Το «σέκρετον δικῶν ἰδιωτικῶν» και ὁ ἐπί τῶν κρίσεων
Η μοναδική πηγή για την ίδρυση του «σεκρέτου δικῶν ἰδιωτικῶν» και για την τοποθέτηση του «ἐπί τῶν κρίσεων» ως επικεφαλής του είναι η Ἱστορία του Ατταλειάτη. Σύμφωνα με τον ιστορικό, ο Κωνσταντίνος Θ΄ Μονομάχος μετά την επιτυχή αντιμετώπιση της ρωσικής εκστρατείας το 1043 «ἐκαίνισε δὲ καὶ σέκρετον δικῶν ἰδιωτικῶν, «ἐπὶ τῶν κρίσεων» καλέσας τὸν τούτου προέχοντα. ἐν τούτῳ οἱ τῶν ἐπαρχιῶν δικασταὶ καὶ συντάσσουσι τὰ ποιητέα δ’ἐγγράφως καὶ τὰ τῶν σχεδαρίων ἐναποτιθέασιν ἴσα δι΄ ὑποψίας ἀπαλλαγήν».
Για να προσδιοριστούν σαφέστερα οι στόχοι του σεκρέτου και οι αρμοδιότητες του επικεφαλής του θα πρέπει να διερευνηθεί η σημασία των όρων «σέκρετον», «δίκη ἰδιωτική», «σχεδάριον» και «κρίσις».
Ο όρος «σέκρετον» στο Βυζάντιο χρησιμοποιείτο για να προσδιορίσει κάποια διοικητικά όργανα και κάποιες λειτουργίες καθώς και για να τιτλοφορήσει διάφορους διοικητικούς κλάδους, όπως το σέκρετο του γενικού λογοθεσίου, το σέκρετο του σακελλαρίου ή το βασιλικό σέκρετο.
Μιλώντας για «ἰδιωτικές δίκες» εννοούμε τις αστικές δίκες, εκείνες δηλαδή που συγκαλούνταν από έναν πολίτη, ο οποίος επιθυμούσε να επιλύσει τις διαφορές του με έναν άλλο. Αντίθετα, ποινικές δίκες ήταν εκείνες που γίνονταν, επειδή η πολιτεία εγκαλούσε κάποιον να λογοδοτήσει για έγκλημα που είχε διαπράξει είτε κατά μέλους του κοινωνικού συνόλου, π.χ. φόνος, είτε κατά του κράτους, π.χ. άρνηση εκπλήρωσης φορολογικών υποχρεώσεων.
Η λέξη «σχεδάριον» ανήκει στην ίδια οικογένεια με τις λέξεις: σχεδιάζω (πράττω κάτι προχείρως), σχεδιασμός ( το «ἐνεργεῖν, ὁμιλεῖν ἤ πράττειν ἐκ τοῦ προχείρου»), σχεδίην ( ἐπί τόπου, ἐκ τοῦ πλησίον), σχεδικός (τεχνολογικός), σχέδη (φύλλο, πινάκιο επί του οποίου γράφουμε, αριθμούμε κλπ.), σχέδος-εος (φύλλο χαρτιού ή πινακίδιο επί του οποίου είναι γραμμένο χωρίο συγγραφέα ή ποιητή προς γραμματική εξέταση που περιλαμβάνει τεχνολογία, ανάλυση, ετυμολογία, κλίση ονομάτων , σχηματισμούς ρημάτων, ορισμούς κλπ.) και άλλες.
Η λέξη «σχεδάριον» προέρχεται από τη λατινική λέξη «scheda» (σχέδη, σελίδα, φύλλο), «schedula» (υποκοριστικό του σχέδη). Απαντά σε διάφορους βυζαντινούς συγγραφείς και επιδέχεται διάφορες ερμηνείες, που δεν απέχουν όμως πολύ μεταξύ τους. Στον Επίσκοπο Κύπρου Επιφάνειο (4ος αι.), τον Γρηγόριο Νύσσης (4ος αι.), τον επίσκοπο Αλεξάνδρειας Κύριλλο (5ος αι.) και τον Ιωάννη Μοναχό (7ος αι.) αποτελεί υποκοριστικό του σχέδη και σημαίνει μικρό πρόχειρο σχέδιο, το πρώτο σχέδιο κάθε είδους γραψίματος, το προσχέδιο. Στον Ιωάννη Λυδό (6ος αι.) η λέξη απαντά ως βιβλιάριο, συγγραμμάτιο, ενώ στον Ευστάθιο Θεσσαλονίκης (12ος αι.) σημαίνει πρόχειρο σχέδιο.
Έχοντας λάβει υπόψη την έννοια με την οποία η λέξη σχεδάριον συναντάται στις βυζαντινές πηγές και τη σημασία των λέξεων της ίδιας γλωσσικής οικογενείας, θεωρείται πως τα σχεδάρια ήταν τα πρόχειρα σχέδια που γράφονταν επί τόπου και σχετίζονταν με την υπόθεση της δίκης, δηλαδή ήταν τα πρακτικά μιας δίκης, στα οποία προφανώς σημειώνονταν τα ονόματα του ενάγοντος, του εναγομένου και των μαρτύρων, η κατηγορία, η υπεράσπιση, η απολογία και η δικαστική απόφαση σύντομα και περιεκτικά, όπως φανερώνει η χρήση του υποκοριστικού.
Η λέξη «κρίσις» στη μεσαιωνική, όπως και στη σημερινή εποχή, είχε πολλές ερμηνείες. Κρίσις είναι η πράξη του κρίνειν, η απόφαση, η γνώμη, το δίκαιο, η δικαιοσύνη, η δικαστική εξουσία, η δίκη, η δικαστική υπόθεση που θα κριθεί, η ετυμηγορία, η ποινή, ο νόμος, η εντολή, η διαφορά, η φιλονικία και πολλές άλλες.
Λαμβάνοντας υπόψη τις σημασίες με τις οποίες απαντά η λέξη, θεωρούμε ως καταλληλότερες ερμηνείες για την περίπτωσή μας τις εξής: ετυμηγορία, δικαστική απόφαση, αλλά και τη δικαστική υπόθεση που θα κριθεί.
