Η ΓΝΩΣΙΟΛΟΓΙΚΗ ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΗ ΤΟΥ KANT
Ο γνωσιολογικός εμπειρισμός του Hume κλόνισε το θεμελιακό υπόβαθρο της επιστήμης. Η ψυχολογική ερμηνεία της αιτιότητας, όπως την αντιλαμβανόταν ο Hume, έπληξε καίρια το κύρος της επιστήμης και ιδιαίτερα, τη δυνατότητά της να προβαίνει σε ασφαλείς και βέβαιες προβλέψεις μελλοντικών γεγονότων. Ο σκεπτικισμός του Hume συνεισέφερε στη φιλοσοφική ανέλιξη του Kant, ο οποίος με το μνημειώδες έργο του Kritik der reinen Vernunft, το οποίο εξέδωσε το 1781, επιχειρεί να συγκεράσει τα δύο φιλοσοφικά συστήματα του ορθολογισμού και του εμπειρισμού, συνδυάζοντας τη βεβαιότητα της επιστημονικής γνώσης με τη συστηματική εμπειρική της θεμελίωση.
Με την Κριτική του καθαρού λόγου εγκαινιάζεται μια νέα εποχή στη σύγχρονη φιλοσοφία, η κοπερνίκεια επανάσταση, όπως την ονόμασε ο Kant, κατά το πρότυπο της κοπερνικανής αντιστροφής στη φυσική θεωρία. Αντί να προσπαθούμε, σκέφτηκε ο Kant, να δούμε αν η γνώση μας αντιστοιχεί προς την πραγματικότητα, θα έπρεπε να εξετάσουμε μήπως η πραγματικότητα οφείλει να ευθυγραμμίζεται προς τη γνώση μας. Πρόκειται για μια ριζική αλλαγή οπτικής. Στην Κριτική του καθαρού λόγου, η οποία είναι μια πραγματεία περί Μεταφυσικής, επιχειρεί να θεμελιώσει την επιστημονική μέθοδο που της λείπει, ώστε να αποκτήσει η Μεταφυσική επιστημονικό υπόβαθρο. Αρχικά διαχωρίζει τη λειτουργία των αισθητηρίων, δηλαδή την αισθητικότητα από τη νόηση, τον θεωρητικό λογισμό. Πρόκειται για δύο ξεχωριστές λειτουργίες του ανθρώπινου νου. Από την πρώτη προέρχεται το εμπειρικό περιεχόμενο και ταυτόχρονα υπόβαθρο της θεωρητικής γνώσης και από τη δεύτερη οι λογικοί τύποι που μορφοποιούν και οργανώνουν το περιεχόμενο αυτό. Τα αισθητηριακά δεδομένα μορφοποιούνται και συγκροτούν την εμπειρική πραγματικότητα μέσω εμφύτων εννοιών με τις οποίες ο ανθρώπινος νους είναι εφοδιασμένος εξ αρχής. Κάθε τελειωμένη αίσθηση και γνώση προϋποθέτει την ενοικούσα και προϋπάρχουσα ενότητα και αυτενέργεια του νου, πέρα και έξω από τα υλικά της εμπειρίας. Αυτή η «συνθετική» ή «υπερβατολογική» ενότητα της λογικής συνείδησης είναι η καθοριστική αφετηριακή παραδοχή της καντιανής επιστημολογίας. Η επιστήμη είναι πάντοτε ένα σύστημα εννοιών και κανόνων που παράγεται από τη συλλογική ανθρώπινη συνείδηση. Οι επιστημονικές έννοιες είναι ως εκ τούτου «αναγκαίες και καθολικές» επειδή είναι σταθεροί λογικοί τύποι μέσα στον ίδιο το νου και όχι επαγωγικές γενικεύσεις. Διαφοροποιείται με τον τρόπο αυτό από τον Hume, ο οποίος υποστήριζε ότι οι συνθετικές προτάσεις έχουν μεν γνωστική αξία, αλλά δεν είναι αναγκαστικά αληθείς.
