26/2/22

Η εξέλιξη της πεζογραφίας από τον 19ο αιώνα έως τις αρχές του 20ου αιώνα

Η ΕΞΕΛΙΞΗ ΤΗΣ ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑΣ ΑΠΟ ΤΟΝ 19ο ΑΙΩΝΑ ΕΩΣ ΤΙΣ ΑΡΧΕΣ ΤΟΥ 20ου ΑΙΩΝΑ

Κατά το πρώτο ήμισυ του 19ου αιώνα άνθισε στην Ευρώπη το κίνημα του ρομαντισμού ως αντίδραση κυρίως στο ορθολογιστικό πνεύμα του Διαφωτισμού και στις υπερβολές του κλασικισμού εκφράζοντας μία νέα αντίληψη για τη ζωή και την τέχνη. Στην καθαρότητα και κανονικότητα των μορφών, το συγκρατημένο συναισθηματισμό και την πληρότητα της έκφρασης του κλασικισμού, ο ρομαντισμός αντιπαραθέτει το συναίσθημα και τη φαντασία, το απόλυτο και το υπερβολικό, το συγκινησιακό και το ιδανικό, το ανέφικτο και το απέραντο. Ο ρομαντικός άνθρωπος είναι ένα ανήσυχο πλάσμα που αντιπαρατίθεται στον honnête homme και το οποίο αναζητά την ολοκλήρωσή του στο παράδοξο και το μυστηριώδες, στο όνειρο, στο υπερφυσικό και τον εξωτισμό, στο ασαφές και το συγκεχυμένο σε συνδυασμό με μία διάχυτη μελαγχολία και απαισιοδοξία. Το άτομο, ως υποκείμενο της τέχνης ή ως θέμα της, λαμβάνει κεντρική θέση, με αποτέλεσμα τη δημιουργία ενός έντονου ατομικισμού και εγωκεντρισμού.

Η πεζογραφία αυτής της περιόδου εμφανίζει τα χαρακτηριστικά του ρομαντικού κινήματος αν και δεν παρατηρείται ολοκληρωτική ρήξη με το παρελθόν, όπως στην ποίηση. Συγκεκριμένα το μυθιστόρημα αναδεικνύει το συγγραφέα ως τον βασικό πρωταγωνιστή, ο οποίος «ξεδιπλώνει κατά κύριο λόγο την προσωπικότητά του» και εκφράζει τα δικά του συναισθήματα και ευαισθησίες. Το ερωτικό πάθος κυριαρχεί στη θεματολογία των ρομαντικών μυθιστορημάτων. Η προσέγγιση όμως του θέματος είναι διαφορετική. Οι ρομαντικοί συγγραφείς αναγνωρίζουν την αξία του και το υπερασπίζονται ενάντια στους περιορισμούς που του επιβάλλει η ηθική και η κοινωνία.

Κατά το δεύτερο ήμισυ του 19ου αιώνα εμφανίζονται τα ρεύματα του ρεαλισμού και του νατουραλισμού. Με το ρεαλισμό η λογοτεχνία θέτει ως βασικό στόχο της την πιστή απόδοση της πραγματικότητας, όπως βέβαια την αντιλαμβάνεται και τη βιώνει ο δημιουργός χωρίς καμία προσπάθεια για εξιδανίκευση. Ο ρεαλιστής συγγραφέας, ο οποίος είναι ένας αποστασιοποιημένος παρατηρητής, περιγράφει την κοινωνική πραγματικότητα με ακρίβεια, αντικειμενικότητα και αληθοφάνεια χωρίς να εμπλέκεται προσωπικά. Αντλεί τα θέματά του από την καθημερινή ζωή των αστών ή του λαού και οριοθετεί με ιστορική ακρίβεια το χώρο και το χρόνο δράσης. Κατά την περίοδο του ρεαλισμού αναπτύσσεται το μυθιστόρημα, αλλά και το διήγημα.

