![]()
Η
φαινομενολογική αναγωγή είναι η φιλοσοφική μέθοδος, η οποία ορίζει ότι για να
υπάρξει φιλοσοφική γνώση θα πρέπει να θέσουμε τη φυσική στάση «εντός
παρενθέσεων» προχωρώντας σε μια νοητική πράξη εποχής (Epoche). Εποχή είναι ο
όρος με τον οποίο οι αρχαίοι σκεπτικιστές προσδιόριζαν την ανάγκη να διακόψουμε
κάθε κρίση, δεδομένης της αδυναμίας να φθάσουμε σε οποιαδήποτε μορφή
βεβαιότητας. Η σκεπτική εποχή καταλήγει συνεπώς στη ριζική αμφιβολία ως προς τα
περιεχόμενα και τη δομή του εξωτερικού κόσμου. Ενώ ο σκεπτικός εφαρμόζει την
εποχή, διότι αμφιβάλλει για τη γνώση εκτός υποκειμένου, ο φαινομενολόγος
εφαρμόζει την εποχή για να αντικειμενικοποιήσει το εσωτερικό βίωμα της
συνείδησης και να απαλείψει την υποκειμενικότητα. Η φαινομενολογική εποχή που
προτείνει ο Husserl, δηλαδή να βάλουμε μέσα σε παρένθεση όλες τις συνήθειες,
τις προκαταλήψεις, τις πεποιθήσεις μας, τις εμφανείς ιδέες και γενικά όλα όσα
ως φαινόμενα περιέχονται στη συνείδησή μας, σε αντίθεση με τη σκεπτικιστική
εποχή, δεν θέλει να δείξει την ανυπαρξία της οποιασδήποτε αλήθειας. Απλά
αναστέλλουμε τις αποβλεπτικότητές μας και τις ουδετεροποιούμε. Δεν τις
μετατρέπουμε, τις διατηρούμε ως έχουν, αλλά τις εξετάζουμε ως θεωροί. Η
φαινομενολογική εποχή αποφεύγει οποιαδήποτε κρίση σχετικά με την ύπαρξη και την
αξία των εμπειρικών δεδομένων. Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν υπάρχουν. Ο
φαινομενολογικός ερευνητής, αφού απαλλαγεί από κάθε τι τυχαίο, μη απαραίτητο
και προσωπικό, θα είναι σε θέση να αναλύσει με την αναγκαία αντικειμενικότητα
τόσο τον κόσμο, όσο και τα φαινόμενα της συνείδησης και του πνεύματος.
Όπως δηλώνει ο ίδιος ο Husserl:
Η εποχή, μπορούμε να πούμε, είναι η ριζική και καθολική μέθοδος μέσω της οποίας κατανοώ καθαρά τον εαυτό μου ως εγώ, ως εγώ μαζί με τη δική μου καθαρή συνειδησιακή ζωή, εντός της οποίας και μέσω της οποίας υπάρχει για μένα ο όλος αντικειμενικός κόσμος και μάλιστα τέτοιος που υπάρχει ακριβώς για μένα.
Η έννοια του cogito
Θέτοντας τον εαυτό μας στην κατάσταση της εποχής, αναστέλλοντας οποιοδήποτε διανόημά μας για οτιδήποτε εκτείνεται πέρα από τα περιεχόμενα της εμπειρίας μας και θέτοντας εντός παρενθέσεως όλα όσα ως φαινόμενα περιέχονται στη συνείδησή μας, θα διαπιστώσουμε ότι το υπόλοιπο που απομένει είναι η καθαρή συνείδησή μας. Η φαινομενολογική αναγωγή αποτελεί το δρόμο της επιστροφής στην σφαίρα του καθαρού εγώ, της υπερβατολογικής συνείδησης, της καθαρμένης από εμπειρικά και ψυχολογικά δεδομένα. Όπως ο ίδιος ο Husserl αναφέρει στους Καρτεσιανούς στοχασμούς του:
Εάν στηριχθώ σε αυτή τη ζωή, και εάν επέχω από κάθε επιτέλεση οποιασδήποτε πίστης-στο-είναι, πίστης που εκλαμβάνει τον κόσμο άμεσα ως υπάρχοντα, και αν τέλος κατευθύνω το βλέμμα μου αποκλειστικά πάνω σε αυτή τη ζωή την ίδια ως συνείδηση για τον κόσμο, τότε κατακτώ τον εαυτό μου ως το καθαρό εγώ και την καθαρή ροή των δικών μου cogitationes.