Κατά τον Kant κάθε γνώση μας αρχίζει με την εμπειρία. Το γεγονός ότι κατανοούμε τις εμπειρίες μας οφείλεται στην οργάνωση των εμπειρικών δεδομένων από τις νοητικές μας δυνάμεις. Αυτές τις οργανωτικές δυνατότητες του νου, τις θεμελιώδεις έννοιες ονομάζει κατηγορίες. Από μόνες τους οι κατηγορίες του νου δεν συνιστούν γνώση, αλλά είναι απόλυτα κενές. Μόνο όταν εμπλουτιστούν με εμπειρικό περιεχόμενο μετατρέπονται σε επιστημονικές προτάσεις. Τα αισθητηριακά δεδομένα αποτελούν αναγκαία συνθήκη για την παραγωγή επιστημονικών θεωριών. Για να οδηγηθούμε, λοιπόν, στην αντικειμενική γνώση, είναι απαραίτητος ο έμφυτος λογικός εξοπλισμός της θεωρητικής συνείδησης. Οι θεμελιώδεις αυτές έννοιες, οι κατηγορίες, είναι a priori γνώση, προεμπειρική, ανεξάρτητη από κάθε εμπειρικό στοιχείο, σε αντίθεση με την a posteriori γνώση, η οποία είναι εμπειρική. Τη θεωρία του αυτή ο Kant αναπτύσσει στην Υπερβατολογική Λογική, η οποία αποτελεί τμήμα της Κριτικής του καθαρού λόγου, όπου ορίζει συνολικά δώδεκα a priori κατηγορίες, που παράγονται από τις τέσσερις βασικές μορφές της λογικής κρίσης (ποσότητα, ποιότητα, σχέση, τρόπος). Τα χαρακτηριστικά γνωρίσματά τους είναι η αναγκαιότητα και η καθολικότητα. Οι πιο σημαντικές εξ αυτών είναι οι έννοιες της αιτιότητας και της ουσίας. Κατ’ ανάλογο τρόπο ο χώρος και ο χρόνος είναι εκ των προτέρων δεδομένες μορφές της ανθρώπινης αντιληπτικότητας. Είναι οι σταθερές μήτρες μέσα στις οποίες εντάσσονται τα παρατηρησιακά δεδομένα που κατακλύζουν τη διάνοια. Μέσω των σχημάτων αυτών συντελείται η πρώτη αισθητική μας επαφή με τα φυσικά πράγματα του περιβάλλοντος και για το λόγο αυτό αποτελούν μέρος του βασικού εξοπλισμού του γνωστικού υποκειμένου. «Επειδή είμαστε (εκ των προτέρων) βέβαιοι ότι κάθε εμπειρία που είναι ποτέ δυνατόν να αποκτήσουμε θα έχει αναγκαστικά αιτιακή συγκρότηση (εξαιτίας της κατασκευής του νου μας), η γνώση αυτή επιγράφεται από τον Kant συνθετική a priori». Είναι ένας τύπος γνώσης που αναφέρεται στα πράγματα με τα οποία θα έλθουμε σε επαφή, χωρίς να πηγάζει από αυτά. Με τον τρόπο αυτό συνδέονται οι έμφυτες λογικές κατηγορίες με την εμπειρία που θα αποκτηθεί μέσω των αισθήσεων. Ο ισχυρισμός αυτός αποτελεί τη θεμελιώδη παραδοχή της γνωσιολογίας του Kant. Κατά τον Kant υπάρχουν επιστήμες, όπως η γεωμετρία η αριθμητική, η φυσική, με αδιαμφισβήτητο κύρος, των οποίων οι αλήθειες δεν μπορούν να κατανοηθούν παρά μόνον ως συνθετικές a priori γνώσεις. Εάν δεν υφίσταται εκ των προτέρων συνθετική γνώση, τότε η δυνατότητα για απολύτως ασφαλείς προβλέψεις που χαρακτηρίζει την επιστήμη καθώς και το καθολικό κύρος των νόμων που διατυπώνει παραμένουν ανεξήγητα και υποκύπτουμε στον σκεπτικισμό. Αυτό είναι και το βασικό υπερβατολογικό επιχείρημα που σώζει την επιστήμη από τις προσβολές ενός διαλυτικού υποκειμενισμού.
