16/3/22

Η Επικούρεια φιλοσοφία

ΕΠΙΚΟΥΡΙΣΜΟΣ

 Ο Επικουρισμός, σύγχρονος του Στωικισμού αλλά αντίποδας αυτού, αντλεί από τον κυρηναϊκό Ηδονισμό του Αριστίππου και τα δόγματα του Δημοκρίτου, ενώ οι Στωικοί ακολουθούσαν τον Ηράκλειτο.

 1.1. Ο Επίκουρος και οι Επικούρειοι

 

Γεννημένος στη Σάμο το 341 π.Χ., υιός του αθηναίου κληρούχου Νεοκλή και της Χαιρεστράτης. Ο πατέρας του, Αθηναίος πολίτης από τον δήμο Γαργηττού με καταγωγή από το παλιό επιφανές Αθηναϊκό γένος των Φιλαϊδών, συμμετείχε στον αποικισμό της Σάμου. Ο Επίκουρος μαθήτευσε, αρχικά, κοντά στο γραμματοδιδάσκαλο πατέρα του, έπειτα στον πλατωνικό Πάμφιλο και ύστερα πλησίον του Ναυσιφάνους στο γειτονικό νησί Τέως, γεγονός που τον απομάκρυνε από κάθε πλατωνική δοξασία και τον έστρεψε στις θεωρίες του Δημόκριτου. Σε ηλικία 18 ετών μετέβη στην Αθήνα για την στρατιωτική και πολιτική του θητεία μαζί με τον κωμικό Μένανδρο. Το 322, ύστερα από την εκπλήρωση των στρατιωτικών του υποχρεώσεων, δεν επέστρεψε στη Σάμο, γιατί οι αθηναϊκές κληρουχίες είχαν καταργηθεί, αλλά κατέφυγε για δώδεκα χρόνια στον Κολοφώνα και επιδόθηκε σε πολύχρονες μελέτες.

Αργότερα δημιούργησε το δικό του Φιλοσοφικό Κύκλο στη Μυτιλήνη ιδρύοντας Σχολή, την οποία μετέφερε αργότερα στη Λάμψακο, για να επιστρέψει το 306  π.Χ. σε ηλικία 34 ετών στην Αθήνα και να ιδρύσει την Επικούρειο Σχολή, αφού αγόρασε μια έκταση ανάμεσα στην Αθήνα και τον Πειραιά με ογδόντα μνας, τον Κήπο όπως ονομάστηκε.

Η Σχολή του Επίκουρου ήταν κοινότητα φίλων κατά τα πλατωνικά πρότυπα της Πολιτείας και η ατμόσφαιρά της ευχάριστη, τερπνή και ψυχαγωγική. Εντελώς αδικαιολόγητα κατά τον Διογένη Λαέρτιο ταύτισαν το όνομα του Επίκουρου με τη φιλήδονη ζωή, ενώ επρόκειτο για φιλόσοφο με παροιμιώδη εγκράτεια και ολιγάρκεια, πραότητα και καλοσύνη, όπως άλλωστε φανερώνει και η σύντομη-λίγο πριν το θάνατό του-επιστολή του προς το μαθητή του Ιδομενέα.  Ο Επίκουρος πέθανε το 270π.Χ. σε ηλικία 72 χρόνων.

1.2. Η Επικούρεια φιλοσοφία

 Οι αρχαιολόγοι έχουν παρατηρήσει ότι στα ελληνικά σπίτια και αργότερα στα ρωμαϊκά, υπήρχε ένας μεγάλος αριθμός αγαλμάτων με την προτομή του Επίκουρου, μερικές φορές ακόμη και μικρών διαστάσεων. Είναι αλήθεια ότι οι αρχαίοι λάτρευαν να συλλέγουν τις μορφές των σοφών, αλλά αυτή η περίπτωση είναι ιδιαίτερη, επειδή αγαλματίδια του φιλοσόφου από τη Σάμο υπήρχαν ακόμη και σε σπίτια κοινών ανθρώπων, χωρίς πνευματικά ενδιαφέροντα. Η εξήγηση έχει μεγάλη φιλοσοφική σπουδαιότητα: πίστευαν ότι η παρατήρηση του προσώπου του Επίκουρου γεννούσε αγαλλίαση στην ψυχή όχι μέσα από τη μαγεία, αλλά με τη δύναμη του παραδείγματος που μας δίνει ο Σωτήρας. Ο Επίκουρος συνέκρινε τη φιλοσοφία του με την ιατρική: ήθελε να είναι ο θεραπευτής του πνεύματος, ο γιατρός της ψυχής που καταπραΰνει τους χρόνιους πόνους (την αγωνία της ζωής) ή  ο χειρούργος των παθών, όταν πρόκειται για τον ξεριζωμό του κακού (τις επιθυμίες, τη δυσαρέσκεια).

