Σιμόν Μποκανέγκρα Τζουζέπε Βέρντι
Ο Σιμόν Μποκανέγκρα (Simon Boccanegra) είναι μία όπερα με πρόλογο και τρεις πράξεις του Ιταλού συνθέτη Τζουζέπε Βέρντι. Είναι γραμμένη πάνω σε ιταλικό λιμπρέτο του Φραντσέσκο Μαρία Πιάβε,, βασισμένο στο ομώνυμο ισπανικό θεατρικό έργο του Αντόνιο Γκαρθία Γκουτιέρεθ, που γράφτηκε το1843. Η παγκόσμια πρεμιέρα της όπερας έγινε στο Θέατρο Λα Φενίτσε της Βενετίας, στις 12 Μαρτίου 1857. Σε έργο του Γκουτιέρεθ βασίζεται και μία άλλη όπερα του Βέρντι, ο Τροβατόρε.
Η υπόθεση του έργου
Τόπος: Η Γένοβα και τα περίχωρά της
Χρόνος: μέσα του 14ου αιώνα
Πρόλογος
Μια πλατεία μπροστά από το ανάκτορο των Φιέσκι
Ο πληβείος Πάολο Αλμπιάνι αναφέρει στον ομοϊδεάτη του Πιέτρο ότι κατά την επικείμενη εκλογή του Δόγη της Γένοβας η επιλογή του για τον υποψήφιο των πληβείων είναι ο Σιμόν Μποκανέγκρα. Ο Μποκανέγκρα φθάνει και πείθεται να θέσει υποψηφιότητα όταν ο Πάολο υπαινίσσεται ότι, αν ο Μποκανέγκρα γίνει Δόγης, τότε ο αριστοκράτης Ιάκωβος Φιέσκο θα του επιτρέψει σίγουρα να νυμφευθεί την κόρη του, τη Μαρία. Μετά την αναχώρηση του Μποκανέγκρα ο Πάολο κουτσομπολεύει σχετικά με τον έρωτα του Μποκανέγκρα με τη Μαρία Φιέσκο – ο Μποκανέγκρα και η Μαρία έχουν ήδη ένα τέκνο, και ο εξαγριωμένος Φιέσκο έχει κλειδώσει την κόρη του μέσα στο παλάτι του. Ο Πιέτρο ενθαρρύνει μία ομάδα πολιτών να υποστηρίξουν τον Μποκανέγκρα. Αφού το πλήθος έχει πια διαλυθεί, ο Φιέσκο βγαίνει από το ανάκτορό του θλιμμένος: η Μαρία έχει μόλις πεθάνει (Il lacerato spirito / «Η βασανισμένη ψυχή ενός θλιμμένου πατέρα»). Ορκίζεται εκδίκηση κατά του Μποκανέγκρα για το ότι κατέστρεψε την οικογένειά του. Στη συνέχεια συναντά τον Μποκανέγκρα, αποκρύπτοντάς του τον θάνατο της Μαρίας. Ο Μποκανέγκρα προτείνει συμφιλίωση και ο Φιέσκο του υπόσχεται έλεος μόνο αν ο Μποκανέγκρα τον αφήσει να έχει την εγγονή του. Ο Μποκανέγκρα του εξηγεί πως δεν μπορεί, καθώς το παιδί, αφημένο στη φροντίδα μιας τροφού, έχει εξαφανισθεί. Εισέρχεται στο μέγαρο και βρίσκει το άψυχο κορμί της αγαπημένης του μόλις πριν τα πλήθη εισορμήσουν χαιρετίζοντάς τον ως τον νέο Δόγη.
Πράξη Α΄
Είκοσι πέντε χρόνια έχουν περάσει — ιστορικά, η δράση μετατοπίζεται από το 1339, τη χρονιά της εκλογής του Boccanegra, στο 1363 στις Πράξεις Α΄, Β΄ και Γ΄, που είναι το έτος θανάτου του — και ο Δόγης έχει εξορίσει πολλούς από τους πολιτικούς αντιπάλους του κατάσχοντας τις περιουσίες τους. Ανάμεσά τους είναι και ο Φιέσκο, που ζει πλέον στο ανάκτορο των Γκριμάλντι υπό το ψευδώνυμο «Αντρέα Γκριμάλντι» για να αποφύγει τη σύλληψη και συνωμοτεί με τους αντιπάλους του Μποκανέγκρα για να ανατρέψει τον Δόγη. Οι Γκριμάλντι έχουν υιοθετήσει ένα ορφανό κορίτσι αγνώστων γονέων που το βρήκαν σε ένα κοινόβιο (είναι στην πραγματικότητα το παιδί του Μποκανέγκρα και εγγονή του Φιέσκο). Την ονόμασαν Αμέλια, ελπίζοντας ότι θα είναι η κληρονόμος τους, αφού οι γιοι τους είναι εξόριστοι και η δική τους κόρη έχει πεθάνει σε βρεφική ηλικία. Η Αμέλια είναι τώρα μία νέα κοπέλα.
