβιετική επίθεση. Η Ελλάδα και η Τουρκία έγιναν μέλη του ΝΑΤΟ το 1952 και η Δυτική Γερμανία το 1955. Τον διπολισμό στην Ευρώπη εξέφρασε με τον πιο χαρακτηριστικό τρόπο η οριστική διαίρεση της Γερμανίας. Τον Μάιο του 1949 αναγγέλθηκε η ίδρυση της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας με πρωτεύουσα τη Βόννη ενώ τον Οκτώβριο του ίδιου χρόνου ιδρύθηκε η Λαϊκή Δημοκρατία της Γερμανίας με πρωτεύουσα το Ανατολικό Βερολίνο.

Στο μεταξύ η ψυχροπολεμική αντιπαράθεση εισήλθε διεθνώς σε νέα περίοδο έντασης μετά την επικράτηση των κομμουνιστών του Μάο Τσε Τουνγκ στην Κίνα, ύστερα από πολύχρονο εμφύλιο πόλεμο και την ίδρυση της Λαϊκής Δημοκρατίας της Κίνας. Η διαιρεμένη Κορέα έγινε το θέατρο μιας σκληρής εμφύλιας σύγκρουσης, όταν το 1950 κινεζικά στρατεύματα εισέβαλαν στον αμερικανικό τομέα, με τις ευλογίες των Σοβιετικών, πραγματοποιώντας πολεμικές επιχειρήσεις υπέρ των Κορεατών κομμουνιστών. Ο πόλεμος της Κορέας προκάλεσε αντικομμουνιστική υστερία στις Ηνωμένες Πολιτείες και στη Δυτική Ευρώπη, η οποία ενισχύθηκε και από την τελευταία αναλαμπή του σταλινικού ολοκληρωτισμού κατά την περίοδο 1948-1953 καθώς οι έμμονες φοβίες του γηραιού και ασθενούς Στάλιν ενισχυμένες από την απόσχιση της Γιουγκοσλαβίας του Τίτο οδήγησαν σε ένα μαζικό κύμα διώξεων και εκκαθαρίσεων στο εσωτερικό των κομμουνιστικών κομμάτων των ανατολικοευρωπαϊκών χωρών.

 Ποια ήταν η επίδραση του Ψυχρού πολέμου στις ανθρώπινες κοινωνίες;

Η διαίρεση της Ευρώπης σε δύο αντίπαλα στρατόπεδα δεν απηχούσε πάντοτε τις επιθυμίες των ευρύτερων πληθυσμιακών στρωμάτων. Παρά την παρουσία ισχυρών κομμουνιστικών κινημάτων με πρωταγωνιστικό ρόλο στην αντίσταση κατά της γερμανικής κατοχής, η Γαλλία, το Βέλγιο, η Ελλάδα και η Ιταλία διατήρησαν δυτικότροπα κοινοβουλευτικά συστήματα και καπιταλιστικές οικονομικές δομές. Αντίθετα τα κράτη του ανατολικού τμήματος της ευρωπαϊκής ηπείρου υιοθέτησαν σοβιετικά οικονομικά και πολιτικά πρότυπα. Η επιβολή της κηδεμονίας των ΗΠΑ στη Δυτική Ευρώπη και της Σοβιετικής Ένωσης στην Ανατολική προκάλεσε ποικίλες αντιδράσεις, ιδιαίτερα στους αντιπολιτευτικούς κύκλους και στις δύο πλευρές, δημιούργησε όμως και πολλούς υποστηρικτές της νέας κατάστασης και στα δύο μπλοκ, καθώς παρουσιάστηκαν μεγάλες ευκαιρίες ανάδειξης νέων προνομιούχων στρωμάτων, μέσω της υιοθέτησης αντιδυτικών θέσεων στην Ανατολική Ευρώπη και αντικομμουνιστικών θέσεων στη Δυτική Ευρώπη. Η αντιπαράθεση των δυο υπερδυνάμεων σε οποιοδήποτε σημείο του πλανήτη μεταφερόταν στην εσωτερική πολιτική των ευρωπαϊκών χωρών, καθιστώντας με την πάροδο του χρόνου τον αντιαμερικανισμό και τον αντικομμουνισμό μόνιμα στοιχεία του εγχώριου πολιτικού λόγου στα αντίστοιχα στρατόπεδα.

