Ο Σικελικός Εσπερινός Τζουζέπε Βέρντι
Ο Σικελικός Εσπερινός ή Οι Σικελικοί Εσπερινοί (γαλλ. Les vêpres siciliennes, ιταλ. I vespri siciliani) είναι όπερα σε πέντε πράξεις του Ιταλού συνθέτη Τζουζέπε Βέρντι, πάνω σε γαλλικό λιμπρέτο των Σαρλ Ντυβεϋριέ (Charles Duveyrier) και Εζέν Σκριμπ (Eugène Scribe) από το έργο τους Le duc d'Albe, που γράφτηκε το 1838 και προτάθηκε ως λιμπρέτο στους συνθέτες Αλεβύ και Ντονιτσέττι προτού ο Βέρντι συμφωνήσει να το μελοποιήσει, το 1854.
Η υπόθεση του έργου βασίζεται πάνω σε ιστορικά γεγονότα, και συγκεκριμένα στην εξέγερση των Σικελικών Εσπερινών του 1282 χρησιμοποιώντας υλικό από τη μεσαιωνική σικελική φυλλάδα Lu rebellamentu di Sichilia.
Στη σύγχρονη εποχή Ο Σικελικός Εσπερινός συνήθως παίζεται στην ιταλική γλώσσα υπό τον τίτλο I vespri siciliani. Στη γαλλική ανέβηκε τον Μάιο 2011 στο Grand Théâtre της Γενεύης και στο Τεάτρο Σαν Κάρλο της Νάπολης.
Η υπόθεση του έργου
Τόπος: Παλέρμο, Ιταλία
Χρόνος: 1282 μ.Χ.
Πράξη Α΄
Η κεντρική πλατεία του Παλέρμο
Ο Τεμπάλντο, ο Ρομπέρτο, και άλλοι Γάλλοι στρατιώτες έχουν συγκεντρωθεί μπροστά από το μέγαρο του Κυβερνήτη. Καθώς κάνουν μια πρόποση στην πατρίδα τους, παρακολουθούνται από ντόπιους Σικελούς, που είναι δυσαρεστημένοι με την ξένη κατοχή.
Η Ελένη εμφανίζεται ντυμένη με πένθιμα ρούχα για τον εκτελεσθέντα αδελφό της. Λίγο μεθυσμένος, ο Ρομπέρτο της ζητά να τραγουδήσει και εκείνη συμφωνεί ήρεμα. Το τραγούδι της, για τους κινδύνους των θαλασσινών και τη θεϊκή κραυγή «ας περιφρονηθούν οι κίνδυνοι» (Deh! tu calma, ο Dio possente / Viens à nous, Dieu tutélaire), μόνο που δημιουργεί την επιθυμία στους Σικελούς να εξεγερθούν ενάντια στις δυνάμεις κατοχής. Αλλά όταν εμφανίζεται ο κυβερνήτης Γκουίντο ντι Μονφόρτε, το πλήθος ηρεμεί. Τότε ο Αρρίγκο ανακοινώνει ότι έχει απελευθερωθεί από τη φυλακή. Μόνος με τον Αρρίγκο, ο Μονφόρτε του προσφέρει μία θέση εργασίας με τους Γάλλους, αρκεί να μείνει μακριά από την Ελένη. Εκείνος αρνείται και αμέσως την ακολουθεί μέσα στο μέγαρο.
Πράξη Β΄
Η παραλία
Ο Τζοβάννι ντα Πρότσιντα αποβιβάζεται στην ακτή από μια μικρή ψαρόβαρκα. Επιστρέφει από την εξορία και εκφράζει τη χαρά του για την επιστροφή του στη γενέτειρά του: Ο tu Palermo / Et toi, Palerme / «Ω, συ Παλέρμο, αγαπημένη γη...». Γύρω του συγκεντρώνονται ο Μανφρέντο και άλλοι γνωστοί, και δεν αργεί να διατάξει τους άνδρες του να του φέρουν την Ελένη και τον Αρρίγκο (Nell'ombra e nel silenzio / Dans l'ombre et le silence/ «Στο σκοτάδι και σιωπηλά»). Οι τρεις τους καταστρώνουν σχέδια για μια εξέγερση κατά τους επικείμενους εορτασμούς πριν τους γάμους μιας ομάδας νέων. Μετά την αποχώρηση του Πρότσιντα, η Ελένη ρωτά τον Αρρίγκο ποια ανταμοιβή θα ζητούσε. Ορκιζόμενος ότι θα εκδικηθεί τον θάνατο του αδελφού της, εκείνος ζητά μόνο τον έρωτά της.