Η φιλοσοφία είναι το πιο κατάλληλο φάρμακο για τις τρεις πιο συνηθισμένες ψυχικές παθήσεις: το φόβο των θεών, του θανάτου και του πόνου και παρέχει ένα καθολικό βάλσαμο, ένα δώρο στη διάθεση όλων όσων αναζητούν μία υγιή και μετρημένη χαρά στη ζωή. Πράγματι η σχολή του Επίκουρου πρέπει να έμοιαζε πολύ με ένα σύγχρονο οίκο ευγηρίας: ένας απλός και ήρεμος κήπος στα προάστια της Αθήνας, μακριά από τον θόρυβο της πόλης και την πολιτική. Εδώ ο φιλόσοφος δεχόταν τους πάντες χωρίς να κάνει διακρίσεις, όπως  γυναίκες, σκλάβους που αντιμετώπιζαν  δυσκολίες. Θεράπευε το σώμα με τα πιο κατάλληλα κλινικά φάρμακα και το πνεύμα με τη δύναμη του παραδείγματος.

 Ο Επίκουρος θεωρεί τη φιλοσοφία ως θεραπεία της ψυχής και ως όργανο για την επίτευξη της ευδαιμονίας που είναι το ύψιστο αγαθό της ζωής. Τα πρακτικά, ηθικά ερωτήματα έχουν το προβάδισμα έναντι εκείνων που αναφέρονται στη θεωρητική γνώση. Η σπουδή τους, όπως η μελέτη της λογικής και διαλεκτικής, επιδιώκεται μόνον, όταν καθίσταται απαραίτητη για τη λύση των συγκεκριμένων προβλημάτων. Τη φιλοσοφία διαιρούν οι Επικούρειοι, όπως οι Στωικοί και οι Περιπατητικοί, σε λογική, φυσική και ηθική. Είναι βεβαίως διαίρεση που κατάγεται από τον Πλάτωνα, που διέκρινε «λογικόν»», «φυσικόν» και «ηθικόν» μέρος.

(i) Η Λογική είναι ο «κανών» που κατευθύνει τη σκέψη και χαρακτηρίζεται ως «Κανονική». Η Λογική δίνει τους κανόνες για τη γνώση και την εξακρίβωση της αλήθειας. Τα κριτήρια της αλήθειας είναι: το πάθος, η αίσθησις, η πρόληψις και η φανταστική επιβολή της φαντασίας. Τα τέσσερα αυτά κριτήρια αποτελούν βαθμίδες στην κλίμακα της «εναργείας», δηλ. μορφές του φαινομένου της σαφήνειας και της ευκρίνειας του στοχασμού. Η ενάργεια είναι το συναίσθημα που μας βεβαιώνει ότι εκείνα που γίνονται μέσα στην ψυχή μας απεικονίζουν και αναπαριστούν όσα συμβαίνουν στον εξωτερικό χώρο. Το πάθος από άποψη πρακτική, δηλ. το συναίσθημα, είναι το πρώτο κριτήριο και η πρώτη βαθμίδα της ενάργειας, δηλ. της αληθείας: Το συναίσθημα ( της ηδονής, δηλ. της ευαρέσκειας ή του άλγους, δηλ. της δυσαρέσκειας) μας ειδοποιεί για την πρακτική μας ενέργεια, για το τι πρέπει να επιζητούμε ή να αποφεύγουμε. Το δεύτερο και κύριο κριτήριο είναι η αίσθηση. Η αίσθηση ούτε πλανάται ούτε ψεύδεται. Η πλάνη και το ψεύδος προέρχονται από τη  κρίση, δηλ. από τους συσχετισμούς των δεδομένων των αισθήσεων. Τρίτη βαθμίδα ενάργειας, το τρίτο κριτήριο αληθείας συνιστά η «πρόληψις», δηλ. η  ορθή αντίληψη και μνήμη των εξωτερικών ερεθισμών. Αυτών, όμως,  των ερεθισμών έχομε ήδη εκ των προτέρων, a priori, μία έστω και αόριστη γνώση. Από την πρόληψη, γεννιέται η «υπόληψις» και η «δόξα», δηλαδή η υποκειμενική αντίληψη, η οποία είναι αληθής αν επιβεβαιώνεται από την  αίσθηση και αν αποτελεί υπόθεση αναφερόμενη στα άδηλα και αόρατα όντα, χωρίς να υπάρχουν  στοιχεία που να την κλονίζουν. Το τέταρτο κριτήριο, την τέταρτη βαθμίδα προσέθεσαν οι μαθητές του Επίκουρου. Πρόκειται για την «φανταστική επιβολή της διανοίας, η  οποία μπορεί να θεωρεί συνολικά τα όντα και να αντιλαμβάνεται την ουσία και εκείνων που δεν φαίνονται. Οι Επικούρειοι, προκειμένου να ολοκληρώσουν την εξήγησή τους για το πώς γεννάται η γνώση και ποια είναι η αληθής και ψευδής γνώση, προκειμένου δηλαδή να συμπληρώσουν τη Γνωσιολογία τους, μίλησαν «περί σημείων». Η θεωρία αυτή, που κύριος εκπρόσωπός της είναι ο Φιλόδημος με το σύγγραμμά του «Περί σημείων», αποδείχθηκε πολύ γόνιμη και εμφανίζεται στη σύγχρονη επιστημονική έρευνα ως «Σημειωτική» ή «Σημειολογία». Επιγραμματικά: H γνωσιοθεωρεία των Επικουρείων είναι εμπειρική και υλιστική.

