Λα Μποέμ Τζάκομο Πουτσίνι
Ο Τζάκομο Πουτσίνι (Giacomo Antonio Domenico Michele Secondo Maria Puccini), (1858-19240, ήταν Ιταλός συνθέτης. Ήταν συνθέτης όπερας, ο σημαντικότερος εκπρόσωπος του ιταλικού βερισμού. Καταγόταν από οικογένεια μουσικών. Τα έργα του χαρακτηρίζονται από εξαιρετική ενορχήστρωση, άμεσο λυρισμό και κυριαρχεί σε αυτά δραματική ατμόσφαιρα. Είναι από τα πιο δημοφιλή στο χώρο της όπερας. Τα σπουδαιότερα έργα του: Τόσκα, Λα Μποέμ, Μαντάμα Μπατερφλάι.
Λα Μποέμ (πρωτότυπος τίτλος La Bohème) είναι ο τίτλος όπερας τεσσάρων πράξεων του Τζάκομο Πουτσίνι σε λιμπρέτο των Τζουζέπε Τζακόζα και Λουίτζι Ίλικα που βασίστηκε στο μυθιστόρημα του Ανρί Μυρζέ "Σκηνές από την Μποέμικη ζωή" (γαλλ. Scènes de la Vie de Bohème). Η παγκόσμια πρεμιέρα του έργου έγινε στο Βασιλικό Θέατρο του Τορίνο την 1η Φεβρουαρίου του 1896 υπό τη διεύθυνση του Αρτούρο Τοσκανίνι. Θεωρείται μία από τις δημοφιλέστερες όπερες του Πουτσίνι και χαρακτηριστικότερο σημείο της είναι η άρια του τενόρου της πρώτης πράξης.
Υπόθεση
1η Πράξη
Η υπόθεση του έργου εκτυλίσσεται στο Παρίσι παραμονή Χριστουγέννων περίπου το 1830. Τέσσερις φίλοι, ο ποιητής Ροντόλφο, ο μουσικός Σονάρ, ο φιλόσοφος Κολλίν και ο ζωγράφος Μαρτσέλλο, παρόλη τη φτώχεια τους ζουν αμέριμνοι σε μια φτωχή σοφίτα. Στη σοφίτα του αχώριστου κουαρτέτου, ο Μαρτσέλλο προσπαθώντας να ζεσταθεί παίρνει ένα χειρόγραφο και το ρίχνει στη φωτιά ενώ ο Ροντόλφο προσπαθεί να γράψει. Μπαίνει ο Κολλίν και πίσω του έρχεται ο Σονάρ, με φαγώσιμα, κρασί, ξύλα και χρήματα. Οι τέσσερις φίλοι αρχίζουν με κέφι το γλέντι τους, μα σε λίγο τους διακόπτει ο σπιτονοικοκύρης που ζητάει το νοίκι. Βλέποντας τα χρήματα πάνω στο τραπέζι παίρνει και αυτός μέρος στο γλέντι. Τελικά οι τρεις φίλοι φεύγουν για το «Καφέ-Μομύς» και μένει μονάχος ο Ροντόλφο για να ολοκληρώσει ένα άρθρο που έγραφε. Ακούγεται ένα δειλό χτύπημα στην πόρτα. Είναι ένα νέο κορίτσι, η Μιμή, μία γειτονοπούλα που ζητούσε φωτιά να ανάψει το κερί της. Καθώς μπαίνει μέσα την πιάνει ένας δυνατός βήχας και πέφτει λιπόθυμη, μέχρι που τη συνεφέρει ο Ροντόλφο. Η Μιμή φεύγει αλλά διαπιστώνει πως έχει χάσει το κλειδί της. Καθώς γυρίζει να ψάξει να το βρει, σβήνει το κερί της. Σβήνει και το κερί του Ροντόλφου. Ο Ροντόλφο βρίσκει το κλειδί αλλά το κρύβει στην τσέπη του και προσποιείται ότι συνεχίζει το ψάξιμο. Ψαχουλεύοντας στα σκοτεινά συναντιώνται και ο Ροντόλφο λέει στη Μιμή το όνομά του και την ενθαρρύνει να του μιλήσει για τον εαυτό της. Εκείνη του λέει πόσο θα προτιμούσε να ζει στην εξοχή που είναι γεμάτη λουλούδια. Ο Ροντόλφο, συγκινημένος από την αθωότητά της, μαγεύεται ολότελα από την ομορφιά και τη χάρη της. Η Μιμή παρακαλεί τον Ροντόλφο να πάνε μαζί να βρούνε τους φίλους του.