Ο Λόρδος του Μπετύν καταφθάνει με μία πρόσκληση από τον Μονφόρτε για μια χοροεσπερίδα. Ο Αρρίγκο αρνείται και αμέσως συλλαμβάνεται και απέρχεται συρόμενος. Οδηγημένο από τον Ρομπέρτο, ένα άγημα Γάλλων στρατιωτών καταφθάνει και ο Πρότσιντα επιστρέφει και διαπιστώνει πως είναι αργά πια για να σώσει τον Αρρίγκο, αφού οι νέοι έχουν έρθει στην πλατεία και έχουν αρχίσει υπαίθριο χορό. Καθώς ο χορός ζωηρεύει, ο Ρομπέρτο γνέφει στους άνδρες του, οι οποίοι αρπάζουν πολλές από τις κοπέλες, σέρνοντάς τις μακριά, παρά τις διαμαρτυρίες των νεαρών Σικελών, που στη συνέχεια βλέπουν ένα πλοιάριο να περνά γεμάτο με Γάλλους ευγενείς και Σικελές γυναίκες που πηγαίνουν στη χοροεσπερίδα. Ο Πρότσιντα και άλλοι αποφασίζουν να επιδιώξουν την είσοδό τους στην εσπερίδα και να εκδικηθούν.
Πράξη Γ΄
Σκηνή 1: Μέγαρο του Μοντεφόρτε
Ο Μονφόρτε διαβάζει ένα γράμμα από τη γυναίκα που απήγαγε, το οποίο αποκαλύπτει ότι ο Αρρίγκο είναι γιος του: Si, m'abboriva ed a ragion! / «Ναι, με περιφρόνησε και καλά έκανε!». Ο Μπετύν τον ενημερώνει ότι ο Αρρίγκο έχει προσαχθεί βίαια, αλλά ο Μοντεφόρτε αγάλλεται για το ότι ο γιος του είναι εκεί κοντά: In braccio alle dovizie / Au sein de la puissance / «Παραδομένος στα πλούτη, τριγυρισμένος από τιμές, ένα απέραντο, φριχτό κενό...». Οι δύο άνδρες έρχονται πρόσωπο με πρόσωπο και ο Αρρίγκο παραξενεύεται κάπως από τον τρόπο που του συμπεριφέρονται. Τελικά, ο Μονφόρτε αποκαλύπτει το γράμμα που γράφηκε από τη μητέρα του Αρρίγκο. Θυμούμενος το παρελθόν, αλλά ακόμα αψηφώντας, ο Αρρίγκο προσβάλλει τον πατέρα του, που αντιδρά με οργή καθώς ο νέος ορμά έξω: Parole fatale, Insulto mortale / «Μοιραίος λόγος!, Θανάσιμη προσβολή! Η χαρά έχει φύγει...».
Σκηνή 2: Χοροεσπερίδα στο μέγαρο του Μονφόρτε
Ο Μονφόρτε εισέρχεται στην αίθουσα και δίνει το σήμα να αρχίσει ο χορός. Μέσα στο πλήθος, αλλά μεταμφιεσμένοι, είναι η Ελένη, ο Αρρίγκο και ο Πρότσιντα. Ο Αρρίγκο εκπλήσσεται όταν οι δύο άλλοι του αποκαλύπτονται και δηλώνουν ότι σκοπός τους είναι να τον σώσουν. Παρόλα αυτά, εκείνος ενοχλείται όταν ακούει πως σκοπεύουν να σκοτώσουν τον Μονφόρτε και όταν ο πατέρας πλησιάζει τον γιο, εκείνος του δίνει ένα ίχνος προειδοποίησης. Καθώς ζυγώνουν οι δολοφόνοι, ο Αρρίγκο πηδά μπροστά στον πατέρα του. Οι Σικελοί φρικιούν όταν διαπιστώνουν ότι ο Αρρίγκο αφήνεται απείραχτος καθώς η ομάδα αναλογίζεται την κατάσταση. Η Ελένη, ο Πρότσιντα, ο Ντανιέλι και οι Σικελοί καταριούνται τον Αρρίγκο καθώς τους απομακρύνουν σέρνοντας, ενώ εκείνος θέλει να τους ακολουθήσει αλλά συγκρατείται από τον Μονφόρτε.
