Τα εκκλησιαστικά δικαστήρια
Η αρμοδιότητα του επισκόπου, ως προϊσταμένου της θρησκευτικής κοινότητας προς επίλυση των ιδιωτικών διαφορών των μελών της, προήλθε από τον απόστολο Παύλο, ο οποίος συνιστά στους χριστιανούς να μην καταφεύγουν στα κοσμικά δικαστήρια προς επίλυση των μεταξύ τους διαφορών, αλλά να αρκούνται στην κρίση προσώπων ομοθρήσκων. Η αρχή αυτή επαναλαμβάνεται και στην εκκλησιαστική φιλολογία των τριών πρώτων αιώνων.
Το ρωμαϊκό κράτος των χριστιανών αυτοκρατόρων αναγνώρισε την ανάμιξη αυτή των επισκόπων και προέβη σε νομοθετική ρύθμιση. Ήδη από τον Μ.Κωνσταντίνο καθιερώθηκε ο θεσμός της επισκοπικής δικαιοδοσίας (audientia episcopalis), που επέτρεπε την επίλυση των ιδιωτικών διαφορών από τα επισκοπικά δικαστήρια. Είναι, όμως, αμφίβολον, αν της προσέδωσε τον χαρακτήρα της δικαστικής λειτουργίας, όπως υποστηρίζουν μερικοί ή αν, όπως δέχονται ορθότερα άλλοι, αυτή διατήρησε τον αρχικόν της χαρακτήρα ως μέσου ειρηνικής επιλύσεως των διαφορών των πιστών.
Η δικαιοδοσία των εκκλησιαστικών δικαστηρίων επί των ιδιωτικών διαφορών ρυθμίστηκε ως εξής στην ιουστινιάνεια κωδικοποίηση:
Διαφορές μεταξύ λαϊκών υποβάλλονται υπό την κρίση του επισκόπου, μόνο αν συμφωνούν και τα δύο μέρη. Συνεπώς, ούτε υποχρέωση του αντιδίκου προς εμφάνιση, ούτε ερημοδικία υφίσταται σε περίπτωση που απουσιάζει, σύμφωνα με την αυτοκρατορική νομοθεσία. Ο επίσκοπος, όμως, μπορεί, αν θέλει, να εκβιάσει την εμφάνιση του απειθούντος διαδίκου μόνο με την απειλή εκκλησιαστικών ποινών. Επιπλέον, σύμφωνα με τη Νεαρά 86 του Ιουστινιανού, θεσπίζεται η εποπτεία του επισκόπου επί των πολιτειακών δικαστηρίων κατά την απονομή της πολιτικής και ποινικής δικαιοσύνης και αν διαπιστώσει ότι τα δικαστήρια καθυστερούν την απονομή της δικαιοσύνης ή ότι οι αποφάσεις τους δεν ανταποκρίνονται προς το δίκαιον, πρέπει να το αναφέρει στον αυτοκράτορα. Τέλος, αν κάποιος από τους διαδίκους έχει λόγους να αμφισβητεί την αμεροληψία του δικαστή, η υπόθεση εκδικάζεται από κοινού από τον κοσμικό δικαστή και τον επίσκοπο.
Αληθή δικαιοδοσία ασκεί ο επίσκοπος επί των κληρικών και μοναχών, με την καθιέρωση του privilegium fori. Η Νεαρά 123 κεφ. 21 του Ιουστινιανού όριζε ότι κάθε αγωγή που στρέφεται κατά των ανωτέρω προσώπων εκδικάζεται υποχρεωτικά ενώπιον του αρμοδίου επισκόπου, κατά της αποφάσεως του οποίου επιτρέπεται έφεση εντός δέκα ημερών ενώπιον του τοπικού κοσμικού δικαστή, εκτός αν η απόφαση εκδόθηκε μετά, κατά παραπομπήν εκ μέρους του αυτοκράτορα ή άλλου ανωτέρου άρχοντα, οπότε και αυτοί επιλαμβάνονται της εφέσεως.
Αναγνωρίζεται, λοιπόν, εις τα εκκλησιαστικά δικαστήρια δικαιοδοσία επί των ιδιωτικών διαφορών που αφορούν δωρεές υπέρ ευσεβών σκοπών και κληροδοτήματα και επί των γαμικών διαφορών, ενώ τρίτη Νεαρά του Αλεξίου Α΄ Κομνηνού ορίζει τα σχετικά με το βάρος και τον τρόπον αποδείξεως επί δικών απελευθερώσεως ή διεκδικήσεως σε περιπτώσεις δουλείας, εφόσον κρίνονται ενώπιον εκκλησιαστικών δικαστηρίων.
Δυστυχώς, για το διάστημα μέχρι τον 12ο αιώνα, έχουμε λίγες πληροφορίες, όσον αφορά τη δικαιοδοσία των εκκλησιαστικών δικαστηρίων επί ιδιωτικών διαφορών, σε αντίθεση με τους επόμενους μέχρι της Αλώσεως αιώνες, κατά τους οποίους υπάρχει πλούσιο αρχειακό υλικό.
Από διασωθείσες αποφάσεις κατά τους τελευταίους προ της Αλώσεως αιώνες, η καθύλη αρμοδιότητα των εκκλησιαστικών δικαστηρίων επεκτείνεται όχι μόνο σε ολόκληρο το οικογενειακό και το κληρονομικό, αλλά και σε πολλά άλλα θέματα του αστικού δικαίου. Ο νομικός όμως χαρακτήρας της αναμείξεως της Εκκλησίας στην επίλυση των ιδιωτικών διαφορών είναι και αμφίβολος.
Υπέρ της εκδοχής του συμβιβαστικού και διαιτητικού ρόλου της εκκλησίας συνηγορούν τα εξής: Πρώτον μεν, εκ του γεγονότος ότι σπανίζουν ερήμην αποφάσεις μεταξύ των εκδοθεισών υπό των εκκλησιαστικών δικαστηρίων και κατά δεύτερον λόγον, η απειλή αφορισμού κατά του διαδίκου, η οποία απαντάται συχνά στις εκκλησιαστικές αποφάσεις, σε περίπτωση που ο διάδικος αρνηθεί την εκτέλεση της αποφάσεως ή γενικότερα τη συμμόρφωση προς αυτήν, υποδηλώνοντας κατ΄αυτόν τον τρόπο την ανυπαρξία άλλου μέσου εξαναγκασμού των διαδίκων, προκειμένου η απόφαση να εκτελεστεί.
Όμως, παρά τον de iure συμβιβαστικό και διαιτητικό χαρακτήρα της κρίσεως των εκκλησιαστικών δικαστηρίων, η συχνότητα προσφυγής και η εμπιστοσύνη των διαδίκων προς αυτά, ήταν τόσο μεγάλη, ώστε στη συνείδηση του λαού ελάχιστα διέφεραν τα εκκλησιαστικά δικαστήρια από τα κοσμικά.