 Ποιες συνέπειες είχε ο θάνατος του Στάλιν στις σχέσεις της Σοβιετικής Ένωσης με τις χώρες της Ανατολικής Ευρώπης;

Ο θάνατος του Στάλιν το 1953 και η ακόλουθη φιλελευθεροποίηση του σοβιετικού καθεστώτος δημιούργησε τις προϋποθέσεις για ύφεση της ψυχροπολεμικής έντασης. Η αλλαγή εκφράστηκε από τον Νικήτα Χρουστσόφ. Προώθησε την ειρηνική συνύπαρξη και συνεργασία στο εξωτερικό. Έτσι γεννήθηκαν οι ελπίδες για φιλελευθεροποίηση του καθεστώτος, οι οποίες πολύ γρήγορα διαψεύστηκαν με τραγικό τρόπο μετά την βίαιη καταστολή της ουγγρικής εξέγερσης το 1956 στη Βουδαπέστη. Παρά τη διεθνή κατακραυγή οι δυτικές κυβερνήσεις δεν αντέδρασαν, σεβόμενες το καθεστώς του διπολισμού στην Ευρώπη. Το ίδιο συνέβη και την άνοιξη του 1968 όταν τα σοβιετικά τανκς εισέβαλαν στην Πράγα για να διαλύσουν την τσεχική εξέγερση.

Η σοβαρότερη κρίση στην Ευρώπη διαδραματίστηκε κατά τη διετία 1960-1961, με επίκεντρο το διαιρεμένο Βερολίνο. Η ομαδική μετανάστευση κατοίκων της Ανατολικής Γερμανίας από το Ανατολικό στο Δυτικό Βερολίνο ανάγκασε τους Σοβιετικούς και τους Ανατολικογερμανούς να χωρίσουν οριστικά την πρωτεύουσα της Γερμανίας, με την κατασκευή ενός τείχους το 1961. Στόχος τους ήταν να αποτρέψουν τη συνέχιση της μαζικής εξόδου προς τη Δύση. Μετά την κρίση του Βερολίνου και μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του 1980, όταν οι μεγάλες αλλαγές στη Σοβιετική Ένωση του Μιχαήλ Γκορμπατσόφ συνέβαλαν αποφασιστικά στον τερματισμό του ψυχρού πολέμου, οι λαοί της Ευρώπης έζησαν μια περίοδο σταθερότητας και ειρήνης, χωρίς σοβαρά ψυχροπολεμικά επεισόδια. Ωστόσο η μετατροπή της Ευρώπης σε ένα τεράστιο πυρηνικό οπλοστάσιο συντηρούσε στο έπακρο την αγωνία πολιτών και φορέων για το ενδεχόμενο ολοσχερούς καταστροφής της ηπείρου, έστω και από ανθρωπινό λάθος. Μετά την κρίση στον κόλπο της Κούβας το 1962 κατά την οποία οι δύο υπερδυνάμεις έφτασαν στα πρόθυρα της πυρηνικής αντιπαράθεσης, οι ΗΠΑ και η Σοβιετική Ένωση υιοθέτησαν μια πιο υπεύθυνη στάση, στο θέμα των πυρηνικών όπλων. Στις αρχές της δεκαετίας του 1970 οι δύο υπερδυνάμεις έκαναν τα πρώτα ουσιαστικά βήματα στην κατεύθυνση του περιορισμού της αχαλίνωτης κούρσας των εξοπλισμών. Ωστόσο ο εκσυγχρονισμός του πυρηνικού οπλοστασίου της Σοβιετικής Ένωσης με τη εγκατάσταση νέων πυραύλων μέσου βεληνεκούς στην Ανατολική Ευρώπη το 1975, καθώς και η εγκατάσταση νέων αμερικανικών πυραύλων στη Δυτική Ευρώπη αναβίωσαν το ψυχροπολεμικό κλίμα. Στις αρχές της δεκαετίας του 1980 η πολιτική του προέδρου των ΗΠΑ Ρόναλντ Ρήγκαν φόρτισε ακόμα περισσότερο τις τεταμένες σχέσεις των δύο υπερδυνάμεων. Όμως ήταν οι τελευταίες αναλαμπές του Ψυχρού Πολέμου.