(ii) H Φυσική ως γνώση των φυσικών αιτίων μας απελευθερώνει από το δέος των υπερφυσικών δυνάμεων και τον φόβο του θανάτου. Ο αμαθής, αδύνατος και ανίσχυρος άνθρωπος αγωνιούσε και δεν μπορούσε να εξηγήσει τα φυσικά φαινόμενα. Γι΄αυτό και χρειάζεται τη βοήθεια της φυσικής επιστήμης, απλής και κατανοητής. Έτσι λυτρώνεται. Το πρότυπο προς της κατεύθυνση αυτή είναι για τον Επίκουρο ο Δημόκριτος και αυτός τροποποιεί τη θεωρία του ατομισμού μη δυνάμενος να εισχωρήσει στο ειδικό επιστημονικό της περιεχόμενο: όλα αποτελούνται από άτομα, κινούμενα και ένεκα του βάρους τους πίπτοντα, όπως η βροχή. Η σύγκρουσή τους και η δίνη σχημάτισαν το σύμπαν και τον κόσμο. Στο σύμπαν υπάρχουν δύο στοιχεία: α) η αγέννητη και ανώλεθρη ύλη και β) ο κενός χώρος, η αναφής, μη προσιτή στην αφή, «φύσις». Αφού ο κενός χώρος είναι άπειρος, άπειρη είναι και η ύλη. Αν και κυριαρχούν στον κόσμο τα μηχανικά αίτια, η τύχη και η ανάγκη,  ο Επίκουρος βρίσκει τρόπο να στραφεί κατά της πιέσεως της μοιρολατρίας κατά του καθολικού νόμου της αιτίας και του αποτελέσματος, κατά της θείας πρόνοιας. Οι θεοί ζουν ευδαίμονες ανάμεσα στους κόσμους του σύμπαντος και δεν επεμβαίνουν  στην εξέλιξή των όντων και του ανθρώπου, απαλλαγμένοι από καθήκοντα και υποχρεώσεις. Έτσι μένει άθικτη η ανθρώπινη βούληση και η ελευθερία της. Προς την κοσμολογική θεωρία συμφωνεί και η ανθρωπολογία και ψυχολογία του Επίκουρου. Η ψυχή είναι σωματική, κράμα από τέσσερις ποιότητες, από άτομα με πορώδη, με αερώδη, με πνευματώδη και με αγνώστου υφής ποιότητα. Τα άτομα της τελευταίας ανωτάτης ποιότητας γίνονται πηγή της ανθρώπινης ελευθερίας και ευθύνης.

Μερικές από τις βασικές αρχές της φυσικής φιλοσοφίας του Επίκουρου μπορούν να συνοψιστούν στα εξής:

·       Τίποτα δεν δημιουργείται ποτέ από το τίποτα.

·       Ο κόσμος δεν δημιουργήθηκε από θεία παρέμβαση.

