|
Ονομασία |
Γκερνίκα (Guernica) |
|
Δημιουργός |
Πάμπλο Πικάσο |
|
Έτος δημιουργίας |
1937 |
|
Είδος |
Λάδι σε Καμβά |
|
Ύψος |
3,54 |
|
Πλάτος |
7,82 |
|
Πόλη |
Μαδρίτη |
|
Μουσείο |
Εθνικό Μουσείο Τέχνης Βασίλισσα Σοφία |
Στις 26 Απριλίου του 1937, κατά τη διάρκεια του Ισπανικού Εμφυλίου, η βασκική πόλη Guernica (Γκερνίκα) βομβαρδίστηκε από τα γερμανικά και ιταλικά στρατεύματα σε ένδειξη υποστήριξης των εθνικιστικών δυνάμεων του Φράνκο που πολεμούσαν κατά της κυβέρνησης της δεύτερης ισπανικής δημοκρατίας. Το γεγονός αυτό έδωσε την αφορμή και την έμπνευση στον Πάμπλο Πικάσο να ζωγραφίσει την Γκερνίκα (Guernica).
Ο βομβαρδισμός της ισπανικής πόλης
Ο βομβαρδισμός της Γκερνίκα αποφασίστηκε από την πλευρά των Ισπανών Εθνικιστών, αφενός μεν ήταν μία πόλη μεγάλης σημασίας για τους Βάσκους, καθώς εκεί δέσποζε το Gernikako Arbola (Το Δέντρο της Γκερνίκα), μία βελανιδιά η οποία μέχρι και σήμερα συμβολίζει τις ελευθερίες του λαού των Βάσκων, αφετέρου δε η πόλη είχε μεγάλη στρατηγική σημασία: ήταν στο δρόμο των εθνικιστών προς το Μπιλμπάο, η κατάληψη του οποίου θα οδηγούσε στο τέλος του εμφυλίου πολέμου στη βόρεια Ισπανία. Κατά το βομβαρδισμό της πόλης το μέτωπο του πολέμου ήταν σε απόσταση τριάντα χιλιομέτρων.
Ο βομβαρδισμός ξεκίνησε στις 4.30 το απόγευμα της 26ης Απριλίου 1937 και διήρκεσε μέχρι τις επτά το απόγευμα της ίδιας μέρας. Στον βομβαρδισμό πήραν μέρος γερμανικά αεροπλάνα, οι πιλότοι των οποίων συμμετείχαν ως εθελοντές στον ισπανικό εμφύλιο, στο πλευρό των εθνικιστών, έχοντας συγκροτήσει την Λεγεώνα Κόνδορ (η χειρότερη μονάδα των SS που αποτελούνταν από εγκληματίες που είχαν καταδικαστεί για δολοφονίες, βιασμούς και άλλα ειδεχθή εγκλήματα), καθώς και ιταλικά, με Ιταλούς εθελοντές πιλότους της ιταλικής Aviazione Legionaria.
Η επιχείρηση έλαβε την ονομασία Επιχείρηση Επίπληξη (Operation Rügen). Από το βομβαρδισμό καταστράφηκε το μεγαλύτερο μέρος της Γκερνίκα και έχασαν τη ζωή τους πολλοί άνθρωποι. Τα θύματα από τους βομβαρδισμούς ανήλθαν σε 1.654 νεκρούς και 889 τραυματίες, σύμφωνα με τα στοιχεία που έδωσαν οι αρχές. Πρόσφατες έρευνες μειώνουν τον αριθμό των νεκρών στους 300.
Η μεγαλειώδης υποδοχή που επιφύλαξε ο Χίτλερ στους άνδρες της “Λεγεώνας Κόνδορ” στο Βερολίνο μετά την επιστροφή τους από τον Ισπανικό εμφύλιο πόλεμο.