Ποια γεγονότα σηματοδότησαν το τέλος της αποικιοκρατίας της Ευρώπης;

Στις αρχές του 20ου αιώνα η ευρωπαϊκή κυριαρχία στην Ασία και στην Αφρική βρισκόταν στο απόγειο της. Μετά από τους δύο Παγκόσμιους Πολέμους η κατάσταση είχε αλλάξει. Από το 1945 ως το 1960 πολλές χώρες εξεγέρθηκαν κατά της αποικιοκρατίας και κέρδισαν την πολιτική ανεξαρτησία τους. Η αποαποικιοποίηση και η πορεία των νεοσύστατων εθνικών κρατών της Ασίας και της Αφρικής ήταν μια διαδικασία που προκάλεσε πολλές αναστατώσεις και ένοπλες συγκρούσεις, καθώς οι δυο υπερδυνάμεις υποδαύλιζαν περιφερειακές και εμφύλιες συγκρούσεις, για να ηγεμονεύσουν σε όσο το δυνατό ευρύτερες περιοχές.

Η Βρετανία μετά το τέλος του Β΄ Παγκόσμιου Πολέμου κατανόησε ότι το τέλος της αποικιακής κυριαρχίας της ήταν πολύ κοντά αλλά δεν ήταν διατεθειμένη να διακινδυνεύσει τη στρατιωτική συντριβή της για να καθυποτάξει τις απείθαρχες αποικίες της. Γενικά προτίμησε μια ειρηνική διαδικασία αποαποικιοποίησης συμβατή με το ύφος διακυβέρνησης που είχε επιβάλει στις αποικίες της από τον περασμένο αιώνα. Σε αντίθεση με τη γρήγορη και σχετικά ανώδυνη διάλυση της βρετανικής αυτοκρατορίας, οι Γάλλοι ενεπλάκησαν σε μακροχρόνιες αιματηρές συγκρούσεις προκειμένου να διατηρήσουν τις αποικίες τους, με αποκορύφωμα τον οκταετή πόλεμο της Αλγερίας (1954-1962). Στα πρώτα χρόνια μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και κατά τη δεκαετία του 1950 ανεξαρτητοποιήθηκαν οι χώρες της Ασίας και της Βόρειας Αφρικής, όπου ο εθνικισμός είχε αναπτυχθεί ήδη από τα τέλη του 19ου αιώνα και τις πρώτες δεκαετίες του 20ού, για να ακολουθήσουν οι υπόλοιπες χώρες της αφρικανικής ηπείρου κατά τη δεκαετία του 1960.

Η επιχείρηση-φιάσκο των Αγγλογάλλων κατά της Αιγύπτου το 1956 με αφορμή την εθνικοποίηση της διώρυγας του Σουέζ από τον Αιγύπτιο ηγέτη Νάσερ σήμανε την οριστική ήττα της ευρωπαϊκής αποικιοκρατίας και έδειξε την υπεροχή των δύο υπερδυνάμεων αφού οι ΗΠΑ και η Σοβιετική Ένωση παρενέβησαν υπέρ της Αιγύπτου και προδίκασαν την έκβαση του πόλεμου.

Ποιο πολιτικό, οικονομικό και κοινωνικό μοντέλο επικράτησε στη Δυτική Ευρώπη μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του 1970;

Οι περισσότερες δυτικοευρωπαϊκές χώρες γνώρισαν αλματώδη οικονομική ανάπτυξη από τα μέσα της δεκαετίας του 1950 έως τα μέσα της δεκαετίας του 1970. Η αμερικανική βοήθεια στο πλαίσιο του Σχεδίου Μάρσαλ συνέβαλε καθοριστικά στην αντιμετώπιση της πείνας τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια, στο έργο της ανοικοδόμησης και της νομισματικής σταθερότητας. Παρά την πολιτική συμπόρευση των χωρών της Δυτικής Ευρώπης με τις ΗΠΑ:

  •  ο κρατικός παρεμβατισμός και η κεντρική διεύθυνση της οικονομίας,
  •  η εθνικοποίηση στρατηγικών κλάδων, όπως, η ενέργεια, οι μεταφορές και οι τηλεπικοινωνίες,
  • το κοινωνικό κράτος πρόνοιας και η πολιτική διασφάλισης μιας γενικής ευημερίας και κοινωνικής συνοχής μέσα από την ανάπτυξη

