Οι μεταρρυθμίσεις του Κων/νου Θ΄ Μονομάχου
Οι μαρτυρίες των πηγών φανερώνουν πως κατά το πρώτο μισό του 11ου αιώνα η άσκηση της δικαιοσύνης στην επαρχία δεν ήταν πάντοτε άψογη, οι δικαστικοί λειτουργοί δεν ήταν αμερόληπτοι και αντικειμενικοί και συχνά δωροδοκούνταν. Οι μαρτυρίες και οι ενδείξεις που έχουμε προέρχονται από την Πείρα και την Ιστορία του Μ. Ατταλειάτη.
Αναφέρουμε δύο περιπτώσεις που αναφέρονται στην Πείρα: Στη διάταξη 42,12 της Πείρας ο Ευστάθιος ασχολείται με μία υπόθεση που αφορούσε τον πρωτοσπαθάριο Ρωμανό Σκληρό και μερικούς χωρικούς.
«Ὅτι ὁ πρωτοσπαθάριος ῥωμανὸς ὁ σκληρὸς ἐβιάσατο τινὰς χωρίτας καὶ ἐπῆλθε κατὰ τῆς οἰκίας αὐτῶν, εἶτα συνεβιβάσθη μετ’ αὐτῶν καὶ ἠσφαλίσατο, ἵνα παράσχῃ αὐτοῖς χρυσίον, καὶ μεταβολὴν ἐποιήσατο. οἱ δὲ χωρίται μετὰ ταῦτα ἐκίνουν, ὡς καὶ τὴν διάλυσιν κατὰ βίαν ποιήσαντες, τοῦ κριτοῦ βιασαμένου αὐτούς».
Ο Σκληρός με τη συνεργία του τοπικού κριτή ασκώντας βία και πίεση εξανάγκασε κάποιους χωρικούς να του πουλήσουν τα κτήματά τους. Αργότερο, ωστόσο, οι χωρικοί κίνησαν δίκη, στην οποία υποστήριξαν ότι δέχθηκαν να συμβιβαστούν με τον Σκληρό, επειδή πιέστηκαν από δικαστή.
Εάν η πιο πάνω περίπτωση είναι ενδεικτική του τρόπου που ένας ισχυρός, ο Σκληρός, εκμεταλλεύτηκε τους πένητες με τη συνεργασία τοπικού κριτή, στη διάταξη 7.12 έχουμε άλλη μία υπόθεση, για την οποία ο συγγραφέας της Πείρας μας πληροφορεί ότι κάποιος δικαστής, ο οποίος ανήκε στην τάξη των αξιωματούχων, των «δυνατών», είχε εκμεταλλευτεί κάποιον πένητα προς όφελος δικό του.
Ο Ατταλειάτης αναφέρει ότι από τη βασιλεία του Κωνσταντίνου Θ΄ Μονομάχου οι επαρχιακοί δικαστές υποχρεώθηκαν να αποστέλλουν στο σέκρετο του επί των κρίσεων τα πρακτικά των δικών «δι΄ὑποψίας ἀπαλλαγήν», για να απαλλαγούν δηλαδή από τις εις βάρος τους υποψίες για δωροδοκία και διαφθορά. Το γεγονός αυτό μαρτυρεί πως την εποχή αυτή η έκταση των παρανομιών των επαρχιακών δικαστών ήταν τόση, ώστε η λήψη δραστικών μέτρων θεωρήθηκε απαραίτητη για τη σωστή απονομή της δικαιοσύνης.
Μέσα σ΄ αυτό το κλίμα της χαλαρότητας και της διαφθοράς, είναι εύλογο πως ο δικαστής, που εκτελούσε το καθήκον του και εφάρμοζε χωρίς μεροληψία το δίκαιο, επέσυρε την οργή και το φθόνο ορισμένων προσώπων, τα οποία επιζητούσαν να απαλλαγούν από αυτόν, ιδιαίτερα όταν το δίκαιο επιστρατευόταν για να εξυπηρετήσει τα συμφέροντα των πενήτων.
Η διαφθορά των επαρχιακών δικαστών, η σύγχυση σχετικά με την ερμηνεία των νόμων και οι διαφωνίες των δικαστικών λειτουργών ενισχύουν την εικόνα της εκφαύλισης και της νόθευσης ως προς την εφαρμογή του νόμου, όπως και της κακής λειτουργίας της δικαιοσύνης, όχι μόνο στην επαρχία, αλλά και στην πρωτεύουσα.
Μερικοί από τους παράγοντες που συνετέλεσαν στην κατάσταση αυτή τον 11ο αιώνα είναι:
α) Η άσκηση του δικαστικού λειτουργήματος από στρατηγούς ή κριτές-πραίτορες εμπόδιζε την απρόσκοπτη εκτέλεση του δικαστικού έργου, καθώς οι αξιωματούχοι αυτοί είχαν πολλαπλά καθήκοντα.
β) Οι νομικές σπουδές είχαν παραμεληθεί με τον καιρό, ενώ οι δικαστικές θέσεις στα θέματα καταλαμβάνονταν όλο και περισσότερο από μη δικαστές ή από ελλιπώς εκπαιδευμένους νομικούς.
γ) Οι δικαστές στην πλειονότητά τους υποστήριζαν τα συμφέροντα των ισχυρών είτε γιατί δέχονταν πιέσεις από αυτούς είτε γιατί υπηρετώντας τα συμφέροντα των ισχυρών, εξυπηρετούσαν και προσωπικά τους συμφέροντα.
Η σταδιοδρομία του Ψελλού ως θεματικού δικαστή και μάλιστα σε νεαρότατη ηλικία θα μπορούσε να είναι ενδεικτική για την κατάσταση που επικρατούσε στην επαρχία κατά το πρώτο μισό του 11ου αιώνα. Όσο και αν διατηρούμε κάποιες επιφυλάξεις για την αντικειμενικότητα των στοιχείων που ο Ψελλός παρέχει για τη ζωή του και όσο κι αν θεωρήσουμε πως η επιτυχής δικαστική πορεία του σε τόσο μικρή ηλικία οφειλόταν στην ξεχωριστή ευφυΐα του, ο διορισμός σχετικά νεαρού ατόμου σε σημαντικές θέσεις αποτελεί ένδειξη της έλλειψης επαρκώς εκπαιδευμένων και πεπειραμένων νομικών, για να υπηρετήσουν ως θεματικοί κριτές.
Ο Κωνσταντίνος Θ΄ Μονομάχος, έχοντας προφανώς υπόψη του τη δυσλειτουργία που δημιουργούσε στην κρατική μηχανή η προβληματική εφαρμογή του νόμου στην επαρχία προέβη στην ίδρυση του «σεκρέτου δικῶν ἰδιωτικῶν», επιδιώκοντας να αναβαθμίσει τη δικαιοσύνη και να αναδιοργανώσει τους διοικητικούς μηχανισμούς της αυτοκρατορίας.