5/4/22

Τα επαρχιακά δικαστήρια

              Τα επαρχιακά δικαστήρια

        Η απονομή δικαιοσύνης στις επαρχίες συνδέεται με τις διοικητικές εξελίξεις που επηρεάζουν την οργάνωση και τη δομή των επαρχιών, καθώς η δικαιοσύνη αποτελεί κλάδο της διοίκησης. Με τη δημιουργία του θεσμού των θεμάτων, η πολιτική και στρατιωτική εξουσία συγκεντρώθηκε στα χέρια του στρατηγού και οι πολιτικοί αξιωματούχοι προοδευτικά τέθηκαν υπό την εξουσία του τελευταίου. Για την εκδίκαση  των υποθέσεων σε κάθε θέμα φροντίζει ο πραίτωρ ή ο κριτής του θέματος, ο οποίος είναι υφιστάμενος του στρατηγού, αλλά εξαρτάται άμεσα από τον αυτοκράτορα, τον οποίο οφείλει να ενημερώνει για τις εξελίξεις στην περιφέρειά του.

        Ο πραίτωρ ή κριτής του θέματος αναδεικνύεται από τα τέλη του 10ου αιώνα στον σημαντικότερο πολιτικό αξιωματούχο της διοίκησης και μαζί με τον στρατηγό αποτελούν τους δύο σπουδαιότερους φορείς εξουσίας στο θέμα. Έτσι ο κριτής αποτελεί τον πραγματικό διοικητή της περιοχής όπου εδρεύει, είναι ο «ἄρχων τῆς ἐπαρχίας» ή ο «τὰ κατά τὴν ἐπαρχίαν διοικούμενος».

        Σε πολλές σφραγίδες επαρχιακών δικαστών της περιόδου αυτής αναγράφεται και το αξίωμα του κριτή του Βήλου ή του Ιπποδρόμου, ενώ σε άλλες σφραγίδες αναγράφονται μόνο τα αξιώματα του κριτή ενός θέματος. Το γεγονός αυτό δείχνει ότι ορισμένοι κριτές υπηρετούσαν αποκλειστικά στην επαρχία ή ότι άρχιζαν τη σταδιοδρομία τους από εκεί. Βέβαια, η πνευματική, πολιτιστική και οικονομική υπεροχή της πρωτεύουσας ήταν ασύγκριτη σε σχέση με την επαρχία, ενώ η παραμονή στην πρωτεύουσα εξασφάλιζε τις απαραίτητες γνωριμίες για κοινωνική προβολή και άνοδο. Ωστόσο, ένας διορισμός στην επαρχία δεν φαίνεται να αντιμετωπιζόταν πάντοτε με δυσφορία, ιδιαίτερα εάν ο δικαστής είχε τη δυνατότητα να αποκομίσει οικονομικά οφέλη.

       Η κερδοσκοπική τάση των δικαστών κατά τον χρόνο υπηρεσίας τους στην επαρχία επιβεβαιώνεται και από την παρατήρηση του Κεκαυμένου ότι οι δικαστές διορίζονταν στην επαρχία «μὴ… σωρεύειν χρήματα», αλλά για να αποδίδουν δικαιοσύνη. Η προοπτική της εξασφάλισης όλο και μεγαλύτερου κέρδους ήταν, ίσως, και ένας από τους λόγους που οι δικαστές μετακινούνταν συχνά από το ένα μέρος στο άλλο, όπως φαίνεται από επιστολή του Μαυρόποδος σε φίλο του κριτή, στον οποίο χαρακτηριστικά γράφει: « πλανῆτες ὑμεῖς οἱ κριταί, ἐν ἄλλοτε ἄλλῃ τῶν ἐπαρχιῶν διατρίβοντες».

       Εκτός από επικερδές, το επάγγελμα του δικαστή ήταν και αρκετά αξιοσέβαστο. Αυτό συμπεραίνουμε από το γεγονός ότι σημαντικές προσωπικότητες, όπως ο Ψελλός, ο Μυτιληναίος ή ο Νικηφορίτζης, υπηρέτησαν ως κριτές στην επαρχία. 

     Ο κριτής του θέματος δεν έχει πλέον μόνο δικαστικές αρμοδιότητες αλλά και οικονομικές. Στην εκτέλεση των καθηκόντων του τον βοηθούσαν οι νοτάριοι, ο πρωτονοτάριος, οι πράκτορες-αναγραφείς, απογραφείς, οι διοικητές, ο λογαριαστής, καθώς και οι ταξεώτες, αστυνομικοί υπάλληλοι ή και υπάλληλοι με οικονομικές αρμοδιότητες. Στη δικαιοδοσία του υπόκειται όποιος αναλαμβάνει για λογαριασμό του κράτους την εκτέλεση (ή και την επίβλεψη) αγγαρείας και την είσπραξη φόρων στο θέμα και κατηγορηθεί δικαίως ή αδίκως ότι εξετέλεσε πλημμελώς την υποχρέωση που ανέλαβε.