αποτέλεσαν θεμέλιους λίθους, στη μεταπολεμική Ευρώπη. Κυβερνήσεις φιλελεύθερου, συντηρητικού ή σοσιαλδημοκρατικού προσανατολισμού ακολούθησαν ένα πνεύμα διακομματικής συναίνεσης και ευρύτατης λαϊκής αποδοχής. Ο φόβος κομμουνιστικής επέκτασης έκανε τους εργοδότες και τα κυρίαρχα στρώματα πιο διαλλακτικά ενώ όλοι ήθελαν να διώξουν τις μνήμες του πολέμου. Οι νωπές μνήμες από την αποτρόπαια φασιστική και ναζιστική κυριαρχία διατράνωσαν τη θέληση των σημαντικότερων πολιτικών δυνάμεων για συναίνεση και αταλάντευτη προσήλωση στις αρχές της δημοκρατίας και του κοινοβουλευτισμού. Με εξαίρεση τις δικτατορίες που είχαν εγκαθιδρυθεί προπολεμικά στην Ιβηρική Χερσόνησο και την επτάχρονη χούντα στην Ελλάδα (1967-1974), οι χώρες της Δυτικής Ευρώπης σε γενικές γραμμές διήγαν έναν μάλλον ομαλό πολιτικό βίο, στον οποίο κυριαρχούσαν τα χριστιανοδημοκρατικά και σοσιαλδημοκρατικά κόμματα. Όμως, η εξάρτηση της Ευρώπης από την Αμερική είχε ως αποτέλεσμα την υιοθέτηση αντικομμουνιστικής ιδεολογίας. Η αμερικάνικη επικυριαρχία στην Ευρώπη δεν ήταν ευπρόσδεκτη απ' όλους τους Δυτικοευρωπαίους. Ο πλέον αντιαμερικανός ηγέτης της δεκαετίας του 1960 στη Δυτική Ευρώπη ήταν ο στρατηγός Ντε Γκωλ, πρόεδρος της Γαλλίας, ο οποίος αμφισβητούσε τη διαίρεση της Ευρώπης και πρόβαλε το όραμα της «Ευρώπης των κρατών και των πατρίδων», στην οποία όμως την πρωτοκαθεδρία θα είχε η Γαλλία. Ισχυρή ώθηση στην υπόθεση της ευρωπαϊκής ενοποίησης έδωσε η πολιτική του ανοίγματος στην Ανατολική που υιοθέτησε ο σοσιαλδημοκράτης καγκελάριος της Δυτικής Γερμανίας Βίλι Μπραντ. Κατά τη διετία 1970-1971, με πρωτοβουλία του Μπραντ υπογράφτηκε μια σειρά από συμφωνίες ανάμεσα στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας και την ΕΣΣΔ, την Πολωνία και τη Λαϊκή Δημοκρατία της Γερμανίας. Τον Δεκέμβριο του 1972 οι κυβερνήσεις των δυο Γερμανιών προχώρησαν στην αμοιβαία αναγνώριση τους. Το 1968 εκδηλώθηκε μια σειρά φοιτητικών και εργατικών εξεγέρσεων στη Βρετανία, στη Γαλλία, στη Γερμανία και στην Ιταλία. Παρά την εξομάλυνση των σχέσεων των δυο υπερδυνάμεων, τους υψηλούς ρυθμούς οικονομικής ανάπτυξης και την επίτευξη μιας γενικής ευημερίας, σημαντικά τμήματα της νέας γενιάς, με πρωτοπόρους τους φοιτητές δεν μπορούσαν να συμβιβαστούν με το καπιταλιστικό σύστημα, τον αμερικανικό ιμπεριαλισμό, τον τεχνοκρατισμό, την αλλοτρίωση, την ανδροκρατία και τον καθωσπρεπισμό των δυτικών κοινωνιών.