Πράξη Δ΄
Μια φυλακή
Ο Αρρίγκο φθάνει στην πύλη της φυλακής και, ακολουθώντας τις οδηγίες του Μονφόρτε, περιμένει να του επιτραπεί η είσοδος. Αναλογίζεται την κατάσταση στην οποία βρίσκονται οι φίλοι του: Giorno di pianto / Ο jour de peine/ «Μέρα του θρήνου, της θηριώδους λύπης!». Η Ελένη μεταφέρεται έξω και τον αντιμετωπίζει. Στο τέλος, ο Αρρίγκο ομολογεί πως ο Μονφόρτε είναι ο πατέρας του και εκείνη αρχίζει να θέλει να τον συμπαθήσει: Arrigo! Ah, parli a un core... / «Αρρίγκο! Ω, μιλάς σε μια καρδιά ήδη προετοιμασμένη να συγχωρήσει.» Μη έχοντας προσέξει την παρουσία του Αρρίγκο, ο Πρότσιντα πλησιάζει την Ελένη και της αποκαλύπτει μία επιστολή που τον πληροφορεί για επικείμενη απελευθέρωσή τους. Αλλά ο Μονφόρτε καταφθάνει ζητώντας έναν ιερέα και διατάζει την εκτέλεση των φυλακισμένων, ενώ ο Πρότσιντα εκπλήσσεται όταν μαθαίνει την αλήθεια για τον Αρρίγκο. Ο Αρρίγκο ικετεύει για έλεος για τους φίλους του και ο Μονφόρτε τον αντιμετωπίζει με μία μόνο επωδό: Dimme sol, di "Mio padre" / Πες μου μονάχα αυτό, πες μου «Πατέρα μου...». Ο Αρρίγκο παραμένει σιωπηλός καθώς εμφανίζεται ο δήμιος και το ζευγάρι οδηγείται μακριά, ακολουθούμενο από τον Αρρίγκο. Ο Μονφόρτε παρεμβαίνει για να τον εμποδίσει να τους ακολουθήσει. Καθώς η Ελένη οδηγείται προς τον δήμιο, ο Μονφόρτε και πάλι παρεμβαίνει, αυτή όμως τη φορά για να ανακοινώσει χάρη για τους Σικελούς. Επιπλέον, συμφωνεί με τον γάμο της Ελένης και του Αρρίγκο, ανακοινώνοντας στο πλήθος: «Βρίσκω και πάλι ένα γιο!». Ακολουθεί γενική αγαλλίαση.
Πράξη Ε΄
Οι κήποι του μεγάρου του Μονφόρτε
Καθώς ιππότες και κυρίες της τιμής συγκεντρώνονται, η Ελένη ευχαριστεί τους πάντες: Mercé, dilette amiche / Merci, jeunes amies / «Σας ευχαριστώ, φίλοι αγαπημένοι». Ο Αρρίγκο φθάνει διαλαλώντας τη χαρά του: La brezza aleggia intorno / La brise souffle au loin / «Η αύρα φυσά ένα γύρω...». Φεύγει για να βρει τον πατέρα του, αλλά καταφθάνει ο Πρότσιντα ανακοινώνοντας ένα σχέδιο για να ξεγελάσει τους εχθρούς σφάζοντάς τους μπροστά στον βωμό μετά την εκφώνηση των όρκων της γαμήλιας τελετής. Η Ελένη διχάζεται ανάμεσα στον έρωτά της και στο καθήκον της: Sorte fata! Oh, fier cimento! / «Μοιραίο πεπρωμένο! Ω, φοβερή σύγκρουση!». Στο τέλος, δεν μπορεί να αντέξει άλλο και ανακοινώνει στον Αρρίγκο ότι δεν μπορούν να παντρευτούν. Αμφότεροι οι άνδρες είναι εξαγριωμένοι με εκείνη για τη φαινομενική προδοσία της. Τότε καταφθάνει ο Μονφόρτε, παίρνει τα χέρια του ζεύγους, τα ενώνει και τους ανακηρύσσει παντρεμένους καθώς οι καμπάνες αρχίζουν να σημαίνουν για τον εσπερινό. Αυτό είναι και το σύνθημα για τους Σικελούς για να ορμήσουν μέσα και να πέσουν πάνω στον Μονφόρτε και τους Γάλλους κατακτητές.