  • Ακόμα και αν υπάρχουν θεοί, αυτοί δεν επιδρούν στο φυσικό κόσμο.
  •  Πρωταρχικά στοιχεία της ύλης δεν είναι τα αριστοτελικά στοιχεία πυρ, αήρ, γη και ύδωρ, αλλά μικρά αδιαίρετα άφθαρτα σωματίδια (άτμητα σωμάτια = άτομα).
  • Τίποτα δεν μπορεί να γίνει αισθητό αν δεν έχει υλική υπόσταση.
  • Τίποτα δεν υπάρχει εκτός από τα άτομα και το κενό ανάμεσά τους.
  • Όλα τα σώματα, είτε είναι άτομα, είτε προέρχονται από ένωση ατόμων.
  • Το σύμπαν είναι αχανές. Δεν βρισκόμαστε στο κέντρο του σύμπαντος, αλλά είμαστε ένας από τους αναρίθμητους κόσμους του σύμπαντος.
  • Τα άτομα βρίσκονται σε διαρκή κίνηση μέσα στο κενό. Μπορούν να συνεχίσουν σε ευθεία, να συγκρουστούν, να αλλάξουν κατεύθυνση, να ενωθούν με άλλα άτομα στη δημιουργία σύνθετων σωμάτων.
  • Οι κόσμοι και τα έμβια όντα δημιουργούνται από τυχαία γεγονότα λόγω της χαοτικής κίνησης των ατόμων.
  • Αυτό που αποκαλούμε «ψυχή» είναι σωματική οντότητα με υλικά χαρακτηριστικά και δεν συνεχίζει να υπάρχει μετά τον θάνατο.
  • Η αίσθηση είναι αξιόπιστη, διότι δεν μπορεί να αμφισβητηθεί από κάτι άλλο πιο αξιόπιστο από αυτήν.

(iii) Η Ηθική: Ο Επίκουρος αναθεώρησε και τελειοποίησε την ηθική θεωρία του Αριστίππου. Υπέρτατο αγαθό κατά τον Επίκουρο είναι η ευχαρίστηση στη ζωή, για την απόλαυση της οποίας πρέπει να επιστρατεύονται όλες οι προσπάθειες του ανθρώπου. Η επικούρεια ευχαρίστηση αφορούσε τις ψυχικές απολαύσεις, την καλλιέργεια του πνεύματος και την άσκηση της αρετής, χωρίς έπαρση και αυτοπροβολή.

Σε επιστολή του προς τον Μενοικέα γράφει ο Επίκουρος:

 Όταν λέμε ότι σκοπός είναι η ηδονή
δεν εννοούμε τις ηδονές του ασώτου και
αυτές που βρίσκονται μέσα στις απολαύσεις,
όπως νομίζουν μερικοί που το
αγνοούν και δεν το παραδέχονται ή
είναι κακώς πληροφορημένοι.
Αλλά εννοούμε να μην πονάει το σώμα
και να μην ταράσσεται η ψυχή.

 Οι ιδανικές καταστάσεις για τον άνθρωπο είναι, αρνητικά μεν η αταραξία, η αφοβία και η απονία και θετικά, η ευθυμία, η χαρά και η ευφροσύνη. Κύρια προσπάθεια του ανθρώπου πρέπει να είναι η απολύτρωση από τον πόνο, η οποία εξασφαλίζει μία παθητική ηδονή. Η φιλοσοφία του Επίκουρου για τον τρόπο διαβίωσης των ανθρώπων συμπυκνώνεται στο λάθε βιώσας (= να ζεις απαρατήρητος, να μην επιδιώκεις την προβολή).

Στην ίδια επιστολή του προς Μενοικέα γράφει ο Επίκουρος:

Το πιο φρικτό από τα κακά, ο θάνατος,
δεν είναι τίποτα για μας (τους επικούρειους),

επειδή όταν υπάρχουμε εμείς, αυτός δεν υπάρχει,

και όταν επέλθει ο θάνατος, τότε δεν υπάρχουμε εμείς.

Οι θέσεις αυτές του Επίκουρου πολλές φορές παρερμηνεύτηκαν. Είναι γεγονός πως η στενή θέα της ηδονής δεν αντιπροσωπεύει το πνεύμα του Επίκουρου. Ο καλός ηδονιστής αποφεύγει την ακολασία, όχι επειδή είναι κακό, αλλά κυρίως, επειδή οδηγεί σε αθεράπευτη λύπη. Ω ηδονιστής ο Επίκουρος προτιμά μία ομάδα ηδονών που θα τον οδηγήσουν στην  ευτυχία. Και αυτό πρέπει να είναι αντικειμενικός στόχος του καθενός στην καθημερινή του ζωή.