Η ισοπεδωμένη από τους βομβαρδισμούς πόλη
Ένα έργο - πολιτικό σύμβολο
Λίγο καιρό πριν τον βομβαρδισμό, ο διάσημος καλλιτέχνης είχε αναλάβει την ανάθεση της επίσημης κυβέρνησης της Ισπανίας για τη δημιουργία ενός πίνακα μεγάλων διαστάσεων που θα συμμετείχε στη διεθνή έκθεση του Παρισιού του 1937. Ο Πικάσο αναζητούσε για μήνες το θέμα αυτού του πίνακα, βυθισμένος σε μία προσωπική και καλλιτεχνική κρίση.
Τα νέα του τραγικού βομβαρδισμού της Γκερνίκα και οι δραματικές φωτογραφίες που δημοσιεύτηκαν στα μέσα της εποχής, όπως στη γαλλική εφημερίδα L’Humanité και στους Times, έπαιξαν ουσιαστικά τον ρόλο του καταλύτη και ο ομώνυμος πίνακας με ύψος 3.49 μέτρα και μήκος 7.76, που έμελλε να μείνει στην ιστορία ως ένα αξεπέραστο πολιτικό σύμβολο, ετοιμάστηκε πυρετωδώς σε διάστημα ενάμιση μήνα, συνοδευόμενος από μία πλειάδα παραλλαγών σε σκίτσα και ζωγραφιές. Όλοι μπορούν πλέον να αντικρίσουν την ωμή αλήθεια ενός πολέμου. Όπως ο ίδιος είχε δηλώσει: «Πάντα πίστευα κι ακόμα πιστεύω ότι οι καλλιτέχνες, που ζουν και δουλεύουν μέσα στο χώρο των πνευματικών αξιών, δεν μπορούν και δεν πρέπει να μείνουν αδιάφοροι μπροστά σε μια σύγκρουση, όπου διακυβεύονται οι πιο υψηλές αξίες της ανθρωπότητας και του πολιτισμού» και πράγματι έβαλε το δικό του λιθαράκι στην πληροφόρηση του κοινού του.
Στην Γκερνίκα έχουμε μια εικόνα συνθετικού κυβισμού. Ο Πικάσο χρησιμοποίησε την τεχνοτροπία του κυβισμού, όπου με τα έντονα γεωμετρικά σχήματα, τον κατακερματισμό των μορφών και τη μεγάλη αντίθεση φωτεινού - σκοτεινού, μπόρεσε να εκφράσει καλύτερα την αγωνία και τη φρίκη των ανθρώπων μπροστά σ’ αυτό το γεγονός.
Μια διφορούμενη εικόνα. Δεν είναι σαφές αν έχουμε να κάνουμε με κάτι που συμβαίνει μέσα σε κάποιο σπίτι ή έξω, αν το φως είναι νύχτας ή ημέρας. Εκεί ακριβώς στηρίζεται η μεγαλοφυής προσέγγιση του τραγικού γεγονότος από τον Πικάσο. Αποφεύγοντας μια νατουραλιστική απεικόνιση που θα απέκλειε εξ αρχής τη βίωση του τραγικού, προέταξε ένα κόσμο θρυμματισμένο εκ βάθρων. Η όλη δράση της εικόνας τοποθετείται στο πουθενά. Ούτε μέσα, ούτε έξω. Αυτό το πουθενά δείχνει να αποτελεί μια εστία τρόμου και απελπισίας για τις μορφές που απεικονίζονται.
Το διαχρονικό σύμβολο κατά του πολέμου που είχε δημιουργήσει ο Πάμπλο Πικάσο έχει δύο κεντρικές μορφές, έναν ταύρο και ένα άλογο. Η μία αντιπροσωπεύει την αγριότητα του πολέμου και τον φασισμό, ενώ το άλογο τον απλό λαό που υποφέρει,που απεγνωσμένα φωνάζει ζητώντας βοήθεια. Και οι δύο μορφές όμως είναι περικυκλωμένες από πτώματα και ανθρώπους που απελπισμένοι ουρλιάζουν, ψάχνοντας για λίγη ελπίδα.