Να συγκρίνετε τα κινήματα του 1968 στη Γαλλία, στη Δυτική Γερμανία και στην Ιταλία;

Οι αντιαμερικανικές πορείες και εκδηλώσεις του 1968 στην Αγγλία αποτέλεσαν την κορύφωση ενός κινήματος αμφισβήτησης της βρετανικής νεολαίας, που εκφράστηκε και μέσα από τη μουσική της εποχής. Το φοιτητικό κίνημα στη Δυτική Γερμανία ήταν έντονα πολιτικοποιημένο και στρεφόταν συνολικά κατά του κοινοβουλευτισμού. Τα πανεπιστήμια της Φραγκφούρτης, του Γκέτινγκεν και, κυρίως, του Δυτικού Βερολίνου αποτέλεσαν τις βασικές εστίες αντίδρασης στο σύστημα και συγκρότησης ομάδων της εξωκοινοβουλευτικής Αριστεράς. Με όραμά τους έναν σοσιαλισμό με ελευθερίες και ανθρώπινο πρόσωπο οι φοιτητές της άνοιξης του 1968 αξίωσαν εκδημοκρατισμό των πανεπιστημίων, άσκησαν κριτική στην κοινωνία του καταναλωτισμού και του αυταρχισμού, ανέπτυξαν αντιιμπεριαλιστική δράση. Η ψήφιση νόμων έκτακτης ανάγκης και οι διακοπές του καλοκαιριού οδήγησαν το νεολαιίστικο κίνημα σε εκτόνωση, από τους κόλπους του οποίου ξεπήδησαν διάφορες κοινωνικές και πολιτικές οργανώσεις.

Το Παρίσι έγινε το πεδίο των πιο μαζικών διαδηλώσεων και αιματηρών συγκρούσεων της Ευρώπης του 1968, οι οποίες έμειναν στη συλλογική μνήμη ως «Μάης του ’68». Το πανεπιστημιακό κίνημα, εξελίχτηκε σε μαζικό κίνημα με τη συμμετοχή των εργατών. Η ικανοποίηση ορισμένων αιτημάτων και η νίκη της Δεξιάς στις εκλογές οδήγησαν στην ταχεία εκτόνωση του κινήματος.

Η κρίση του 1968 δεν άλλαξε την πολιτική κατάσταση στο εσωτερικό των δυτικοευρωπαϊκών κρατών συνέβαλε όμως:

  •  στη φιλελευθεροποίηση των ηθών,
  •  στην αλλαγή παραδοσιακών νοοτροπιών,
  •  στη χειραφέτηση της γυναίκας,
  • στη διάδοση νέων μορφών σκέψης και πολιτισμικής έκφρασης.

Η ριζοσπαστική νεολαία εκείνης της εποχής έμεινε γνωστή ως «γενιά του ’68».

                           Σημασία των φοιτητικών κινημάτων

Παρά την καταστολή και τη διάλυσή τους τα κινήματα του 1968 έθεσαν τέλος στη μεταπολεμική περίοδο της επιβεβλημένης ηρεμίας και συναίνεσης στη Δυτική Ευρώπη, λόγω των προβλημάτων επιβίωσης αλλά και της ψυχροπολεμικής έξαρσης. Εθνικές, κοινωνικές και πολιτικές αντιθέσεις ήρθαν στο προσκήνιο κατά τις δεκαετίες του 1970 και του 1980, χωρίς να επηρεάσουν την ομαλή κοινοβουλευτική ζωή των κρατών και την πορεία προς την ευρωπαϊκή ενοποίηση.

                                Τρομοκρατικές ενέργειες

Οι τρομοκρατικές ενέργειες που συχνά συντάρασσαν τη δυτικοευρωπαϊκή κοινή γνώμη ήταν τριών ειδών:

α)πολιτικοκοινωνικού χαρακτήρα, οι οποίες προέρχονταν από ακροαριστερές ή ακροδεξιές οργανώσεις,

β) εθνικοαπελευθερωτικού χαρακτήρα,

γ) ενέργειες στο πλαίσιο της δράσης μυστικών υπηρεσιών.