Συνεπώς ο επί των κρίσεων φαίνεται πως ήλεγχε την ορθότητα και τη νομιμότητα των ετυμηγοριών των δικαστών της επαρχίας, δηλαδή εξέταζε τα πρακτικά τους και αποφαινόταν γι’ αυτά. Τίποτε , ωστόσο, δεν αποκλείει να είχε κάποια γνώμη και για ορισμένες δικαστικές υποθέσεις πριν κριθούν, ιδιαίτερα εάν αυτές παρουσίαζαν ξεχωριστό ενδιαφέρον για το κράτος, όπως εκείνες που είχαν οικονομικό-φορολογικό περιεχόμενο. Από το χωρίο του Ατταλειάτη είναι προφανές ότι το αξίωμα του επί των κρίσεων ήταν νέο, όπως και η υπηρεσία της οποίας είχε τεθεί επικεφαλής.
Μετά την αναλυτική ερμηνεία των λέξεων του χωρίου του Ατταλειάτη, μπορούμε να το ερμηνεύσουμε ως εξής: O Kωνσταντίνος Θ΄ Μονομάχος δημιούργησε μία νέα υπηρεσία το «σέκρετον δικῶν ἰδιωτικῶν», με επικεφαλής τον «ἐπί τῶν κρίσεων», για τη διερεύνηση των δικών που διεξάγονταν στην επαρχία σχετικά με την επίλυση των ιδιωτικών διαφορών των πολιτών. Οι επαρχιακοί δικαστές υποχρεώνονταν να καταγράφουν προσεκτικά (συντάσσουσι) τα πρακτικά της δίκης (σχεδάρια) και μετά να καταθέτουν τα αντίγραφά τους (ἴσα). Στη συνέχεια τα αντίγραφα στέλλονταν στο σέκρετο δικών ιδιωτικών, όπου ελέγχονταν και εξετάζονταν, για να διαπιστωθεί η νομιμότητα και η ορθοκρισία των επαρχιακών δικαστών. Με τον τρόπο αυτό, οι τελευταίοι ελέγχονταν για τις αποφάσεις τους και απαλλάσσονταν από τις εναντίον τους υποψίες.
Ο χρόνος ίδρυσης του σεκρέτου
Post terminus της σύστασης του σεκρέτου πρέπει να θεωρηθεί το έτος 1043. Κατά τον Ατταλειάτη η επιτυχής αντιμετώπιση της ρωσικής επίθεσης το καλοκαίρι του 1043 και η ηρεμία που ακολούθησε, έδωσαν τη δυνατότητα στον Κωνσταντίνο Θ΄ Μονομάχο να προβεί στη βελτίωση των «πολιτικῶν πραγμάτων» της αυτοκρατορίας.
Ο Ατταλειάτης χαρακτηριστικά αναφέρει:
« Οὕτω καὶ ταύτην τὴν μάχην κατορθώσας ὁ βασιλεὺς ἡσυχίαν ἦγε, καὶ τῶν πολιτικῶν πραγμάτων ἡδέως ἀντείχετο, μουσεῖον τῆς νομοθετικῆς ἀναγείρας καὶ νομοφύλακα προστησάμενος. ἀλλὰ καὶ τοῦ τῆς φιλοσοφίας οὐρανοβάμονος ἐπεμελήθη μαθήματος, πρόεδρον τῶν φιλοσόφων προχειρισάμενος ἄνδρα τῶν καθ΄ ἡμᾶς διαφέροντα γνώσει, καὶ τοὺς νέους πρὸς ἄσκησιν τῶν σοφῶν λόγων καὶ μαθημάτων προυτρέψατο σὺν τῷ εὐμαρεῖ τῶν διδασκάλων, καὶ γερῶν τούτους ἐν τῷ δημηγορεῖν βασιλικῶν ἀξιῶν . ἐκαίνισε δὲ καὶ σέκρετον δικῶν ἰδιωτικῶν , «ἐπὶ τῶν κρίσεων » καλέσας τὸν τοῦτο προέχοντα. ἐν τούτῳ οἱ τῶν ἐπαρχιῶν δικασταὶ καὶ συντάττουσι τὰ ποιητέα ἐγγράφως καὶ τὰ τῶν σχεδαρίων ἐναποτιθέασιν ἴσα δι’ ὑποψίας ἀπαλλαγὴν».
Ένα άλλο γεγονός που θα μπορούσε να αποτελέσει σημείο post terminus για την ίδρυση του σεκρέτου είναι το χρυσόβουλλο του Κωνσταντίνου Θ΄ Μονομάχου προς τη Νέα μονή της Χίου το 1045. Σ’ αυτό, αν και μνημονεύονται οι δικαστικοί φορείς της αυτοκρατορίας, δεν αναφέρεται το σέκρετο δικών ιδιωτικών, γεγονός που ενδεχομένως οφείλεται στο ότι εθεωρείτο μία υπηρεσία οικονομική και όχι δικαστήριο. Πιθανόν, όμως, να ιδρύθηκε μετά το έτος 1045.
Ante terminus της δημιουργίας του σεκρέτου μπορούμε να θεωρήσουμε το 1047. Από τη Νεαρά του ιδίου έτους με την οποία ιδρύθηκε η νομική σχολή, πληροφορούμαστε ότι ορίστηκε ο νομοφύλαξ να κατέχει καθέδρα μετά τον επί των κρίσεων. Η μαρτυρία αυτή αποκαλύπτει ότι το σέκρετο δικών ιδιωτικών τότε ήδη είχε συσταθεί και ότι ο επί των κρίσεων είχε το προβάδισμα έναντι του νομοφύλακα και, κατά συνέπεια, οικονομική και κοινωνική θέση ανώτερη από αυτόν.