            Το επικούρειο ιδεώδες είναι η αταραξία και η πνευματική χαρά. Οι υλικές ηδονές δίνουν ευχαρίστηση αλλά είναι συνδεδεμένες με πόνο. Οι υλικές και σωματικές απολαύσεις δεν διαρκούν πολύ. Η σοφία και η φιλία, ως προϋποθέσεις της ευδαιμονίας, είναι ύψιστες αρετές. Ο ιατρός της ψυχής Επίκουρος δίνει στους φίλους του συνταγή με τέσσερα φάρμακα, ώστε με αυτά να προφυλάξουν την ψυχική τους γαλήνη από τέσσερις εχθρούς της: από τις ορμές, τις αλγηδόνες, τους θεούς και το θάνατο. Έτσι θα επιτύχουν ακύμαντη αταραξία και θα έχουν μακάρια, ευδαίμονα ζωή.

Η ευτυχία δεν εξαρτάται από τα πλούτη, τα αξιώματα ή τις κοινωνικές διακρίσεις, αλλά από τη δυνατότητα να αποφεύγουμε τον πόνο. Οι Επικούρειοι προτιμούσαν τη λιτή ζωή και συστηματικά απέφευγαν τη χλιδή. Δεν επεδίωκαν δημόσιες σχέσεις ούτε φρόντιζαν για την απόκτηση περιουσίας. Η στάση τους αυτή δεν σημαίνει πως ήταν αντικοινωνικοί. Αντίθετα, αγαπούσαν τους κοινωνικούς δεσμούς και είχαν σε μεγάλη εκτίμηση τη φιλία.

1.3 Η Επικούρεια φιλοσοφία την σύγχρονη εποχή

Κατά τη διάρκεια του διαφωτισμού, υπήρξαν προσωπικότητες που ακολούθησαν τις αρχές του Επίκουρου και τις διέδωσαν ανά το κόσμο. Μια μεγάλη μορφή της παγκόσμιας ιστορίας, ο Τόμας Τζέφερσον (αγγλ. Thomas Jefferson, 13 Απριλίου 1743 - 4 Ιουλίου 1826), ο τρίτος Πρόεδρος των Η.Π.Α. (1801-1809) και κύριος συγγραφέας της Διακήρυξης της Ανεξαρτησίας, είχε γράψει σε επιστολή προς το φίλο του, Γουίλιαμ Σορτ, (γραμμένη στο Μοντιτσέλο της Βιρτζίνια στις 19 Οκτωβρίου 1819), τα εξής:

"Όπως λες για τον εαυτό σου, έτσι κι εγώ είμαι Επικούρειος. Θεωρώ ότι η αυθεντική (όχι η πλαστή) διδασκαλία του Επίκουρου περιέχει καθετί λογικό από την πρακτική φιλοσοφία που μας άφησαν η Ελλάδα και η Ρώμη."

Επίσης είχε πει την εξής φράση για την αρχαία Ελλάδα:

"Είμαστε όλοι υποχρεωμένοι στους αρχαίους Έλληνες για το ΦΩΣ εκείνο που μας οδήγησε μακριά από το σκοτάδι."

Σήμερα τόσο στην Ελλάδα αλλά και παγκοσμίως, το φιλοσοφικό αυτό ρεύμα έχει υποστηρικτές που συνεχίζουν την παράδοση των επικούρειων της αρχαιότητας στον σύγχρονο κόσμο μας, ακολουθώντας την τελευταία φράση του Επίκουρου.

Επισημαίνεται ότι η  φιλοσοφία του Επίκουρου αποτέλεσε τη βάση της ατομιστικής αντίληψης για το σύμπαν και της υλιστικής μεταφυσικής. Κατά τον 19ο αιώνα, η φιλοσοφία του Επίκουρου εντυπωσίασε τον Κάρολο Μαρξ, ο οποίος το 1841 έγραψε διατριβή υπό τον τίτλο: «Διαφορά μεταξύ της φυσικής φιλοσοφίας του Δημοκρίτου και του Επικούρου», την οποία υπέβαλε στην Φιλοσοφική Σχολή τού Πανεπιστημίου της Ιέννας στη Γερμανία και με αυτήν έλαβε τον τίτλο του διδάκτορα. Από τότε το φυσικόν και γνωσιολογικόν τμήμα της Επικούρειας φιλοσοφίας χρησιμοποιήθηκε ως βάση του διαλεκτικού υλισμού.