                                  Φεμινιστικό κίνημα

Ένα σημαντικό στοιχείο της κοινωνικής και πολιτικής ζωής της Ευρώπης γενικά και της Δυτικής Ευρώπης ιδιαίτερα κατά το δεύτερο μισό του 20ού αιώνα ήταν η αναβάθμιση του ρόλου των γυναικών στη δημόσια ζωή. Παρά την τροχοπέδη των παραδοσιακών αντιλήψεων και νοοτροπιών, οι οποίες ήθελαν τη γυναίκα σε χαμηλότερη κοινωνική θέση από τον άνδρα, η γυναικεία συμμετοχή διευρύνθηκε σε όλους τους τομείς, προπάντων δε στον χώρο της εκπαίδευσης, ανώτατης και μέσης. Μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του 1960 οι γυναίκες σε όλη την Ευρώπη με εξαίρεση τις Ελβετίδες, που έπρεπε να περιμένουν για μια ακόμα δεκαετία, είχαν αποκτήσει πολιτικά δικαιώματα και συμμετείχαν στον δημόσιο βίο, έστω και με μικρή αντιπροσώπευση. Γυναίκες άρχισαν να καταλαμβάνουν ανώτατες θέσεις και κατέκτησαν ακόμα και το αξίωμα τον πρωθυπουργού ( στη Βρετανία το 1979, στην Ισλανδία το 1980, στη Νορβηγία το 1981 και στη Γαλλία το 1991).

                    Στο δρόμο της ευρωπαϊκής ενοποίησης

Η ιδέα της ευρωπαϊκής ένωσης είχε διατυπωθεί ήδη από τον 19ο αιώνα, ενώ κέρδισε πολλούς οπαδούς μετά το τέλος του Α΄ Παγκόσμιου Πολέμου. Καταλυτική επίδραση στην υλοποίηση του οράματος της ευρωπαϊκής ενοποίησης άσκησε ο καταστροφικός για την Ευρώπη Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος και κυρίως η διάλυση των αποικιακών αυτοκρατοριών. Τα ευρωπαϊκά κράτη έπρεπε να ενωθούν για να καταστήσουν τα προϊόντα τους πιο ανταγωνιστικά και τη φωνή τους πιο ισχυρή σε έναν κόσμο όπου κυριαρχούσαν οι δυο υπερδυνάμεις. Πρώτη ένωση έγινε το 1951 από τη Γαλλία, τη Δυτική Γερμανία, την Ιταλία και τις χώρες της Μπενελούξ δηλαδή της τελωνειακής ένωσης που είχαν συγκροτήσει από το 1948 το Βέλγιο, οι Κάτω Χώρες και το Λουξεμβούργο, και ήταν η Ευρωπαϊκή Κοινοπραξία Άνθρακα και Χάλυβα.

Η ίδρυση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας (ΕΟΚ) το 1957 στη Ρώμη έθεσε τις βάσεις για μια στενή οικονομική συνεργασία των χωρών της Δυτικής Ευρώπης και σημείωνε την ανάγκη της υπέρβασης των εθνικών ορίων των επιμέρους κρατών για την προώθηση οικονομικών ζητημάτων κοινού ενδιαφέροντος. Οι χώρες της ΕΟΚ είχαν αποφασίσει να συνεργαστούν στενά εκχωρώντας ορισμένες εθνικές αρμοδιότητές τους σε υπερεθνικά κοινοτικά όργανα εκφράζοντας την ακλόνητη πεποίθηση ότι δε θα διεξαγόταν πια πόλεμος στην Ευρώπη.

Η θέσπιση του Ευρωπαϊκού Νομισματικού Συστήματος και η εκλογή του πρώτου Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου το 1979 αποτέλεσαν ορόσημα στη διαδικασία της ευρωπαϊκής ενοποίησης. Η ΕΟΚ διευρύνθηκε το 1981 με την ένταξη της Ελλάδας ως δέκατου μέλους και το 1985 με την ένταξη της Ισπανίας και της Πορτογαλίας. Η Συνθήκη της Ευρωπαϊκής Ένωσης (γνωστότερη ως Συνθήκη του Μάαστριχτ), η οποία υπογράφτηκε το 1991, προβλέπει τη στενότερη οικονομική, κοινωνική, πολιτική και αμυντική συνεργασία μέσα από την εκχώρηση περισσότερων εθνικών αρμοδιοτήτων στα ευρωπαϊκά όργανα. Το 1995 η Ευρωπαϊκή Ένωση διευρύνθηκε, με την είσοδο τριών ουδέτερων χωρών: της Αυστρίας, της Σουηδίας και της Φινλανδίας.