Είχα την τύχη να παρακολουθήσω την όπερα Ο σικελικός εσπερινός τον Απρίλιο του 2013 σε συμπαραγωγή Εθνικής Λυρικής Σκηνής και Μεγάρου Μουσικής στην Αίθουσα Αλεξάντρα Τριάντη του Μεγάρου Μουσικής Αθηνών. Μουσική διεύθυνση: Μύρων Μιχαηλίδης. Διανομή: Γκουίντο ντι Μονφόρτε: Ιγκόρ Γκολοβατένκο, Μπετύν: Διονύσης Τσαντίνης, Αρρίγκο: Ραφαέλ Άλβαρες, Πρότσιντα: Τάσος Αποστόλου, Έλενα: Τσέλια Κοστέα, Κόμης του Βωντμόν: Γιώργος Ρούπας. Η όπερα ανέβηκε για τον εορτασμό 200 ετών από τη γέννηση του μεγάλου συνθέτη, οποίος διακρίθηκε για τον εξαίρετο χαρακτήρα και τις αγαθοεργίες του. Μεταξύ άλλων χρηματοδότησε την ανέγερση και τη λειτουργία ενός νοσοκομείου και δημιούργησε έναν Οίκο Ανάπαυσης για τους αναξιοπαθούντες μουσικούς, σε μια κρύπτη του οποίου ετάφη και ο ίδιος. Δεν ήταν, όμως, απλά ένας υπέροχος άνθρωπος αλλά και ένας μεγάλος πατριώτης. Συνδέθηκε πολύ στενά με τις προσπάθειες για την πολιτική ένωση (Risorgimento) της Ιταλίας. Μια τάση που ο ίδιος ο Βέρντι ενεθάρρυνε με τη θεματολογία των έργων του, τα οποία, εμπνευσμένα από το ιστορικό παρελθόν και επενδυμένα με εντυπωσιακά χορωδιακά, δημιουργούσαν εύκολα στο κοινό συνειρμούς με την τρέχουσα πολιτική πραγματικότητα. Χαρακτηριστικό της ταύτισης του ονόματος του Βέρντι με το Risorgimento ήταν το σύνθημα που ακουγόταν τότε Viva VERDI (Viva Vittorio Emanuele Re D'Italia - Ζήτω ο Βίκτωρ Εμμανουήλ βασιλιάς της Ιταλίας). Μία από τις όπερες με ιστορικο-πολιτικό περιεχόμενο είναι και ο Σικελικός εσπερινός. Πρόκειται για μία μοναδική όπερα, την οποία πρέπει να παρακολουθήσει κάθε λάτρης της όπερας. Χαρακτηριστικά ο Εκτόρ Μπερλιόζ το 1855 αναφέρει: Χωρίς αυτό να θίγει τις αρετές του Τροβαδούρου και τόσων άλλων συγκινητικών έργων του Βέρντι, θα πρέπει να συμφωνήσουμε ότι στους Εσπερινούς, η διεισδυτική ένταση της μελωδικής έκφρασης, η πολυτελής ποικιλία, η συνετή νηφαλιότητα της ενορχήστρωσης, το εύρος, ο ποιητικός τρόπος με τον οποίο ηχούν τα σύνολα, τα θερμά χρώματα που λάμπουν παντού και αυτή η αίσθηση δύναμης γεμάτης πάθος, η οποία όμως αναπτύσσεται αργά και η οποία είναι ένα από τα χαρακτηριστικά της ιδιοφυίας του Βέρντι, σφραγίζουν ολόκληρο το έργο με μία μεγαλοπρέπεια, μία ηγεμονική επιβλητικότητα, πιο έντονη απ΄ότι σε προηγούμενα έργα του συνθέτη.