Η συνείδηση στην πρωταρχική της λειτουργία δεν είναι εξαρτημένη από τα πράγματα που βρίσκονται έξω από αυτήν. Στόχος της είναι να εξηγήσει και να ερμηνεύσει τον κόσμο με βάση τον εαυτό της. Η κίνηση του λογικού προς τον εξωτερικό κόσμο είναι μια κίνηση προθετική. Η ουσία του συνειδησιακού βιώματος είναι η προθετικότητα. Στόχος της συνείδησης: η οικειοποίηση των αντικειμένων με σκοπό την αυτογνωσία και την αυτονομία της. Όπως ο Descartes, κατά τον ίδιο τρόπο και ο Husserl, θεωρεί τα εμπειρικά δεδομένα των αισθήσεων αναξιόπιστες πηγές γνώσης και στρέφεται στη συνείδηση για την απόκτηση της βέβαιης γνώσης. Για την κατανόηση της λειτουργίας της συνείδησης δεν μας ενδιαφέρουν οι ποσοτικές περιγραφές και οι αιτιακές εξηγήσεις που προκρίνει η εμπειρική επιστήμη και ο κοινός νους. Για τον Descartes το cogito αποτελεί τη σκεπτόμενη υπόσταση του ανθρώπου και ταυτόχρονα την απόδειξη της ύπαρξής του. Σύμφωνα με την καρτεσιανή θεωρία η ανεξαρτησία της συνείδησης προϋποθέτει μέχρι τέλους το χωρισμό ιδέας και εξωτερικού πράγματος. Αντιθέτως, ο Husserl ερευνά πώς η συνείδηση θα παραμείνει αυτεξούσια μέσα από την αναγκαία εμπλοκή της με το φυσικό της περιβάλλον. Ο ίδιος θεωρούσε ότι το καρτεσιανό cogito δεν θα μπορούσε να προσφέρει το θεμέλιο για να αναχθεί η φιλοσοφία στην εγκυρότητα που έχει μια επιστήμη. Κατά τη γνώμη του ο Descartes έσφαλε στο ότι αγνόησε την υποκειμενικότητα του σκεπτόμενου εγώ. Για τον Husserl το ego cogito, το οποίο ταυτίζεται με την υπερβατολογική συνείδηση αποτελεί «το αποδεικτικά ασφαλές και έσχατο έδαφος των κρίσεων» επί του οποίου πρέπει να θεμελιώνεται κάθε φιλοσοφία. Η ύπαρξη μιας τέτοιας υπερβατολογικής συνείδησης, η οποία στοχάζεται τον κόσμο με σκοπό να ζήσει μέσα του, είναι η προϋπόθεση για την ύπαρξη κάθε θεωρίας. Μέσα στο cogito ο κόσμος αποκτά το καθολικό και το ειδικό του νόημα, καθώς και την οντολογική του ισχύ. Όταν η υπερβατολογική συνείδηση βάζει τον εμπειρικό κόσμο σε παρένθεση αναδιπλώνεται στον εαυτό της. Η καθαρή λοιπόν αυτή συνείδηση, όπως την ανασυγκροτεί η φιλοσοφία, είναι η πηγή όλων των δραστηριοτήτων του υπερβατολογικού Εγώ.
Η συνείδησή μας συνίσταται σε μια αδιάκοπη σειρά από νοητικές ενέργειες, τις νοήσεις, οι οποίες, όμως, δεν περιορίζονται στον εαυτό τους, αλλά αναφέρονται σε κάτι ετερογενές προς τη συνείδηση. Η συνείδηση έχει πάντα μια αναφορά στα πράγματα. Η νόηση είναι σε κάθε περίπτωση νόηση ενός πράγματος, έχει δηλαδή αντικειμενικό περιεχόμενο. Τα σημεία αναφοράς των νοήσεων, δηλαδή των νοητικών ενεργειών της συνείδησης, ο Husserl τα αποκάλεσε με τον όρο νοήματα, προκειμένου: αφενός μεν να επισημάνει την ετερότητά τους προς τις αντίστοιχές τους νοήσεις, αφετέρου δε να δηλώσει ότι, ανεξάρτητα από τον ετερογενή σε σχέση προς τις νοήσεις χαρακτήρα τους, υφίστανται όπως οι τελευταίες αυτές, εντός των ορίων της συνείδησης και δεν αποτελούν αντικείμενα ή γεγονότα του εξωτερικού κόσμου. Μέσα στη συνείδηση, λοιπόν, ανακαλύπτουμε το νόημα του πράγματος, την καθαρή μορφή του, την αντικειμενική όψη του βιώματος. Το νόημα αποτελεί μια καθαρή ενέργεια του νου. Ο όρος νόημα αναφέρεται στα αντικειμενικά σύστοιχα της αποβλεπτικότητας, αναφέρεται δηλαδή σε οτιδήποτε αποτελεί αντικείμενο της απόβλεψης στη φυσική στάση. Επιπλέον, σηματοδοτεί ότι βρισκόμαστε στο χώρο της φαινομενολογίας, διότι ο όρος νόημα εκφέρεται μόνο από το εσωτερικό της φαινομενολογικής στάσης και ότι τα πράγματα για τα οποία μιλάμε εξετάζονται από μια φιλοσοφική οπτική γωνία και όχι από μια οπτική γωνία στο εσωτερικό της φυσικής στάσης. Όπως αναφέρει ο Husserl: «Βιώνοντας, αποκτώντας εμπειρίες, σκεπτόμενος, αξιολογώντας και ενεργώντας, δεν μπορώ να εισδύσω μέσα σε κανέναν άλλο κόσμο παρά σε εκείνον που λαμβάνει νόημα και ισχύ μέσα σε εμένα τον ίδιο».