 Ποιες μεταβολές σημειώθηκαν στις χώρες της Ανατολικής Ευρώπης κατά την περίοδο 1945-1948;

Οι χώρες της Ανατολικής Ευρώπης που βρέθηκαν στη σοβιετική σφαίρα επιρροής υπέστησαν βαθιές οικονομικές και κοινωνικές μεταβολές. Η εξόντωση των Εβραίων από τους Γερμανούς και οι ευρύτατες εκκαθαρίσεις συνεργατών των ναζί στις ανατολικοευρωπαϊκές χώρες είχε ως αποτέλεσμα την εξόντωση του αστικού στρώματος και την ενίσχυση της ολιγαρχικής αριστοκρατίας. Οι κομμουνιστές και οι κυβερνήσεις που επιβλήθηκαν με την υποστήριξή τους έχαιραν ευρύτατης αποδοχής τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια καθώς εξέφραζαν την ελπίδα της ανοικοδόμησης και της καθολικής ευημερίας. Εφαρμόστηκαν προγράμματα ταχείας εκβιομηχάνισης, αυξήθηκε ο πληθυσμός των πόλεων, οι συνθήκες ζωής άρχισαν να βελτιώνονται, οργανώθηκαν συστήματα υγείας, κοινωνικής πρόνοιας και εκπαίδευσης, οι γυναίκες απέκτησαν ίσα δικαιώματα με τους άνδρες. Δεν επικράτησαν όμως κοινοβουλευτικές αρχές και σεβασμός των ατομικών και συλλογικών ελευθεριών των πολιτών. Κατά την περίοδο 1947-1953, οι ανατολικοευρωπαϊκές κυβερνήσεις αναγκάστηκαν να ακολουθήσουν πιστά το σοβιετικό πρότυπο. Λογοκρισία, διώξεις αντιφρονούντων και αστυνομική τρομοκρατία ενίσχυαν την ηγετική θέση των κομμουνιστικών κομμάτων. Όμως ούτε οι ίδιοι οι κομμουνιστές αισθάνονταν ασφαλείς την εποχή του σταλινισμού. Η ρήξη των σχέσεων του Στάλιν με τον Γιουγκοσλάβο ηγέτη Τίτο το 1948 εξόργισε τον σοβιετικό ηγέτη, ο οποίος έγινε υπερβολικά καχύποπτος, ακόμα και με τους πιο στενούς συν εργάτες του. Μέχρι τον θάνατο του Στάλιν το 1953 σημειώθηκαν ευρύτατες εκκαθαρίσεις μελών και στελεχών των κομμουνιστικών κομμάτων. Ο θάνατος του Στάλιν το 1953 έθεσε τέλος στις αυθαίρετες και αστήρικτες διώξεις των αρχηγών κομμουνιστικών κρατών. Στο εικοστό Συνέδριο του Κομμουνιστικού Κόμματος της Σοβιετικής Ένωσης το 1955 ο νέος σοβιετικός ηγέτης Νικήτα Χρουστσόφ κατήγγειλε τα εγκλήματα της περιόδου του Στάλιν, εγκαινίασε πολιτική αποσταλινοποίησης και με την αναγνώριση των «εθνικών δρόμων προς τον σοσιαλισμό» δημιούργησε ελπίδες για φιλελευθεροποίηση στην Ανατολική Ευρώπη. Δεν επέτρεπε όμως την αμφισβήτηση της πρωτοκαθεδρίας της και την απόσχιση χωρών από το σοβιετικό μπλοκ.

Η σοβιετική κυριαρχία δοκιμάστηκε σοβαρά το 1968 στην Τσεχοσλοβακία, στη διάρκεια της εξέγερσης που έμεινε γνωστή ως «Άνοιξη της Πράγας». Τα σοβιετικά τανκς εισέβαλαν στην Πράγα για να επιβάλουν τη σοσιαλιστική νομιμότητα. Η παθητική αντίσταση του τσεχικού λαού απέτρεψε την αιματοχυσία, όμως η καταστολή της εξέγερσης συνοδεύτηκε από κύμα διώξεων, κυρίως εναντίον των διανοουμένων. Ο σοβιετικός ηγέτης Λεονίντ Μπρέζνιεφ θεμελίωσε την επέμβαση του 1968 με την εξαγγελία του δόγματος της «περιορισμένης κυριαρχίας» των σοσιαλιστικών κρατών της Ανατολικής Ευρώπης.

