15/3/22

Πρωταγόρας και οι απόψεις του περί γνωσιολογίας

 Πρωταγόρας και οι απόψεις του περί γνωσιολογίας

     Στον Πρωταγόρα εμφανίζεται πληρέστερα απ΄οπουδήποτε αλλού, ο επιστημονικός υποκειμενισμός που διαποτίζει τις θέσεις τόσο του ίδιου όσο και της μεγάλης πλειοψηφίας των σοφιστών και αποτελεί τον πυρήνα της σχετικιστικής και σκεπτικιστικής άποψής του για τη δυνατότητα του ανθρώπου να γνωρίσει την αλήθεια. Σύμφωνα  με αυτή την οπτική, κάθε γνώση είναι υποκειμενική και έχει αξία μόνο για τον άνθρωπο που τη δέχεται. Οι γνώσεις, που γεννιούνται από την αλληλεπίδραση των αισθήσεών μας και της φύσης, διαφέρουν από άτομο σε άτομο, ανάλογα τόσο με τη διαφορά των οργάνων που προσλαμβάνουν τις παραστάσεις κάθε ανθρώπου όσο και με το μέτρο της λογικής του. Έτσι, καμία κρίση ή γνώση δεν είναι οριστική, καθώς μπορεί ανά πάσα στιγμή να ανατραπεί από μία ισχυρότερη επιχειρηματολογία.

         Στην ίδια τη ζωή το κάθε πράγμα έχει, σύμφωνα με τον Πρωταγόρα, δύο όψεις: Η αρρώστια είναι κακή για τον άρρωστο, καλή όμως για το γιατρό. Λόγω της υποκειμενικής λοιπόν ερμηνείας της πραγματικότητας δύο κρίσεις αντιτιθέμενες είναι ταυτόχρονα σωστές, καθώς αντιπροσωπεύουν διαφορετικές οπτικές γωνίες και ερμηνείες ή διαφορετικά συμφέροντα. Έτσι, ο άνθρωπος είναι το αναμφισβήτητο «μέτρο των πραγμάτων», καθώς η κρίση του είναι αυτή που κάθε φορά αποφασίζει γι΄αυτό που γίνεται αποδεκτό ως αλήθεια.

        Συνεπής με το γνωστικό υποκειμενισμό του είναι και ο αγνωστικισμός του Πρωταγόρα. Η διαβεβαίωσή του στο  Περί Θεῶν  ότι αδυνατεί να γνωρίζει την ύπαρξη ή μη ύπαρξη θεών στηρίζεται στην πεποίθησή του ότι η οποιαδήποτε γνώση διαμορφώνεται στο έδαφος ερεθισμάτων που λαμβάνουμε από τον υπαρκτό κόσμο ( τη φύση, τις ανθρώπινες κατασκευές και τους ίδιους τους ανθρώπους), τα οποία ερμηνεύουμε ανάλογα με τα αισθητήρια όργανα, τη γνώση και την κρίση που διαθέτουμε.  

      Αν και πολλοί μελετητές εμφανίζονται βέβαιοι πως ο Πρωταγόρας αρνούνταν την ύπαρξη αντικειμενικής αλήθειας, θεωρώντας το σχετικισμό του ως ολικό και όχι απλά συνδεόμενο  με τον περιορισμένο χαρακτήρα της ανθρώπινης γνώσης, τόσο το «πάντων χρημάτων μέτρον…» όσο και οι υπόλοιπες πηγές  κάθε άλλο παρά μας οδηγούν με βεβαιότητα σε αυτή την άποψη. Αυτό που δίδαξε ο Πρωταγόρας, όπως  και πριν από αυτόν ο Ηράκλειτος, ήταν ότι δεν υπάρχει κανένα άλλο γνωστικό μέσο, εκτός του ανθρώπου, του οποίου η ικανότητα διερεύνησης της (διαρκώς εξελισσόμενης) πραγματικότητας είναι κάθε φορά οριοθετημένη τόσο από τους περιορισμούς των αισθήσεων όσο και από το (εκάστοτε) κατακτημένο επίπεδο γνώσης της κοινωνίας στην οποία ζει.

       Σύμφωνα, άλλωστε, με τον Πλάτωνα o Πρωταγόρας θεωρεί όλα τα υπάρχοντα όντα ως «πάντα χρήματα ὁμοῦ», πλησιάζοντας τη θέση του Αναξαγόρα για την ενότητα (και αυθυπαρξία) του υλικού κόσμου.

        Ο Πρωταγόρας θεωρεί ως βασικό στοιχείο της ύλης την κίνηση, που χωρίζεται σε δύο είδη. Την ενεργητική (που έχει τη δύναμη να « φτιάχνει») και την παθητική (που έχει τη δύναμη να «πάσχει»). Το καθένα από τα στοιχεία της κίνησης είναι αμέτρητο. Από το σμίξιμο των δύο αντιθέτων κινήσεων γεννιούνται άπειρες άλλες κινήσεις και δίδυμα όντα. Το ένα, το αισθητό, αποτελεί την ενεργητική κίνηση, ενώ το άλλο, η αίσθηση, την  παθητική κίνηση. Τα αισθητά λοιπόν εξαρτώνται από τις αισθήσεις, άποψη στην οποία θεμελιώνεται και το «πάντων χρημάτων μέτρον…».

         Στην άποψή του για τον υλικό κόσμο ο Πρωταγόρας φαίνεται να έχει εμβαθύνει στη διδασκαλία τόσο των πρώτων φυσικών φιλοσόφων όσο και του Ηράκλειτου και του Δημόκριτου (από τον οποίο είχε σημαντικά επηρεαστεί). Ο σχετικισμός του λοιπόν αναφέρεται μάλλον στα εκάστοτε όρια της ανθρώπινης ικανότητας για προσέγγιση της αντικειμενικής αλήθειας και όχι σ΄αυτήν καθαυτήν την ανυπαρξία αντικειμενικής αλήθειας. Ο αγνωστικισμός του άλλωστε, σχετικά με την ύπαρξη ή τη μη ύπαρξη των θεών, στηρίζεται σε επιχειρήματα ακριβώς στο έδαφος αυτών των ορίων.