Τις τελευταίες δεκαετίες του 19ου αιώνα εμφανίζεται ο νατουραλισμός, λογοτεχνικό κίνημα που συνδέεται αποκλειστικά με την πεζογραφία και πιο συγκεκριμένα με το μυθιστόρημα. Στην ουσία συνιστά την πιο ακραία εκδοχή του ρεαλισμού δίδοντας βαρύτητα στις πλέον δυσάρεστες πλευρές της αντικειμενικής πραγματικότητας χωρίς καμία προσπάθεια για ωραιοποίηση ή συγκάλυψη των αποκρουστικών πλευρών της. Ο νατουραλιστής συγγραφέας προτιμά προκλητικότερα θέματα από το περιθώριο της κοινωνικής ζωής εμμένοντας στην εξονυχιστική περιγραφή. Οι ήρωες του νατουραλισμού είναι οι απόκληροι και τα θύματα της κοινωνίας, οι καταπιεσμένοι και οι αδικημένοι.

Στη συνέχεια η λογοτεχνία στρέφεται προς ένα νέο αισθητικό ιδεώδες που εκφράζεται με τη μορφή του αισθητισμού. Ο αισθητισμός προβάλλει την απολυτοποίηση της αξίας της τέχνης και τη λατρεία της ομορφιάς. Δίνει έμφαση στην ατομική δημιουργικότητα και επαναφέρει στο προσκήνιο την προσωπικότητα του συγγραφέα, την οποία ο ρεαλισμός είχε παροπλίσει. Βασική αρχή του αισθητισμού είναι ότι η τέχνη έχει αυτάρκεια και αυτοτέλεια, δεν πρέπει να υπηρετεί κανένα άλλο σκοπό και ούτε να κρίνεται με ηθικά, πολιτικά, κοινωνικά ή άλλα ωφελιμιστικά κριτήρια. Η φράση «η τέχνη για την τέχνη» υπήρξε το κυριότερο αξίωμα και έμβλημα των οπαδών του αισθητισμού, των λεγομένων esthétes. Ο κύριος εκφραστής της πεζογραφίας του αισθητισμού ήταν ο Όσκαρ Ουάιλντ. Η αναζήτηση του ωραίου και επιτηδευμένου εξώθησε σε ακραίες νοσηρές εμπειρίες την τελευταία δεκαετία του αιώνα, σηματοδοτώντας το φαινόμενο της παρακμής.

Προς το τέλος του 19ου αιώνα οι νέες κοινωνικές και πολιτικές συνθήκες της βιομηχανικής κοινωνίας, καθώς και οι εξελίξεις στις φυσικές επιστήμες, την ψυχολογία και τη φιλοσοφία οδηγούν στη διαμόρφωση ενός νέου πνευματικού και καλλιτεχνικού κινήματος του μοντερνισμού. Ο βασικός αντίπαλος με τον οποίο αναμετρήθηκε η μοντερνιστική πεζογραφία ήταν ο ρεαλισμός και οι συμβάσεις του. Οι μοντερνιστές αμφισβήτησαν κυρίως την αληθοφάνεια ως κριτήριο για την αξία του λογοτεχνικού πεζού λόγου. Η αντικειμενική αναπαράσταση, που ήταν το βασικό γνώρισμα της ρεαλιστικής πεζογραφίας, παραχωρεί τη θέση της στην ενδοσκόπηση, την αναπόληση και το συλλογισμό, δηλαδή στον εσωτερικό κόσμο και στην υποκειμενικότητα του ατόμου. Ο «εσωτερικός μονόλογος», χάριν του οποίου καταστρατηγούνται γραμματικοί και συντακτικοί κανόνες και οι «ελεύθεροι συνειρμοί» βοηθούν στη διερεύνηση του υποσυνειδήτου και την αποκάλυψη ανενδοσκόπητων έως τότε ψυχικών βιωμάτων.

Ο μοντερνισμός συνδέεται με τον αισθητισμό καθότι και τα δύο ρεύματα εναντιώνονται στη σεμνοτυφία, τον ωφελιμισμό και την κερδοσκοπία της αστικής τάξης, ενώ ενδιαφέρονται για το ύφος, τον υποκειμενισμό, τη λογιότητα και την εξερεύνηση της συνείδησης και των αισθήσεων. Τέλος, κοινό γνώρισμά τους είναι η απολυτοποίηση της αξίας της τέχνης και η πεποίθηση στην αξία της τέχνης ως καθαρής μορφής, σε αντίθεση με την περιγραφική αισθητική του ρεαλισμού. Για τους ανωτέρω λόγους ο αισθητισμός μπορεί να θεωρηθεί πρόδρομος του μοντερνισμού.