      Ο κριτής του θέματος εξέταζε αστικές και ποινικές υποθέσεις και μάλλον εκδίκαζε σε δεύτερο βαθμό υποθέσεις των κατώτερων επαρχιακών δικαστηρίων, δηλαδή εκείνων των τοπικών αρχόντων. Οι θεματικοί κριτές συνεργάζονταν με τις αρχές στην Κωνσταντινούπολη και οι δικαστικές τους αποφάσεις κατετίθεντο στο σέκρετον των δικών, ώστε να διασφαλίζεται η αποφυγή νόθευσης και να απονέμεται πραγματικά δικαιοσύνη. Οι εφέσεις επί των αποφάσεων του θεματικού κριτή εξετάζονταν στα δικαστήρια της πρωτεύουσας. Ο θεματικός κριτής μπορούσε να παραπέμψει την εκδίκαση κάποιας υποθέσεως σε άλλους κατώτερους δικαστές, οι οποίοι δεν ανήκαν στις τάξεις των αρχόντων, τους χαμαιδικαστές.

      Η διάταξη των Βασιλικών Ζ΄ 1.3 επιβεβαιώνει ότι ο χαμαιδικαστής δεν είχε δικαίωμα να δικάζει αυτοτελώς και να εκδίδει απόφαση. Οι χαμαιδικασταί εξομοιούνται προς τους παρέδρους ορισμένων κρατικών λειτουργών (δρουγγαρίου, επί των κρίσεων, κοιαίστωρος, επάρχου), στους οποίους αναγνωρίζεται δικαστική εξουσία και για το λόγο αυτό χαρακτηρίζονται ἒμπρακτοι δικασταί, αντιθέτως προς τους παρέδρους τούτων και συμπόνους που στερούνται αυτής της εξουσίας ( οὐκ ἒχουσιν ὀφφίκιον τοῦ δικάζειν ἀλλὰ τοῦ συμπονεῖν τῷ ἄρχοντι ).

     Ο πραίτωρ του θέματος είχε το δικαίωμα να συλλαμβάνει και να φυλακίζει τους ενόχους αξιόποινων πράξεων, καθώς και να επιβάλλει απαγορεύσεις και τις προβλεπόμενες από τον νόμο ποινές, προφανώς με τη βοήθεια των ταξεωτών και των στρατιωτικών αρχών του θέματος.

      Ο κριτής του θέματος διοριζόταν απευθείας από τον αυτοκράτορα, ο οποίος ήταν υπεύθυνος και για τις μεταθέσεις των κριτών. Οι κριτές των θεμάτων συνήθως προέρχονταν από τους κριτές του Βήλου και τους κριτές επί του Ιπποδρόμου, όπως φαίνεται από τις μαρτυρίες των σφραγίδων και των εγγράφων που μας έχουν σωθεί, προφανώς γιατί οι τελευταίοι διέθεταν νομική κατάρτιση και δικαστική εμπειρία.  Οι κριτές των θεμάτων διορίζονταν για τρία περίπου χρόνια σύμφωνα με όσα αναφέρονται στο Στρατηγικόν του Κεκαυμένου.

Η βραχύχρονη θητεία των κριτών οφείλεται μάλλον στην προσπάθεια της κεντρικής εξουσίας να αποτραπεί η σύναψη στενότερων σχέσεων των δικαστών με το περιορισμένο κοινωνικά επαρχιακό περιβάλλον, ώστε να αποδίδεται αμερόληπτα η δικαιοσύνη.

      Από το δεύτερο μισό του 11ου αιώνα και εξής σημειώνονται αλλαγές όσον αφορά τα θέματα, τα οποία χάνουν τον παλαιότερο χαρακτήρα τους ως στρατιωτικών μονάδων και στρατιωτικο-διοικητικών περιφερειών. Όπως συμπεραίνει η Μ. Γρηγορίου-Ιωαννίδου, το θέμα σημαίνει πλέον μία δικαστική-οικονομική ενότητα που εκτείνεται στη γεωγραφική περιοχή ενός ή περισσοτέρων παλαιοτέρων θεμάτων ή μία μικρή φορολογική περιφέρεια γύρω από μία πόλη με τα περίχωρά της.

    Οι δούκες και κατεπάνω θα υποσκελίσουν τους στρατηγούς των θεμάτων, που εξαφανίζονται γύρω στα μέσα του 11ου αιώνα. Ο «δοὺξ» που είναι αρχικά στρατιωτικός διοικητής μιας περιοχής παύει να διοικεί μεγάλες στρατιωτικές δυνάμεις, χάνει την επιχειρησιακή του ικανότητα και περιορίζεται από το τελευταίο πέμπτο του 11ου αιώνα στη διοίκηση πόλεων ή μικρών περιοχών.