Σκηνή 1: Κήπος στο ανάκτορο των Γκριμάλντι, πριν την ανατολή του ήλιου
Η Αμέλια περιμένει τον αγαπημένο της, Γκαμπριέλε Αντόρνο (άρια: Come in quest'ora bruna / «Πώς στο φως της αυγής η θάλασσα και τ' άστρα φέγγουν»). Τον υποπτεύεται ότι συνωμοτεί κατά του Δόγη και όταν φθάνει, τον προειδοποιεί για τους κινδύνους των πολιτικών συνωμοσιών. Ακούγεται ότι ο Δόγης έρχεται. Η Αμέλια, φοβούμενη πως ο Δόγης θα της επιβάλει να παντρευτεί τον Πάολο, που τώρα έχει γίνει ο σύμβουλός του, προτρέπει τον να ζητήσει άδεια από τον κηδεμόνα της Αντρέα (στην πραγματικότητα τον παππού της Φιέσκο) να παντρευτούν. Ο Φιέσκο αποκαλύπτει στον Αντόρνο ότι η Αμέλια δεν είναι μία Γκριμάλντι, αλλά ένα έκθετο που υιοθετήθηκε από την οικογένεια. Τότε ο Αντόρνο λέει ότι δεν τον ενδιαφέρει και ο Φιέσκο ευλογεί τον γάμο. Στη συνέχεια έρχεται ο Μποκανέγκρα και αναφέρει στην Αμέλια πως έχει δώσει χάρη στους εξόριστους αδελφούς της. Εκείνη του αποκαλύπτει πως είναι ερωτευμένη, αλλά όχι με τον Πάολο, τον οποίο αρνείται να παντρευτεί. Ο Μποκανέγκρα δεν θέλει να υποχρεώσει την Αμέλια σε ένα γάμο ενάντια στη θέλησή της. Τότε εκείνη του αποκαλύπτει ότι είναι υιοθετημένη και ότι έχει ένα ενθύμιο της μητέρας της, μία εικόνα της ενσωματωμένη σε ένα μενταγιόν. Οι δυο τους συγκρίνουν την εικόνα με την εικόνα της αγαπημένης του Μποκανέγκρα και συνειδητοποιούν πως πρόκειται για το ίδιο πρόσωπο και ότι οι ίδιοι είναι πατέρας και κόρη. Τους κυριεύει η χαρά για την ανακάλυψη. Η Αμέλια μπαίνει στο παλάτι. Αλλά λίγο μετά καταφθάνει ο Πάολο για να μάθει αν η Αμέλια τον έχει δεχθεί ως σύζυγο. Ο Μποκανέγκρα τον πληροφορεί ότι ο γάμος δεν θα γίνει. Εξαγριωμένος, ο Πάολο αρχίζει να σχεδιάζει την απαγωγή της Αμέλια.
Σκηνή 2: Η αίθουσα του συμβουλίου
Ο Δόγης ενθαρρύνει τους συμβούλους να συνάψουν ειρήνη με τη Βενετία. Τον διακόπτει η βοή του όχλου που καλεί για αίμα. Ο Πάολο υποψιάζεται πως η απαγωγή της Αμέλια έχει αποτύχει. Ο Δόγης απαγορεύει την έξοδο από την αίθουσα σε όλα τα μέλη του συμβουλίου και διατάζει να ανοίξουν οι εξώπορτες: ένα πλήθος εισορμά κυνηγώντας τον Αντόρνο. Ο Αντόρνο εξομολογείται ότι σκότωσε τον Λορεντζίνο, ένα πληβείο που είχε απαγάγει την Αμέλια και ισχυρίσθηκε ότι το είχε κάνει υπακούοντας διαταγές ενός υψηλόβαθμου αξιωματούχου. Ο Αντόρνο μαντεύει λάθος ότι ο αξιωματούχος αυτός είναι ο ίδιος ο Μποκανέγκρα και πάει να του επιτεθεί, όταν η Αμέλια ορμά στην αίθουσα και τον σταματά (άρια: Nell'ora soave / «Σε κείνη τη γλυκιά ώρα που προσκαλεί την έκσταση, περπατούσα μόνη πλάι στη θάλασσα»). Περιγράφει την απαγωγή της και την απόδρασή της. Πριν προλάβει να ονοματίσει τον απαγωγέα της, ξεσπά και πάλι η συμπλοκή. Ο Μποκανέγκρα αποκαθιστά την τάξη και διατάζει την κράτηση του Αντόρνο για τη νύχτα (άρια: Plebe! Patrizi! Popolo! / «Πληβείοι! Πατρίκιοι! Κληρονόμοι μιας τραχιάς Ιστορίας»). Διατάζει τον όχλο να ειρηνεύσει και το πλήθος εξυμνεί το έλεός του. Αντιλαμβανόμενος ότι ο Πάολο είναι υπεύθυνος για την απαγωγή, ο Μποκανέγκρα τον θέτει επικεφαλής της αναζητήσεως του ενόχου. Μετά εξαναγκάζει όλους τους συμβούλους, μεταξύ των οποίων και ο Πάολο, να καταραστούν τον απαγωγέα.
Πράξη Β΄
Τα διαμερίσματα του δόγη
Ο Πάολο έχει φυλακίσει τον Φιέσκο. Αποφασισμένος να σκοτώσει τον Μποκανέγκρα, ο Πάολο χύνει ένα δηλητήριο αργής δράσεως στο νερό του Δόγη και μετά προσπαθεί να πείσει τον Φιέσκο να δολοφονήσει τον Μποκανέγκρα σε αντάλλαγμα για την ελευθερία του. Ο Φιέσκο αρνείται. Τότε ο Πάολο βρίσκει τον Αντόρνο και του λέει ότι η Αμέλια είναι ερωμένη του Δόγη, ελπίζοντας ότι ο Αντόρνο θα δολοφονήσει τον Μποκανέγκρα από ζήλεια. Ο Αντόρνο πράγματι εξαγριώνεται (άρια: Sento avvampar nell'anima / «Αισθάνομαι μια θηριώδη ζήλεια, που βάζει φωτιά στην ψυχή μου»). Η Αμέλια εισέρχεται στα διαμερίσματα του Δόγη, δείχνοντας έτσι άθελά της πως οι υποψίες του Αντόρνο είναι σωστές, και αυτός την κατηγορεί θυμωμένα για απιστία. Εκείνη λέει μόνο πως τον αγαπά, αλλά δεν μπορεί να αποκαλύψει το μυστικό της – ότι ο Μποκανέγκρα είναι ο πατέρας της – καθώς η οικογένεια του Αντόρνο έχει εξοντωθεί από τον Δόγη. Ο Αντόρνο κρύβεται καθώς ακούν τον Μποκανέγκρα να πλησιάζει. Η Αμέλια εξομολογείται στον Μποκανέγκρα ότι είναι ερωτευμένη με τον εχθρό του πλέον, Αντόρνο. Ο Μποκανέγκρα θυμώνει, αλλά λέει στην κόρη του πως, αν ο νέος αλλάξει συμπεριφορά, ίσως τον συγχωρήσει. Ζητά από την Αμέλια να φύγει, μετά πίνει το δηλητηριασμένο νερό και κοιμάται. Ο Αντόρνο εμφανίζεται και είναι έτοιμος να σκοτώσει τον Μποκανέγκρα, όταν η Αμέλια επιστρέφει εγκαίρως για να τον σταματήσει. Ο Μποκανέγκρα ξυπνά και αποκαλύπτει στον Αντόρνο ότι η Αμέλια είναι κόρη του. Ο Αντόρνο ικετεύει την Αμέλια να τον συγχωρήσει (τριωδία: Perdon, Amelia... Indomito / «Συχώρεσέ με, Αμέλια... Είχα έναν άγριο έρωτα γεμάτο ζήλεια»). Τότε ακούγονται θόρυβοι από πάλη – ο Πάολο έχει υποκινήσει μία εξέγερση ενάντια στον Δόγη. Ο Αντόρνο υπόσχεται να υπερασπισθεί τον Μποκανέγκρα, ο οποίος του ορκίζεται πως θα πάρει ως σύζυγό του την Αμέλια αν μπορέσει να συντρίψει τους επαναστάτες.