Δεν υπάρχουν άλλα στοιχεία για την ακριβέστερη χρονολόγηση της δημιουργίας του σεκρέτου. Γνωρίζοντας, όμως, τα έντονα προβλήματα που υπήρχαν στο δικαστικό σύστημα εξαιτίας της διαφθοράς των δικαστών και της σύγχυσης στην ερμηνεία των νόμων, θεωρούμε ότι η βελτίωση της δικαιοσύνης και κατά συνέπεια της διοίκησης του κράτους, υπήρξε κύριο και πρωταρχικό μέλημα του αυτοκράτορα.
Συνεπώς, τεκμαίρεται ότι η σύσταση του σεκρέτου πρέπει να τοποθετηθεί χρονικά τα πρώτα χρόνια της βασιλείας του Κωνσταντίνου Θ΄ Μονομάχου, ίσως το έτος 1045.
Οι εμπνευστές της δημιουργίας του σεκρέτου
Η δημιουργία του σεκρέτου των δικών αποτέλεσε μία μεγάλη μεταρρύθμιση στο χώρο διοίκησης και της δικαιοσύνης. Θεωρείται, λοιπόν, πως στη σύλληψη της δημιουργίας του σεκρέτου, συνετέλεσαν τα πρόσωπα, τα οποία εκείνη την περίοδο, αποτελούσαν τον περίγυρο του Κωνσταντίνου Θ΄ Μονομάχου.
Στην αρχή της βασιλείας του στενοί συνεργάτες του υπήρξαν ο Λειχούδης, ο Μαυρόπους, ο Ψελλός και ο Ξιφιλίνος, η «τετρὰς τῶν σοφῶν», όπως αποκαλείται, προσωπικότητες με ευρεία μόρφωση και πρωτοποριακές ιδέες. Μεταξύ των τεσσάρων ανδρών, το μεγαλύτερο κύρος στα ανάκτορα διέθετε αναμφίβολα ο Λειχούδης, ως σύμβουλος του αυτοκράτορα.
Από τον επιτάφιό του, γραμμένο από τον Ψελλό, μαθαίνουμε γι’αυτόν ότι: «νόμους ἀμφιβόλους ἀκριβῶς ἐξηγήσατο, ψηφίσματα ἔγραψεν ἐν ταῖς ἀρχαιρεσίαις, τοὺς κρείττονας ἐν ταῖς ἀρχαῖς προεβίβασε, τάς δημοσίας συνεισφορὰς τεταγμένας διέθετο, ὅρους ἑκάστοις τῶν πραγμάτων ἐπέθηκε.» Δε παραβλέπουμε βέβαια, ότι σε έναν επιτάφιο λόγο ο νεκρός πάντα επαινείται, κατανοούμε, όμως, από το κείμενο ότι ο Λειχούδης υπήρξε ο εισηγητής και ερμηνευτής των νόμων, ενώ με την πολιτική του συνετέλεσε στην τακτική είσπραξη των εισφορών προς το κράτος. Για τους λόγους αυτούς θεωρείται πολύ πιθανό ο Λειχούδης να υπήρξε ο κύριος εμπνευστής της ίδρυσης του σεκρέτου.
Αντιθέτως, η Αικ. Χριστοφιλοπούλου θεωρεί ότι εισηγητής της καινοτομίας του σεκρέτου των δικών, ενδεχομένως ήταν ο Ιωάννης Μαυρόπους, επειδή ως γνωστό εθεωρείτο ο συντάκτης της Νεαράς για την προαγωγή της νομικής παιδείας, ο οποίος συνεδύαζε πρωτοποριακές αντιλήψεις και την εμπιστοσύνη του αυτοκράτορα Κωνσταντίνου Θ΄ Μονομάχου.
Η λειτουργία του σεκρέτου
Οι πληροφορίες του Ατταλειάτη για το σέκρετο δικών ιδιωτικών είναι ελλιπείς και δικαιολογημένα δημιουργούνται ερωτηματικά σχετικά με τον τρόπο λειτουργίας και τους στόχους του.
Σύμφωνα με τον Κ. Ε. Ζachariä v. Lingenthal επρόκειτο για ένα νέο δικαστήριο, το οποίο εκδίκαζε αστικές υποθέσεις. Και ο Ν. Οικονομίδης θεωρεί ότι δημιουργήθηκε ένα δικαστήριο, το οποίο δεν εξέταζε εφέσεις, αλλά είχε ως αποστολή να επιλύει τα δικαστικά προβλήματα που έθεταν οι επαρχιακοί κριτές και να ελέγχει αν οι αποφάσεις των τελευταίων ήταν νόμιμες, αφού ως κριτές των θεμάτων διορίζονταν άτομα, τα οποία δεν διέθεταν πάντοτε νομική κατάρτιση.
Αντίθετα, η H. Ahrweiler παρατηρεί ότι το σέκρετο των δικών δεν μπορούσε να ασκήσει βέτο στις αποφάσεις των επαρχιακών δικαστών, καθώς θεωρεί ότι επρόκειτο για μία διοικητική υπηρεσία με κύρια φροντίδα τον συγκεντρωτισμό και τον έλεγχο της επαρχιακής διοίκησης των θεμάτων.
Την ίδια άποψη έχει και η Αικ. Χριστοφιλοπούλου, σύμφωνα με την οποία επρόκειτο για την ίδρυση νομικής υπηρεσίας και όχι για τη θέσπιση ενός δικαστηρίου, όπως φαίνεται από τον τεχνικό όρο «σέκρετον», με τον οποίο τιτλοφορούνται πολλοί κλάδοι της διοίκησης, όπως σέκρετον του γενικού λογοθεσίου. Επισημαίνει, ότι με τον όρο «σεκρετικοί» νοούνται οι υπάλληλοι των σεκρέτων, οι οποίοι διαφέρουν από τους κριτές.