Πέντε μορφές έχουν ζωγραφιστεί με το πρόσωπο στραμμένο ψηλά. Από ψηλά ήρθε ο θάνατος. Ο έχων την εποπτεία της επιχείρησης στρατηγός Wolfram von Richthofen περιέγραψε αναλυτικά το «επίτευγμα» ως απολύτως επιτυχές. Αναφέρει δε ότι η ενορχηστρωμένη χρήση των βομβών διασποράς και των εμπρηστικών βομβών δημιούργησε χάος και αδυναμία όρασης. Αυτήν την πρωτόγνωρη εμπειρία του τρόμου και του θανάτου μέσα στο χάος μοιάζει να προσεγγίζει η εικόνα της Γκερνίκα. Το κεφάλι του στρατιώτη, η μάνα, το άλογο, η έρπουσα μορφή και η δεξιά μορφή, με εμφανή σημάδια απελπισίας, στρέφονται ψηλά. Τους ενώνει η απελπισία, η αδυναμία τους, η τρωτότητά τους. Ίσως αυτή η τρωτότητα, η παντελής αδυναμία των θυμάτων, να είναι και ένας λόγος που τόσες γενιές ανθρώπων έκτοτε εξακολουθούν να αναγνωρίζουν στην Γκερνίκα κάτι που αφορά τους ίδιους, κάτι βαθιά ανθρώπινο. Δεν απεικόνισε ήρωες, μόνο αδύναμα θύματα.
Εδώ έρχεται ο άλλος συμβολισμός του Πικάσο, η γυναίκα με τη λάμπα που βρίσκεται στα δεξιά του πίνακα. Αυτή αντιπροσωπεύει τη μόνη αχτίδα φωτός και ελπίδας, μέσα στη φρίκη που διαδραματίζεται στον καμβά. Δεν μας φαίνεται συνεπώς περίεργο που από μία τέτοια θεματική απουσιάζει εντελώς το χρώμα και το ασπρόμαυρο στοιχείο κυριαρχεί.
Μία τόσο ζοφερή πραγματικότητα ενέπνευσε ένα τόσο επιδραστικό έργο, το οποίο υπάρχει μέχρι και σήμερα στο πάνθεον της Τέχνης, για να υπενθυμίζει σε όλους την σημασία της ενότητας και ταυτόχρονα τη φρίκη του πολέμου.
Όπως και
σε ανάλογες περιπτώσεις και στην Ελλάδα, η Δημοκρατική Γερμανία ζήτησε συγγνώμη για
τις ωμότητες που διέπραξαν οι ναζιστές στην Ισπανία. Στην 60ή επέτειο του
βομβαρδισμού της Γκερνίκα το 1997, ο Γερμανός πρόεδρος Ρόμαν Χέρτζοχ, με
επιστολή του προς τους επιζώντες, τους «έτεινε χείρα φιλίας και συμφιλίωσης, εξ
ονόματος του γερμανικού λαού». Το 1998 η γερμανική Βουλή με απόφασή της
αφαίρεσε όλα τα ονόματα των μελών της Λεγεώνας Κόνδωρ, που είχαν δοθεί σε
γερμανικά στρατόπεδα.
Η επιστροφή του έργου στην Ισπανία
Από την πρώτη αποκάλυψη του έργου στο Παρίσι, ο πίνακας ταξίδεψε ευρέως τόσο στην Ευρώπη, όσο και την Αμερική. Όταν ξέσπασε ο Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος, ο Πικάσο αποφάσισε ότι η Γκερνίκα θα ήταν καλύτερο να παραμείνει ασφαλής στο Μουσείο Μοντέρνας Τέχνης της Νέας Υόρκης μέχρι να λήξουν οι εχθροπραξίες στην Ευρώπη. Το 1958, ο καλλιτέχνης επέκτεινε το δάνειο στο μουσείο έως ότου αποκατασταθεί η δημοκρατία στη χώρα του, που τελούσε υπό τη δικτατορία του Φράνκο από το 1939.