Η φαινομενική ηρεμία που επικράτησε κατά τη δεκαετία του 1970 σε καμιά περίπτωση δεν απηχούσε τις διαθέσεις των λαών της Ανατολικής Ευρώπης. Ο μαρξισμός-λενινισμός δεν συγκινούσε πια τις μάζες, ενώ η περίοδος της οικονομικής ανάπτυξης και της ανόδου του βιοτικού επιπέδου είχαν περάσει. Η στασιμότητα, η διαφθορά. οι γραφειοκρατικές αγκυλώσεις και οι εξοπλισμοί εμπόδιζαν την οικονομική ανάπτυξη και αύξαναν την κοινωνική δυσαρέσκεια, ενώ αυξανόταν όλο και περισσότερο το οικονομικό προβάδισμα των δυτικοευρωπαϊκών έναντι των ανατολικοευρωπαϊκών χωρών. Από τα τέλη της δεκαετίας του 1970 άρχισε να αναπτύσσεται και ένα ισχυρό κίνημα υπεράσπισης των ανθρώπινων δικαιωμάτων. Το τελευταίο μεγάλο μέτωπο αντίδρασης στον κομμουνισμό πριν την κατάρρευσή του άνοιξε στην Πολωνία το 1980, χρονιά κατά την οποία κορυφώθηκαν οι εργατικές κινητοποιήσεις, με επίκεντρο τα ναυπηγεία του Γκντανσκ και καθοδηγητικό όργανο το ελεύθερο συνδικάτο «Αλληλεγγύη».

Ποια αντιφατικότητα χαρακτηρίζει τη μεταρρυθμιστική προσπάθεια του Γκορμπατσόφ;

Η άνοδος του Μιχαήλ Γκορμπατσόφ, ένθερμου μεταρρυθμιστή, στην ηγεσία της Σοβιετικής Ένωσης το 1985 άνοιξε τον δρόμο για την κατάρρευση του κομμουνισμού όχι μόνο στις χώρες της Ανατολικής Ευρώπης αλλά και στην ίδια την Σοβιετική Ένωση. Οι μεταρρυθμίσεις που στόχευαν στην ανανέωση του κομμουνιστικού καθεστώτος δεν απέδωσαν, αντίθετα επέδρασαν διαλυτικά σε ένα κοινωνικό σύστημα που πέρασε από τη στασιμότητα και τη διαφθορά στην έλλειψη πειθαρχίας και σχεδιασμού. Οι εξελίξεις στη Σοβιετική Ένωση είχαν άμεσο αντίκτυπο στις χώρες της Ανατολικής Ευρώπης. Ενθαρρυμένες από την ανεκτική πολιτική Γκορμπατσόφ, οι δυνάμεις του εκδημοκρατισμού και της αλλαγής επικράτησαν σε όλες τις χώρες του ανατολικού μπλοκ, σε μια κοσμογονία πολιτικών αλλαγών. Από το 1989 ως το 1991 κατέρρευσαν όλα τα κομμουνιστικά καθεστώτα της Ευρώπης χωρίς εξεγέρσεις και αντιστάσεις, με εξαίρεση τη βίαιη κατάλυση του οικογενειοκρατικού καθεστώτος Τσαουσέσκου στη Ρουμανία. Διενεργήθηκαν παντού ελεύθερες εκλογές και άρχισαν να λειτουργούν πολυκομματικά κοινοβουλευτικά συστήματα. Στις 3 Οκτωβρίου 1990 κατακυρώθηκε και επίσημα η επανένωση των δύο Γερμανιών ή καλύτερα η απορρόφηση της Ανατολικής Γερμανίας από τη Δυτική. Ο ενθουσιασμός ήταν μεγάλος, όπως και τεράστια ήταν τα προβλήματα προσαρμογής των νέων πολιτικοκοινωνικών μορφωμάτων στο περιβάλλον του ανταγωνισμού και της ελεύθερης αγοράς.