Δημιουργήθηκε, λοιπόν, μία πολυσχιδής υπηρεσία στην πρωτεύουσα, διακλαδιζόμενη στα επαρχιακά κέντρα, όπου λειτουργούσαν δικαστήρια. Με τη νέα ρύθμιση, οι επαρχιακοί δικαστές όφειλαν να καταθέσουν στα τοπικά γραφεία, τα υπαγόμενα στο νέο σέκρετο των δικών, αντίγραφα των αποφάσεών τους, τα οποία τα απέστελλαν στην Κωνσταντινούπολη. Εκεί, προφανώς, υπήρχε ομάδα νομομαθών για την επεξεργασία των αποστελλομένων αντιγράφων και τον έλεγχο τυχόν αυθαιρεσιών ή παρεκκλίσεων, με επικεφαλής τον επί των κρίσεων, ο οποίος κατείχε υψηλή θέση στην ιεραρχία και με προβάδισμα έναντι του νομοφύλακος, δηλαδή με κοινωνική και οικονομική θέση ανώτερη του τελευταίου.
Η Αικ. Χριστοφιλοπούλου συμπεραίνει , όπως και η H. Ahrweiler, ότι ο επί των κρίσεων δεν ήταν δικαστικός, αλλά προϊστάμενος διοικητικής υπηρεσίας. Ωστόσο, αυτό δεν αποκλείει και δικαστική αρμοδιότητα του αξιωματούχου, καθώς η δικαιοσύνη είναι αλληλένδετη με τη διοίκηση. Άλλωστε, και για τον δικαιοδότη σημειώνεται ότι ήταν επικεφαλής σεκρέτου, αλλά αυτό δεν αναιρεί τις δικαστικές του αρμοδιότητες με βάση τις μαρτυρίες των πηγών.
Τη δικαστική λειτουργία του επί των κρίσεων επιβεβαιώνουν και οι ακόλουθες μαρτυρίες: Σε Υπόμνημα του έτους 1056, που συνέταξε ο ίδιος ο Μ. Ψελλός, μετά από εντολή της αυτοκράτειρας Θεοδώρας για τη δίκη του με το γαμβρό του Ελπίδιο Κεγχρή, αναφέρεται:
«Τὸ ἴσον τοῦ γεγονότος ὑπομνήματος παρὰ τοῦ αὐτοῦ μοναχοῦ Μιχαὴλ τοῦ Ψελλοῦ, βεστάρχου τηνικαῦτα ὄντος, ἐπὶ τῇ δίκῃ αὐτοῦ, προσώπῳ δῆθεν τοῦ πρωτοασεκρέτου, τοῦ ἐπὶ τῶν κρίσεων, τοῦ νομοφύλακος, καὶ τοῦ σκρίβα, ἐπὶ διάλυσιν τῆς μνηστείας τοῦ γαμβροῦ αὐτοῦ Ἐλπιδίου τοῦ Κεγχρῆς».
Όπως φαίνεται, ο επί των κρίσεων είναι ένας από τους δικαστές που συμμετέχουν στην εκδίκαση της υπόθεσης.
Επιπλέον, σε «πρακτικόν» του έτους 1061, που υπογράφει ο κριτής βήλου Σερβλίας, αναφέρεται μία δικαστική υπόθεση του επί των κρίσεων και των πολιτικών δικαστών.
Ακόμη, σε χρυσόβουλο του Αλεξίου Α΄ Κομνηνού του έτους 1087, σημειώνεται ότι ο επί των κρίσεων μαζί με τον επί του κανικλείου εξέτασαν μία υπόθεση, μετά από εντολή του αυτοκράτορα.
Σημαντική είναι και η μαρτυρία του Σχολίου των Βασιλικών σύμφωνα με το οποίο: «Ἔμπρακτοι δικασταὶ οἱ ἔχοντες ὀφφίκιον τοῦ δικάζειν, οἷον ὁ δρουγγάριος, ὁ ἐπὶ τῶν κρίσεων, ὁ κοιαίστωρ, ὁ ἔπαρχος ».
Σχετικά με τις αρμοδιότητες του σεκρέτου, ένα χωρίο του Κεκαυμένου είναι αρκετά διαφωτιστικό:
«Εἰ δὲ προσέλθοι σοὶ τις χωρὶς δίκης χαριζόμενὸς σοὶ δῶρα, καὶ λέγων˙ « Λάβε ταῦτα, ἐγὼ ἀγαπῶν σε δίδωμὶ σοὶ αὐτά»˙ μὴ λάβῃς ταῦτα. Εἰ γὰρ καὶ τότε οὐκ αἰτεῖται σὲ τι, ἀλλὰ μετὰ τὸ λαβεῖν σὲ ταῦτα εἴπῃ σοι ποιῆσαι αὐτῷ παράνομον χαρτίον˙ καὶ εἰ μὲν ποιήσεις αὐτὸ, ἔχεις καὶ ἀπὸ τοῦ Θεοῦ καταδικασθῆναι καὶ ἀπὸ τοῦ βασιλέως καὶ ἀπὸ τῶν πολιτικῶν δικαστῶν».
Με τη φράση «παράνομον χαρτίον» υπονοείται το αναληθές, άρα και παράνομο σχεδάριο που όφειλε να συντάξει ο θεματικός κριτής και ότι οι πολιτικοί δικαστές, που επρόκειτο να το εξετάσουν και να τον καταδικάσουν, ανήκαν στο σέκρετο δικών ιδιωτικών.
Eύλογα θα μπορούσε να αναρωτηθεί κάποιος, εάν η αποστολή των σχεδαρίων ήταν υποχρεωτική και αφορούσε τα σχεδάρια όλων των ιδιωτικών δικών που διεξάγονταν στην αυτοκρατορία. Η διατύπωση του Ατταλειάτη «ἐν τούτῳ οἱ τῶν ἐπαρχιῶν δικασταὶ καὶ συντάσσουσι τὰ ποιητέα δ’ ἐγγράφως καὶ τὰ τῶν σχεδαρίων ἐναποτιθέασιν ἴσα δι΄ ὑποψίας ἀπαλλαγήν» δεν αφήνει κανένα περιθώριο να υποθέσουμε πως η αποστολή των σχεδαρίων ήταν προαιρετική.
Σύμφωνα, όμως, με την άποψη της Σ. Χονδρίδου, η αποστολή και η εξέταση όλων των σχεδαρίων, από όλα τα σημεία της Κωνσταντινούπολης θα απαιτούσε μία οργανωμένη και πολυπληθή υπηρεσία, πράγμα το οποίο θα ήταν πολύ δύσκολο να υλοποιηθεί. Υποστηρίζει, λοιπόν, ότι στην πρωτεύουσα ελέγχονταν κυρίως τα σχεδάρια ορισμένων μόνο ιδιωτικών δικών. Για το επιτελείο του σεκρέτου, μεγαλύτερο ενδιαφέρον παρουσίαζαν τα σχεδάρια τα σχετικά με τις οικονομικές διαφορές «δυνατών» και πενήτων, η καταπάτηση γης ή η διεκδίκηση περιουσίας, διότι οι περισσότερες από τις δίκες αυτές, εξαιτίας της μεροληψίας των δικαστών, κατέληγαν σε δικαίωση των «δυνατών», οι οποίοι όχι μόνο αύξαιναν την περιουσία τους σε βάρος των πενήτων, μεταβάλλοντας κατ΄αυτόν τον τρόπο την κοινωνική δομή της αυτοκρατορίας, αλλά και γίνονταν οικονομικά ισχυρότεροι, άρα και απειλητικότεροι για την κεντρική εξουσία.
Θεωρητικά, βέβαια, οποιοσδήποτε πίστευε πως αδικείται, είχε το δικαίωμα να προσφύγει στο δικαστήριο του Ιπποδρόμου. Ουσιαστικά, όμως, εκείνος που δεν είχε περιουσιακά στοιχεία και επιρροή, ο πένης, παρέμενε αποκλεισμένος. Τα δικαστικά και δικηγορικά έξοδα ήταν σημαντικά, ενώ η όχι αβάσιμη δυσπιστία για το αδωροδόκητο των δικαστών, τον απέτρεπαν από τη διεκδίκηση των συμφερόντων του.
Πρωταρχική φροντίδα κάθε κράτους αποτελεί η αύξηση των εσόδων του με την επιβαλλόμενη φορολογία. Για το λόγο αυτό, η εποπτεία των φορολογικών υποχρεώσεων των πολιτών, όπως και ο έλεγχος των κρατικών υπαλλήλων που αναλαμβάνουν τη συλλογή των φόρων αποτελούν βασικές λειτουργίες για την αποτελεσματικότητα της κρατικής μηχανής. Σύμφωνα, λοιπόν, με τη Σ. Χονδρίδου η πραγματικότητα μας οδηγεί στη σκέψη ότι βασικός στόχος του σεκρέτου από την αρχή της δημιουργίας του ήταν ο έλεγχος των δικών με οικονομικό-φορολογικό περιεχόμενο. Την άποψη αυτή ενισχύουν χωρία από τον Ψελλό, τον Ατταλειάτη και τον Κεκαυμένο.
Ο Μ. Ψελλός, σε απόσπασμά του από πανηγυρικό λόγο, επαινεί τον Κωνσταντίνο Θ΄ Μονομάχο μεταξύ των άλλων και για τα μέτρα που έλαβε σχετικά με την ορθή απονομή της δικαιοσύνης:
«ποῖ μὴ τὰ σὰ ἔγγραφα διατάγματα φορολόγων ἀπανθρωπίαν ἐλέγχοντα καὶ δικαστῶν παρανομίαν ἱστῶντα, καὶ τοῖς μὲν τὴν προσήκουσαν εἴσπραξιν ἐπιτάττοντα, τοῖς δὲ τοῖς οἰκείοις σταθμοῖς ταλαντεύειν νομοθετοῦντα τὰ τῆς δίκης ζυγὰ καὶ μικρὰ χρηματίζεσθαι;»
Προφανώς, τα έγγραφα διατάγματα, που αναφέρονται στο απόσπασμα, αφορούν αυτοκρατορικές διατάξεις σχετικές με την ίδρυση και τη λειτουργία του σεκρέτου δικών ιδιωτικών. Είναι εμφανής ο συσχετισμός που επιχειρείται στο απόσπασμα ανάμεσα στους απάνθρωπους φοροεισπράκτορες και στους παράνομους δικαστές που μεροληπτούσαν υπέρ των φοροεισπρακτόρων και δωροδοκούνταν. Ο συσχετισμός αυτός επιβεβαιώνει ότι ο βασικός στόχος της ίδρυσης του σεκρέτου ήταν ο έλεγχος αφενός των φοροεισπρακτόρων και αφετέρου των επαρχιακών δικαστών, ώστε οι μεν πρώτοι να περιορίσουν τις αυθαιρεσίες τους κατά τη συλλογή των φόρων, οι δε δεύτεροι να είναι ακριβοδίκαιοι και να μη συγκαλύπτουν τις παρανομίες των φοροεισπρακτόρων σε βάρος του κράτους ή των πολιτών.
Ο Μ. Ατταλειάτης στην Ιστορία του αναφέρει ότι ο Κωνσταντίνος Θ΄ Μονομάχος, δύο χρόνια πριν το θάνατό του, προξένησε σε όλους ζημιές και μηχανεύτηκε ελλείμματα οφειλών προς το κράτος.
«Πρὸ δὺο τῆς τοῦ βίου καταστροφῆς ἐνιαυτῶν μεταβολὴν τῶν ἔργων ἀνυπονόητον ἐπεδείξατο. προστεθεὶς γὰρ τοῖς δεινοτέροις τῶν φορολόγων ἀνδρῶν, οὓς σεκρετικοὺς ὁ πολιτικὸς λόγος οἶδε καλεῖν, ἄρδην ἁπάντων ζημίας ἀπροόπτους καὶ λοιπάδας μεμηχανημένας κατεσοφίσατο, καὶ τοὺς βίους τῶν ὀπωσοῦν εὐπορούντων ἐκμυελίζων ἦν, δίκας ἀδίκους ἐπάγων καὶ καινοφανῆ ζητήματα καὶ προβλήματα. καὶ ὁ στεναγμὸς ὅσος τῶν οὕτω ζημιουμένων καὶ καθελκομένων εἰς τὴν ἀπόδοσιν αἵ τε φρουραὶ πλήθουσαι τῶν ἐναγομένων καὶ καθημερινὸς ὀδυρμός. τῶν δὲ πειραθέντων τοῦ ἄλγους οἱ μήπω πειραθέντες ἐλεεινότεροι, πᾶσι τοῖς φισκοσυνηγόροις ὑποκατακλινόμενοι καὶ ψοφοδεεῖς ὄντες, καὶ τὸ ξίφος ἠρτημένον μονονουχὶ κατὰ τῆς ἑαυτῶν κεφαλῆς ὑποπτεύοντες».