2η Πράξη
Πράγματι πηγαίνουν στο «Καφέ-Μομύς» στην παρισινή περιοχή «Καρτιέ Λατέν», όπου συναντούν τους άλλους τρεις. Ξαφνικά ακούγονται χαρούμενες φωνές από τις πωλήτριες των καταστημάτων και σε λίγο εμφανίζεται η Μουζέττα, άλλοτε ερωμένη του Μαρτσέλο, η οποία τώρα ζει με τον γέρο και πλούσιο Αλτσιντόρο. Η Μουζέττα προφασίζεται πως την πληγώνει το παπούτσι της και στέλνει τον Αλτσιντόρο να της το φτιάξει. Εκείνη τρέχει στον Μαρτσέλο και τα ξαναφτιάχνουν. Όταν φτάνει ο λογαριασμός για όσα έχει καταναλώσει η ανέμελη παρέα το σκάει και τον αφήνει στον θαυμαστή της Μουζέττα να πληρώσει τα έξοδα.
3η Πράξη
Ξημερώματα, ένα κρύο πρωινό του Φεβρουαρίου έξω από μία ταβέρνα στα όρια του Παρισιού. Ο Μαρτσέλλο και η Μουζέττα βρίσκονται σε μια ταβέρνα. Ο Μαρτσέλλο έχει εγκαταλείψει την τέχνη του για να κάνει επιγραφές ενώ η Μουζέττα δίνει μαθήματα τραγουδιού. Στο μεταξύ ο Ροντόλφο κάνει δυστυχισμένη τη Μιμή με τις ζήλειες του και τους καυγάδες του. Η Μιμή έρχεται αναζητώντας τον Μαρτσέλλο. Βήχει αφόρητα και του αφηγείται τα βάσανά της με τον Ροντόλφο, που την ζηλεύει παθολογικά. Βλέποντας τον Ροντόλφο να πλησιάζει, κρύβεται θέλοντας να αποφύγει τη σύγκρουση μαζί του. Ο Ροντόλφο λέει στον Μαρτσέλλο πως θέλει να παρατήσει τη Μιμή γιατί δεν κάνουν τίποτε άλλο παρά να καυγαδίζουν. Όμως ένας βήχας που ξεσπά, προδίδει την κρυψώνα της Μιμής. Ο Ροντόλφο βλέποντας την ομορφιά της μετανιώνει και τρέχει κοντά της. Εξομολογούμενοι ακόμα μία φορά τον έρωτά τους, αποφασίζουν να μείνουν τελικά μαζί μέχρι την Άνοιξη.
4η Πράξη
Πίσω στην σοφίτα των μποέμ ο Ροντόλφο και ο Μαρτσέλλο συζητούν για τη Μιμί και τη Μουζέττα. Ο Μαρτσέλο έχει χωρίσει τη Μουζέτα επειδή φλέρταρε με άλλον. Όμως τόσο ο Μαρτσέλλο όσο και ο Ροντόλφο σκέφτονται ακόμα τη Μουζέττα και τη Μιμή αντίστοιχα. Έρχονται ο Κολλίν και ο Σονάρ και οι τέσσερις φίλοι αρχίζουν τα παιχνίδια και τους αστεϊσμούς μέχρι που εμφανίζεται έντρομη Μουζέττα φέρνοντας μαζί της τη Μιμή, που είναι πολύ άρρωστη. Ο Ροντόλφο αγκαλιάζει τη Μιμή του αλλά δεν μπορεί να τη βοηθήσει γιατί δεν έχει χρήματα. Η Μουζέττα βγάζει τα σκουλαρίκια και αποφασίζει να τα πουλήσει. Αμέσως αγοράζει μία γούνα για να ζεστάνει τη Μιμή. Ο Κολλίν, συγκινημένος από τον αλτρουϊσμό της Μουζέττας, πηγαίνει να πουλήσει το πανωφόρι του για να αγοράσει μερικές λιχουδιές για τη Μιμή. