27/2/22

Karl Popper και η αρχή της διαψευσιμότητας

     Karl Popper και η αρχή της διαψευσιμότητας

    Ο Karl Popper (1902-1994), κορυφαίος διανοητής του 20ου αιώνα, οι απόψεις του οποίου άσκησαν μεγάλη επιρροή στη φιλοσοφία της επιστήμης, υπήρξε ο κυριότερος επικριτής του λογικού θετικισμού. Βασική αφετηριακή παραδοχή του Popper είναι ότι το πρόβλημα της επαγωγής, όπως το είχε ορίσει αρχικά ο Hume, είναι άλυτο. Σύμφωνα με τον Popper η πιθανότητα μιας θεωρητικής υπόθεσης με αναφορά στο σώμα των εμπειρικών παρατηρήσεων που τη στηρίζει, καταλήγει πάντα σε αποτελέσματα με σχετικό και υποκειμενικό χαρακτήρα. Σύμφωνα με τον Popper, ο βαθμός αξιοπιστίας μιας επιστημονικής πρότασης («η πρότερη πιθανότητά της», prior or anterior probability) εξαρτάται αποκλειστικά από τις διαθέσεις και τις προτιμήσεις του ερευνητή, τις οποίες μόνο μερικώς τροποποιεί στη συνέχεια το συλλεγόμενο εμπειρικό αποδεικτικό υλικό («η ύστερη πιθανότητά της», posterior probability). Συνεπώς η διαδικασία της εμπειρικής επαλήθευσης δεν είναι ικανή να αποφέρει μία ισχυρή διϋποκειμενική συναίνεση σχετικά με το κύρος των γενικών προτάσεων, γεγονός που συνεπάγεται επιστημονική αβεβαιότητα και αμφιβολία.
    Ο Popper επισημαίνει ότι όλες σχεδόν οι θεωρίες είναι εμπειρικά επαληθεύσιμες, εφόσον οι υποστηρικτές τους είναι αποφασισμένοι να βρουν ή να κατασκευάσουν εμπειρικά στοιχεία για να την επαληθεύσουν. Η θετικιστική, λοιπόν, μεθοδολογία αδυνατεί να προασπίσει το κύρος της επιστήμης και να χαράξει τα όρια ανάμεσα στην επιστημονική θεωρία από τη μια μεριά και στη μεταφυσική και στη θεολογία από την άλλη. Αυτό οφείλεται στο ότι επικρατεί η πλάνη της θέσης της ακολουθίας ενός υποθετικού συλλογισμού, διότι από την εμπειρική ύπαρξη ενός συγκεκριμένου αποτελέσματος συμπεραίνουμε, πολλές φορές λανθασμένα, την ύπαρξη μίας και μοναδικής αιτίας του φαινομένου αυτού, ενώ είναι λογικώς δυνατόν το ίδιο αποτέλεσμα να παραχθεί από μία πληθώρα αιτιών πέρα από εκείνη την οποία η δική μας θεωρία υποθέτει.
    Απορρίπτοντας την εμπειρική επαγωγή, ο Popper εισηγείται μία εναλλακτική διαδικασία διακρίβωσης της αλήθειας των υποθέσεων και των θεωριών μας. Η διαδικασία την οποία προτείνει ο Popper έχει παραγωγικό χαρακτήρα και αντιστοιχεί σε έναν από τους βασικούς τύπους για την παραγωγή λογικώς εγκύρων επιχειρημάτων, εκείνον που ονομάζεται modus tollens (συλλογισμός αιρομένης ακολουθίας). Συγκεκριμένα: Διατυπώνουμε μία υπόθεση Υ, η οποία συνεπάγεται μία συγκεκριμένη εμπειρική πρόβλεψη. Όταν ο πειραματικός έλεγχος, τον οποίο διεξάγουμε, αποδεικνύει ότι η εμπειρική πρόβλεψη δεν ισχύει, τότε είμαστε απόλυτα βέβαιοι, ότι η Υ δεν αληθεύει. Το αρνητικό πειραματικό αποτέλεσμα ονομάζεται αντιπαράδειγμα και ο ρόλος του είναι πολύ σημαντικός. Η ανακάλυψη ενός και μόνο αντιπαραδείγματος είναι ικανή να διαψεύσει τη θεωρία μας εντελώς.
    Κατά τον Popper επιστημονική είναι μία διαδικασία οργανωμένη κατά τρόπο που να διευκολύνει τη διάψευση των θεωριών μας. Εισηγείται, λοιπόν, την αρχή της διαψευσιμότητας, σύμφωνα με την οποία, για να θεωρηθεί μία πρόταση ή θεωρία της επιστήμης έγκυρη, θα πρέπει πάντοτε να μπορεί να ελεγχθεί και να διαψευσθεί από τα δεδομένα της εμπειρίας. Μία θεωρία είναι τόσο καλύτερη, όσο περισσότερο είναι διαψεύσιμη. Όσους περισσότερους ισχυρισμούς ενέχει μία θεωρία, τόσο περισσότερες ευκαιρίες διάψευσης προσφέρει. Σε αντίθετη περίπτωση, αν οι αποφάνσεις που συγκροτούν μία θεωρία της επιστήμης είναι ανεπίδεκτες ελέγχου και δεν είναι διαψεύσιμες, τότε δεν πρόκειται στην πραγματικότητα για γνήσια επιστημονική θεωρία, αλλά για μία ψευδοεπιστημονική θεωρία. Με την εισήγησή του αυτή ο Popper πιστεύει ότι λύνει το πρόβλημα της οριοθέτησης της επιστήμης απέναντι στη μη επιστήμη.
    Σύμφωνα με τον Popper η ιστορία της επιστήμης είναι μία ακολουθία εικασιών, διαψεύσεων, αναθεωρημένων εικασιών και νέων διαψεύσεων. Η πρόοδος της επιστήμης είναι για τον Popper μία πορεία από ψεύδος σε λιγότερο ψεύδος και όχι από την αλήθεια σε περισσότερη αλήθεια. Η θεωρία εκείνη που διαδέχεται την προηγουμένη που έχει διαψευσθεί δεν είναι αληθής, αλλά αληθοφανής και αυτή η θεωρία με τη λογική της δομή βρίσκεται πιο κοντά στην αντικειμενική γνώση σε σχέση με αυτές που έχουν διαψευσθεί.