Εκμύζησε, λοιπόν, την περιουσία των ευπόρων πολιτών προκαλώντας άδικες δίκες, απαιτώντας πρωτοφανείς φόρους ( καινοφανή ζητήματα ) και δημιουργώντας προβλήματα. Υπέφεραν, λοιπόν, όσοι ζημιώνονταν με τον τρόπο αυτό και εξαναγκάζονταν να πληρώσουν τα απαιτούμενα. Πολλοί ήταν αυτοί που οδηγούνταν σε δίκη και ταλαιπωρούνταν πραγματικά. Αλλά, και όσοι δεν είχαν δεινοπαθήσει, ήταν πιο αξιολύπητοι, γιατί από φόβο υποκλίνονταν στους συνηγόρους του αυτοκρατορικού ταμείου ( τους φισκοσυνηγόρους) και αισθάνονταν το ξίφος να κρέμεται πάνω από το κεφάλι τους.
Προκειμένου ο Κωνσταντίνος Θ΄ Μονομάχος να αυξήσει τα μειωμένα κρατικά έσοδα, επέβαλε στο σέκρετο να εντείνει τον έλεγχό του στα αντίγραφα των σχεδαρίων με οικονομικό-φορολογικό περιεχόμενο. Με τον τρόπο αυτό είτε ανακαλύφθηκαν πραγματικές οφειλές πολιτών προς το κράτος είτε εφευρέθηκαν πλασματικές εκκρεμότητες προς αυτό, γεγονός για το οποίο ο Μιχαήλ Ατταλειάτης εκφράζει τη δυσαρέσκειά του.
Γεγονός είναι ότι για το είδος των σχεδαρίων που κατετίθεντο διαθέτουμε ελάχιστα στοιχεία. Η θεωρία της Σ. Χονδρίδου παρουσιάζει εξαιρετικό ενδιαφέρον, αλλά, όπως αναφέρει και η ίδια, πρόκειται για μία υπόθεση, για την οποία δεν μπορούμε να είμαστε βέβαιοι ότι ίσχυσε στην πράξη.
Στόχοι της ίδρυσης του σεκρέτου
Αν θελήσουμε να συνοψίσουμε τους στόχους που επιτελούσε το σέκρετο, καταλήγουμε στα εξής συμπεράσματα:
α) Mε τον έλεγχο των σχεδαρίων ο αυτοκράτορας καθιστούσε τους δικαστές της επαρχίας προσεκτικότερους στην εφαρμογή των νόμων και στη λήψη των αποφάσεών τους και τους συγκρατούσε από δωροδοκίες. Εξασφάλιζε ακόμη, ως ένα βαθμό βέβαια, τη δικαστική κρίση από τον κίνδυνο της νόθευσης. Με τον τρόπο αυτό, προσπάθησε να βελτιώσει την απονομή της δικαιοσύνης στην επαρχία, να μετριάσει τη χαλαρότητα και την αυθαιρεσία και να απαλλάξει τους επαρχιακούς δικαστές από τις εναντίον τους κατηγορίες.
β) Υποχρέωνε τους επαρχιακούς δικαστές σε συνεργασία με το σέκρετο για την εύρυθμη λειτουργία της δικαιοσύνης και του κρατικού μηχανισμού.
γ) Eξασκούσε μεγαλύτερο έλεγχο στην επαρχιακή διοίκηση, η οποία με το σύστημα των θεμάτων και των στρατηγών, είχε την τάση να θεωρείται ως αυτόνομη.
δ) Έλεγχε τις οικονομικές εκκρεμότητες των πολιτών προς το κράτος και περιόριζε την παράνομη αύξηση της περιουσίας τους. Με αυτόν τον τρόπο καταπολεμούσε την επέκταση της μεγάλης έγγειας ιδιοκτησίας των ισχυρών μεγαλογαιοκτημόνων και κατά συνέπεια την επικινδυνότητά τους για την κεντρική εξουσία.
ε) Προστάτευε και ενίσχυε έμμεσα τους οικονομικά αδύνατους πολίτες από τις αυθαιρεσίες των οικονομικά ισχυρών και τους έδινε τη δυνατότητα να διατηρήσουν την οικονομική και κοινωνική ανεξαρτησία τους.
στ) Έλεγχε τις καταχρήσεις των φοροεισπρακτόρων των επαρχιών, οι οποίοι χρησιμοποιούσαν τη θέση τους, για να πλουτίσουν σε βάρος των πολιτών και του κράτους.
Συνοψίζοντας, αν στόχος του σωστού ηγεμόνα είναι η δημιουργία κράτους δικαίου, τότε, δίχως αμφιβολία, στόχος της ίδρυσης του σεκρέτου ήταν η καλύτερη απονομή της δικαιοσύνης. Η δημιουργία αρχείου των δικαστικών αποφάσεων των επαρχιακών δικαστηρίων με την επίβλεψη κρατικής αρχής, εξασφάλιζε διαδίκους και οποιονδήποτε είχε έννομο συμφέρον από τη νόθευση της δικαστικής κρίσεως, και είναι γνωστό πόση διάδοση είχε την εποχή εκείνη η πλαστογραφία εγγράφων, περιλαμβανομένων και αυτοκρατορικών.
