ΑΠΟΠΕΙΡΑ ΣΥΓΚΕΡΑΣΜΟΥ ΛΟΓΟΥ ΚΑΙ
ΠΙΣΤΗΣ
Η εύθραυστη ισορροπία μεταξύ της αριστοτελικής φιλοσοφίας και της χριστιανικής θεολογίας.
Η κρίση του 1277
Η αριστοτελική φιλοσοφία και η χριστιανική θεολογία αν και μεθοδολογικά διακριτές, αποτελούν συμβατές οδούς προς την αλήθεια. Η φιλοσοφία χρησιμοποιεί τις φυσικές ανθρώπινες δυνάμεις της αίσθησης και του λογικού για να συλλάβει όσες αλήθειες μπορούμε να γνωρίσουμε με αυτόν τον τρόπο. Η θεολογία προσφέρει πρόσβαση σε αλήθειες εξ αποκαλύψεως, οι οποίες υπερβαίνουν τη δυνατότητα των φυσικών ικανοτήτων ανακάλυψης και κατανόησης. Θα μπορέσουν οι διανοούμενοι του 13ου αιώνα να διαφυλάξουν την ισορροπία μεταξύ πίστης και λογικής;
Ο Αριστοτέλης του 13ου αιώνα δεν είναι ίδιος με εκείνον του 12ου αιώνα. Είναι πιο πλήρης. Στο λογικό Αριστοτέλη του 12ου αιώνα, προστίθεται ο φυσικός Αριστοτέλης, ο ηθικός με τα Ηθικά Νικομάχεια και ο μεταφυσικός. Στη συνέχεια τον ερμηνεύουν και τον σχολιάζουν οι μεγάλοι Άραβες φιλόσοφοι, όπως ο Αβικέννας και, κυρίως, ο Αβερρόης.
Δύο τουλάχιστον είναι οι μορφές του Αριστοτέλη που εισδύουν στη Δύση: ο πραγματικός και εκείνος του Αβερρόη, καθώς και δύο οι κατευθυντήριες τάσεις αυτού του ρεύματος: η τάση του Μεγάλου Αλβέρτου και του Θωμά Ακινάτη, οι οποίοι επιδιώκουν να συμφιλιώσουν τον Αριστοτέλη με τις Γραφές και η τάση των αβερροϊστών, οι οποίοι, όπου βλέπουν αντίφαση, την αποδέχονται και προσπαθούν να ακολουθήσουν τόσο τον Αριστοτέλη όσο και τις Γραφές. Έτσι εφευρίσκουν το δόγμα της διπλής αλήθειας.
Το δόγμα της διπλής αλήθειας είναι μία πρακτική η οποία παίρνει διάφορες εκφράσεις κατά τη διάρκεια του δυτικού μεσαίωνα και η οποία επέτρεψε την άσκηση επιστημονικής δραστηριότητας στο πλαίσιο της κυριαρχίας της θεολογικής χριστιανικής κοσμοαντίληψης. Η ουσία του δόγματος αυτού είναι ότι θα πρέπει να θεωρεί κανείς πως υπάρχουν δύο αλήθειες, μία των Γραφών και μία της επιστήμης, οι οποίες δεν πρέπει να έρχονται σε αντίθεση, όπως υποστηρίζει ο Αβερρόης. Όταν εμφανιστεί μία τέτοια αντίθεση, θα πρέπει να θεωρείται σωστή η θεολογική θέση.
Οι αντιπαραθέσεις και οι συγκρούσεις
μεταξύ αριστοτελικής φιλοσοφίας και χριστιανικής θεολογίας που
χαρακτήριζαν το μεσοδιάστημα ανάμεσα
στον εκπνέοντα μεσαιωνισμό και την ακμή της επιστημονικής επανάστασης, οδήγησαν
στην κρίση του 1277 με την καταδίκη 219 αριστοτελικών προτάσεων και την
απαγόρευση έργων του Αριστοτέλη, τα οποία είχαν προκαλέσει αμφισβήτηση από την
πλευρά των χριστιανών θεολόγων.
Θωμάς
Ακινάτης και η προσπάθεια συγκερασμού Λόγου και Πίστης
Ο Θωμάς Ακινάτης, ένας από τους μεγαλύτερους θεολόγους και φιλοσόφους του μεσαίωνα, προσπαθώντας να συγκεράσει τον Λόγο με την Πίστη, αρνείται το δόγμα της Διπλής Αλήθειας. Υποστηρίζει ότι υπάρχει μία αλήθεια και όχι διπλή. Υπάρχουν περιοχές γνώσης με πρόσβαση ορθολογισμού και παρατήρησης διαφορετικές από εκείνες στις οποίες αποκτά πρόσβαση ο πιστός με τη βοήθεια του Θεού. Είναι συνεπώς έγκυρη η γνώση του αβοήθητου από τον Θεό ανθρώπου. Δεδομένου ότι όλη η γνώση πηγάζει από τον Θεό και υπάρχει τάξη και αρμονία στον κόσμο, η Χάρη δεν καταστρέφει τη Φύση, αλλά την τελειοποιεί.
Την άποψη αυτή εκφράζουν τα δοθέντα κείμενα της εργασίας μας, τα οποία προέρχονται από το έργο του Θωμά Ακινάτη, Summa Contra Gentiles. Ο φιλόσοφος και ο θεολόγος μελετούν τα δημιουργήματα με διαφορετικό τρόπο, καθόσον αποτελούν αντικείμενο τόσο της χριστιανικής διδασκαλίας όσο και της ανθρώπινης φιλοσοφίας. Η φιλοσοφία τα μελετά με την παρατήρηση, όπως είναι, ενώ η χριστιανική πίστη τα μελετά στο μέτρο που αναπαριστούν το μεγαλείο του Θεού. Για τον λόγο αυτό επίσης, ο φιλόσοφος και ο πιστός μελετούν στα δημιουργήματα διαφορετικές ιδιότητες. Ο φιλόσοφος παρατηρεί τις ορατές ιδιότητες που υφίστανται, ενώ ο πιστός μελετά μόνο εκείνο που ανήκει στα δημιουργήματα στο μέτρο που αυτό συνδέεται με τον Θεό. Πρόκειται, λοιπόν, για μία τελείως διαφορετική προσέγγιση των πραγμάτων.