Όσον αφορά τα όρια της μεταφυσικής, το σημείο εκείνο στο οποίο συγκλίνουν οι γνωσιολογικές θεωρίες των Hume και Kant είναι η παραδοχή των ορίων της μεταφυσικής προσέγγισης της γνώσης με την εξής διαφορά: Ο Hume παραγνωρίζει εντελώς τον διαμορφωτικό ρόλο του νου στην απόκτηση της γνώσης για τον κόσμο, ενώ ο Kant τον περιορίζει στις a priori κατηγορίες του νου. Βασικός ισχυρισμός της ορθολογικής μεταφυσικής είναι ότι η φιλοσοφία έχει τη δυνατότητα μέσω μιας διανοητικής εποπτείας, προχωρώντας πέρα από την εμπειρία, να εισχωρήσει στον πυρήνα των καθαυτών πραγμάτων και να γνωρίσει τις απόλυτες αιτίες από τις οποίες προέρχεται η ορατή πραγματικότητα.
Στόχος του καντιανού κριτικισμού είναι να γυμνώσει τη νοησιαρχική μεταφυσική από την πρόφαση της υπέρτερης γνώσης με την οποία παρουσιάζεται και να περιορίσει τη θεωρητική συνείδηση στο πεδίο εκείνο όπου και μόνο υπάρχει η δυνατότητα γνώσης με την αυστηρή επιστημονική έννοια, δηλαδή τη σφαίρα της εμπειρίας.
Κατά τον Kant θεμελιώδης είναι η διάκριση μεταξύ φαινομένων και νοουμένων. Ο ανθρώπινος νους έχει τη δυνατότητα να γνωρίζει και να εξηγεί μόνο τα φαινόμενα, δηλαδή τα φυσικά πράγματα, όπως αυτά μας φανερώνονται μόνο μέσα από την αισθητηριακή αντίληψη και τα οποία έχουν εμπειρική υπόσταση. Η γνώση μας, λοιπόν, δεν μπορεί να προχωρήσει πέρα από τις παραστάσεις της εμπειρίας μας. Τα όρια της γνώσης μας είναι τα όρια της εμπειρίας μας. Η διαπίστωση αυτή, ωστόσο, κατά τον Kant, δεν σημαίνει ότι πέρα από την εμπειρία μας δεν υπάρχει η πραγματικότητα καθεαυτή. Υπάρχει, αλλά δεν μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο της αισθητηριακής μας εποπτείας. Δεν υπάρχει η δυνατότητα άμεσης επαφής με την ουσία καθαυτή των εξωτερικών πραγμάτων. Τα πράγματα καθαυτά είναι για τον Kant υποθετικές οντότητες, που υπάρχουν μόνο μέσα στη θεωρητική μας φαντασία, νοούμενα χωρίς εμπειρική υπόσταση. Υποστήριξε, λοιπόν, ο Kant ότι δεν μπορούμε ξεπερνώντας τα όρια της εμπειρίας μας να γνωρίσουμε τα πράγματα καθαυτά, μπορούμε, όμως να τα σκεφτούμε. Ο ανθρώπινος λόγος πάντα θα ωθείται από μια εσωτερική ανάγκη να θέτει μεταφυσικά ερωτήματα στα οποία ωστόσο δεν μπορεί να δώσει απάντηση, επειδή υπερβαίνουν τις δυνατότητές του. Για το λόγο αυτό και το πρόβλημα της μεταφυσικής δεν λύνεται με το να την απορρίπτουμε, όπως κάνει ο Hume.