Η απονομή της δικαιοσύνης μετά την ίδρυση του σεκρέτου
Και μετά την ίδρυση του σεκρέτου η απονομή της δικαιοσύνης δεν έπαψε να είναι προβληματική. Ο Μαυρόπους, ως μητροπολίτης Ευχαΐτων, σε απόσπασμα ομιλίας του περί το 1050, αναφέρει μεταξύ των άλλων, ότι οι άρχοντες παρέβαιναν τους νόμους, διέπρατταν αδικίες και δωροδοκούνταν, ενώ οι εισπράκτορες των φόρων πίεζαν και εκμεταλλεύονταν οικτρά το λαό.
Για την κατάσταση της δικαιοσύνης στην επαρχία το τρίτο τέταρτο του 11ου αιώνα, μας παρέχουν πληροφορίες ο Ψελλός και ο Κεκαυμένος.
Σε διάφορες επιστολές του Ψελλού προς επαρχιακούς δικαστές διαπιστώνουμε πως ο συγγραφέας επιχειρεί να τους επηρεάσει στην ετυμηγορία τους υπέρ φιλικών, συγγενικών ή άλλων προσώπων που βρίσκονταν υπό την προστασία του. Σε μερικές μάλιστα επιστολές ζητά καθαρά από τους δικαστές να ευνοήσουν τα πρόσωπα αυτά χάρη στη φιλία που τους συνέδεε με τον αποστολέα του ( τον Ψελλό ).
Οι φιλικές σχέσεις του δικαστή με τον ίδιο το διάδικο διαδραμάτιζε επίσης ρόλο αρνητικό στην απόδοση της δικαιοσύνης. Φαίνεται πως οι περιπτώσεις άδικης κρίσης των δικαστών εξαιτίας των φιλικών δεσμών τους ήταν κάτι συνηθισμένο και, για το λόγο αυτό, ο Κεκαυμένος συμβουλεύει τον επαρχιακό δικαστή στο Στρατηγικόν, που αναλαμβάνει υπόθεση, στην οποία πρόκειται να καταδικασθεί φίλος του, να παραιτηθεί, για να μη δικάσει άδικα χάρη της φιλίας.
Επίσης, προτρέπει τον επαρχιακό δικαστή να μη στρέψει το βλέμμα και τα χέρια σε δωροδοκία, γιατί ο δικαστής που δωροδοκείται «εἰς σκότος ἀγνωσίας περιπατεῖ».
Συγκεκριμένα αναφέρει :
« Εἰ δὲ κριτὴς εἶ θεματικός, μὴ εἰς λῆψιν δώρων ὄμμα καὶ χεῖρας ὀρέξῃς. Ὁ γὰρ πρὸς δῶρα κεχηνὼς εἰς σκότος ἀγνωσίας περιπατεῖ, εἰ καὶ πολυμαθής ἐστι καὶ πάσης φρονήσεως καὶ γνώσεως ἀνάπλεος. Ἀρκοῦ δὲ μᾶλλον οἷς ἀπὸ τύπου ἔχεις. Μὴ γὰρ ἀπέστειλάν σε σωρεύειν χρήματα, ἀλλὰ δικαιοῦν τοὺς ἀδικουμένους. Μηδενὶ διὰ φιλανθρωπίαν ἐν κρίσει προσπαθήσῃς, ἀλλ’ εἰ ἐστι σοὶ πάνυ φίλος τις καὶ μέλλῃ καταδικασθῆναι, παραίτησαι τὴν τοιαύτην ὑπόθεσιν καὶ μὴ κρίνῃς ἀδίκως. Ἔσχατον μὲν γὰρ σὺ αἰσχυνθήσῃ, ὁ δὲ φίλος σου παρὰ τῶν πολιτικῶν δικαστῶν καταδικασθήσεται. Ἐὰν ἀποβλέπῃς εἰς τὸ λαβεῖν, οἱ μὴ διδόντες σοὶ δῶρα οὐκ ἀγαθοὶ τοῖς ὀφθαλμοῖς σου φανήσονται, κἄν λίαν εἰσι χρηστοί, οἱ δὲ διδόντες σοὶ ἀγαθοὶ φανήσονται καὶ τὸ πνεῦμά σου ἀναπαυθήσεται ἐπ’ αὐτοῖς, κἄν ἀνδροφόνοι εἶεν. Ἔθος γὰρ τοῖς νοσφιζομένοις δῶρα τυποῦν ἐν τῇ ἑαυτῶν ψυχῇ, ὅτι: « Ἀπὸ τοῦ δεῖνος μέλλω λαβεῖν δώρων τάδε». Καὶ εἰ μὲν λάβοι, πάλιν ἀποβλέπει καὶ δεύτερον καὶ τρίτον λαβεῖν, εἰ δ’ οὐ λάβῃ, ὡς ἰδίου πράγματος στερηθεὶς χολανθήσεται, καὶ ἔσται ὁ δίκαιος ὡς ὁ ἀσεβής….».
Και σε άλλο σημείο συμβουλεύει:
«Εἰ δὲ προσέλθοι σοὶ τις χωρὶς δίκης χαριζόμενὸς σοι δῶρα καὶ λέγων˙ «Λάβε ταῦτα, ἐγὼ ἀγαπῶν σὲ δίδωμι σοὶ αὐτά»˙ μὴ λάβῃς ταῦτα. Εἰ γὰρ καὶ τότε οὐκ αἰτεῖται σὲ τι, ἀλλὰ μετὰ τὸ λαβεῖν σὲ ταῦτα εἴπῃ σοὶ ποιῆσαι αὐτῷ παράνομον χαρτίον˙καὶ εἰ μὲν ποιήσεις αὐτό, ἔχεις καὶ ἀπὸ τοῦ Θεοῦ καταδικασθῆναι, καὶ ἀπὸ τοῦ βασιλέως καὶ ἀπὸ τῶν πολιτικῶν δικαστῶν˙ εἰ δ’ οὐ ποιήσεις αὐτό, ἀντιστρέψεις τὰ δοθέντα σοὶ μετ’ αἰσχύνης, ἐκκληθεὶς παρ’ αὐτοῦ. Ἐὰν ἔλθῃ ἐπήρεια εἰς τὸ θέμα καὶ ἔχῃς σὺ πρόσταξιν ταύτην διανύσαι, μὴ ποιήσῃς τήν τοῦ κοινοῦ ζημίαν σὸν κέρδος˙οὐ γὰρ διὰ τὸ κερδῆσαὶ σε αὐτὴ ἐπηνέχθη. Ἀρκεῖ γὰρ τοῖς ἐπηρεαζομένοις ἡ τοῦ κακοῦ ἀπότισις… Ἐὰν συμβῇ φόνος, μὴ πάθῃ ἄλλος ἀντ’ ἄλλου, ἀλλ’ ἐκεῖνος μόνος ὁ τοῦτο τολμήσας. Εἶδον γὰρ ἐγὼ πολλοὺς ἀναιτίους ὑπαχθέντας τῇ δίκῃ, τοὺς δὲ αἰτίους ἀθῳωθέντας διὰ δόσιν χρημάτων. Καὶ ἐμνήσθην Δίωνος τοῦ Ῥωμαίου εἰρηκότος, ὅτι˙ « Καὶ οἱ πάνυ ἀξιόπιστοι τῶν ἀνθρώπων καὶ λόγοις ἐπιτηδείοις καὶ χρήμασι καταδουλοῦνται».