Η Γκερνίκα τελικά επέστρεψε στην Ισπανία το 1981 - λίγα χρόνια μετά τον θάνατο του δικτάτορα - όπου στεγάστηκε στο Casón del Buen Retiro στην Μαδρίτη. Το 1992 μεταφέρθηκε στο Μουσείο Reina Sofia, όπου παραμένει έως και σήμερα. Το έργο αυτό δημιουργήθηκε ως αποτύπωση της φρίκης του Ισπανικού Εμφυλίου και υπήρξε ένας προπομπός τον θηριωδιών που θα συνέβαιναν κατά τη διάρκεια του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου, αλλά πλέον υπερβαίνει την πηγή της έμπνευσής του και αποτελεί ένα διαχρονικό, διεθνές σύμβολο κατά της βαρβαρότητας του πολέμου.
Λίγα λόγια για τον δημιουργό
Pablo Ruiz y Picasso, περισσότερο γνωστός ως Πάμπλο Πικάσο, (25 Οκτωβρίου 1881 - 8 Απριλίου 1973) ήταν Ισπανός ζωγράφος, χαράκτης, γλύπτης, ποιητής, σκηνογράφος και δραματουργός.
Είναι ένας από τους κυριότερους Ισπανούς εκπροσώπους της τέχνης του 20ού αιώνα, συνιδρυτής μαζί με τον Ζωρζ Μπρακ του κυβισμού και με σημαντική συνεισφορά στη διαμόρφωση και εξέλιξη της μοντέρνας και σύγχρονης τέχνης. Υπήρξε υποστηρικτής του Κομμουνισμού, καθ' όλη τη διάρκεια της ζωής του από το 1944 ήταν ενταγμένος στο Γαλλικό Κομμουνιστικό Κόμμα και ήταν αντιφρανκικός.
Το 1897 πήρε χρυσό βραβείο με τον πρώτο πίνακά του που παρουσίασε στην Ακαδημία. Έχοντας κιόλας κατακτήσει μία τεχνική σταθερή κι αξιόλογη, άρχισε να πλησιάζει τους πρωτοποριακούς καλλιτεχνικούς κύκλους της εποχής, που επέδρασαν βαθιά στη διαμόρφωσή του.
Το 1904 μετακόμισε στο Παρίσι, όπου γνωρίστηκε με άλλους μεγάλους καλλιτέχνες, όπως τον Ματίζ και τον Χουάν Μιρό. Από το 1912 έως το 1914 τα έργα του Πάμπλο Πικάσο γίνονταν όλο και πιο γνωστά. Στις διεθνείς εκθέσεις του Μονάχου, της Κολωνίας και του Βερολίνου, οι κυβιστικοί του πίνακες βρίσκονταν στην πρώτη σειρά, δημοσιεύονταν στα πρωτοποριακά περιοδικά και οι ανανεωτικές αντιλήψεις του γίνονταν αντικείμενο συζήτησης στα πιο προωθημένα καλλιτεχνικά κέντρα. Σύντομα, το όνομα του έγινε συνώνυμο με το καινούργιο και το τολμηρό.
Ο Πικάσο ως ζωγράφος, χαράκτης, γλύπτης και δραματουργός ήταν ιδιαίτερα πολύπλευρος. Η εφευρετικότητα και η ευχέρειά του για πειραματισμούς δυσχεραίνουν την κατάταξή του σε μια συγκεκριμένη καλλιτεχνική κατηγορία. Αν και οι συνεχείς μεταλλαγές του παρεξηγήθηκαν ως έλλειψη συνέπειας, ο Πικάσο θεωρείται ο πρόδρομος κι ένας από τους κυριότερους εκπροσώπους της ζωγραφικής του 20ου αιώνα.