Πράξη Γ΄
Μέσα στο ανάκτορο του Δόγη
Η εξέγερση ενάντια στον Δόγη έχει κατασταλεί. Ο Πάολο έχει καταδικασθεί σε θάνατο για τη συμμετοχή του σε αυτή. Ο Φιέσκο απελευθερώνεται από τη φυλακή από τους άνδρες του Δόγη. Στον δρόμο του προς τον τόπο της εκτέλεσης, ο Πάολο καυχάται στον Φιέσκο πως έχει δηλητηριάσει τον Μποκανέγκρα. Ο Φιέσκο συγκλονίζεται βαθιά. Βρίσκει τον Μποκανέγκρα, ο οποίος τώρα πεθαίνει από το δηλητήριο του Πάολο. Ο Μποκανέγκρα αναγνωρίζει τον παλιό εχθρό του και αποκαλύπτει στον Φιέσκο πως η Αμέλια είναι η εγγονή του. Ο Φιέσκο αισθάνεται μεγάλη εσωτερική μετάνοια και πληροφορεί τον Μποκανέγκρα για το δηλητήριο. Ο Αντόρνο και η Αμέλια έρχονται ως νεόνυμφοι και βρίσκουν τους δύο άνδρες συμφιλιωμένους. Ο Μποκανέγκρα αποκαλύπτει στην Αμέλια ότι ο Φιέσκο είναι ο παππούς της και, προτού πεθάνει, ορίζει τον Αντόρνο ως διάδοχό του. Ο λαός θρηνεί τον θάνατο του Δόγη.
Είχα την τύχη να παρακολουθήσω την όπερα Μποκανέγκρα του Τζ.Βέρντι στο Κέντρο Πολιτισμού Ίδρυμα Σταύρος Νιάρχος τον Ιανουάριο του 2019, την οποία ανέβασε η Εθνική Λυρική Σκηνή και παρουσίασε στην αίθουσα «Σταύρος Νιάρχος». Στον πρωταγωνιστικό ρόλο ο εξαιρετικός βαρύτονος διεθνούς φήμης Δημήτρης Πλατανιάς. Στο ρόλο της Μαρίας Μποκανέγκρα η εξαιρετική Ρουμάνα υψίφωνος Τσέλια Κοστέα, ενώ στο ρόλο του Γκαμπριέλε Αντόρνο, ο Μεξικανός διάσημος τενόρος Ραμόν Βάργκας. Τέλος, στον σημαντικό ρόλο του Γιάκοπο Φιέσκο ο μπάσος Χριστόφορος Σταμπόγλης.
Είναι αλήθεια ότι ο Σιμόν Μποκανέγκρα δεν είναι η πιο γνωστή όπερα του Τζουζέπε Βέρντι. Είναι, ωστόσο, μία από τις καταλληλότερες για να καταλάβουμε τον ίδιο, το έργο του και την Ιταλία, στην οποίαν έζησε και δημιούργησε. Όπως έκανε και με άλλα έργα του, στον Σιμόν Μποκανέγκρα ο Ιταλός συνθέτης αφιέρωσε τον ομώνυμο πρωταγωνιστικό ρόλο στη φωνή του βαρυτόνου, επιλογή που θα μπορούσαμε να χαρακτηρίσουμε «αυτοβιογραφικού χαρακτήρα». «Καθώς ο ίδιος ήταν βαρύτονος, ο Τζουζέπε Βέρντι υπήρξε σε μεγάλες του όπερες πολύ γενναιόδωρος με τη φωνή του βαρυτόνου, προσφέροντάς της τους θεατρικά πλέον ενδιαφέροντες χαρακτήρες που βρίσκουμε στα έργα του». Αυτή η όπερα δεν αποτέλεσε εξαίρεση και ο Βέρντι, τρέφοντας μία ιδιαίτερη αγάπη για τη συχνότητα της δικής του φωνητικής έκφρασης, “έπλασε” τον Σιμόν Μποκανέγκρα ως βαρύτονο.
Η δημοφιλής όπερα, η μουσική της οποίας αντανακλά το πνεύμα του ώριμου ρομαντισμού, ανέβηκε στην αναθεωρημένη εκδοχή του 1881 και όχι στην αρχική του 1857: η μεταξύ τους χρονική απόσταση είχε ιδιαίτερη σημασία για τις πολιτικές και καλλιτεχνικές εξελίξεις στην Ιταλία. Αφενός επειδή ο Βέρντι εκφράζει –εν προκειμένω διά στόματος του ιστορικού δόγη της Γένοβας– τη σταθερή πολιτική του θέση (που ταυτιζόταν με την επιθυμία των συμπατριωτών του) για μια Ιταλία ελεύθερη κι ενωμένη, μακριά από αδελφοκτόνους πολέμους· και αφετέρου διότι η όπερα είχε εξελιχτεί σταδιακά από το μελόδραμα σε μια πιο περίπλοκη μορφή μουσικού δράματος, καθώς η Ιταλία είχε βιώσει μιαν εθνική επανάσταση και στο περιβάλλον των ποιητών του Μιλάνου του 1880 ο συμβολισμός, ο υπαινιγμός και η επιτηδευμένη ασάφεια αποτελούσαν κυρίαρχες τάσεις μιας νέας ευαισθησίας. Μία μοναδική παράσταση, την οποία οφείλει να παρακολουθήσει κάθε λάτρης της όπερας.