Από τα πιο πάνω στοιχεία είναι σαφές ότι η δωροδοκία ήταν ένα φαινόμενο συχνό την εποχή αυτή. Ο Κεκαυμένος ιδιαίτερα ομολογεί ότι είδε πολλούς αθώους να σέρνονται σε δίκη και πολλούς ενόχους να αθωώνονται, επειδή έδωσαν χρήματα.
Την εντύπωση αυτή αποκομίζουμε, εκτός των άλλων, και από επιστολή του Ψελλού σε κριτή, τον οποίο επαινεί για την ακεραιότητά του και τον συγκρίνει με άλλους ομολόγους του: «…δικαιότατος δὲ σὺ προκάθησαι δικαστής, μήτε πρὸς δῶρα προτείνων τὴν δεξιὰν μήτε λαμβάνων ἐν κρίσει πρόσωπον. διὰ ταῦτα ἀτυχήσας οὗτος ἐπὶ πλήθει ἀδικιῶν εὐτύχησεν ἐφ’ἑνὶ σοι ἀδεκάστῳ κριτῇ».
Είναι εύλογο ότι εκείνοι, οι οποίοι διέθεταν χρήματα και δύναμη για να επηρεάσουν τις δικαστικές αποφάσεις ήταν οι εύποροι πολίτες, ενώ εκείνοι που αδικούνταν ήταν οι πένητες. Οι δικαστές ήταν αρνητικά προκατειλημμένοι προς τους πένητες διαδίκους, ιδιαίτερα όταν ο αντίδικός τους ήταν άνδρας ισχυρός.
Για το λόγο αυτό ο Κεκαυμένος συμβουλεύει, όποιον εκδικάζει δίκη, να βοηθά σε κάθε περίσταση τον φτωχό: «καὶ εἰς πάντα ἀντιλαβοῦ τοῦ ἐνδεοῦς».
Το σέκρετο μετά το θάνατο του Κωνσταντίνου Θ΄ Μονομάχου
Ερευνώντας τις πηγές του 11ου αιώνα, αποδεικνύεται ότι το σέκρετο δικών ιδιωτικών συνέχισε να υφίσταται και μετά το θάνατο του Κωνσταντίνου Θ΄ Μονομάχου. Το απόσπασμα του Κεκαυμένου, που αναφέρεται πιο πάνω, σύμφωνα με το οποίο ο συγγραφέας συμβουλεύει επαρχιακό κριτή να λαμβάνει συνετές αποφάσεις, γιατί τα σχεδάριά του επρόκειτο να εξεταστούν από πολιτικούς δικαστές, φανερώνει ότι γύρω στο 1075 το σέκρετο υπήρχε και εξέταζε τα αντίγραφα των σχεδαρίων των επαρχιακών δικαστών.
Στο ίδιο συμπέρασμα μας οδηγεί και η προσεκτική εξέταση του χωρίου του Ατταλειάτη, στο οποίο μας πληροφορεί για την ίδρυση του σεκρέτου. Ο συγγραφέας, προκειμένου να δηλώσει το γεγονός, χρησιμοποιεί δύο διαφορετικές χρονικές βαθμίδες. Για την ίδρυση του σεκρέτου χρησιμοποιεί χρόνο αόριστο (εκαίνισε), ενώ για τη λειτουργία του χρησιμοποιεί χρόνο ενεστώτα (συντάσσουσι) και (εναποτιθέασι). Η χρησιμοποίηση του ενεστώτα δείχνει ότι κατά το 1080 το σέκρετο συνέχιζε να λειτουργεί με τον ίδιο πιθανότατα τρόπο, όπως τον καιρό της ίδρυσής του. Η συνέχιση της λειτουργίας του σεκρέτου δείχνει ότι οι διάδοχοι του Κωνσταντίνου Θ΄ Μονομάχου υιοθέτησαν άλλοτε σε μικρότερο και άλλοτε σε μεγαλύτερο βαθμό, τα σχέδιά του για τη βελτίωση της διοίκησης και της δικαιοσύνης και συνέχισαν το μεταρρυθμιστικό του έργο.
Παρά την αναγκαιότητα του σεκρέτου, ο Μιχαήλ Ζ΄ μείωσε σταδιακά τις δικαιοδοσίες του, ενώ υπήγαγε τον επί των κρίσεων στο μεγάλο δρουγγάριο της βίγλης. Φαίνεται ότι, μετά την εδαφική συρρίκνωση της αυτοκρατορίας, ο αριθμός των επαρχιακών δικαστών ελαττώθηκε σημαντικά, γεγονός που επηρέασε τη λειτουργία και τη σημασία του σεκρέτου. Το σέκρετο επέζησε τουλάχιστον μέχρι το 1204, οπότε οι δραστηριότητές του διακόπηκαν εξαιτίας της λατινικής κατοχής.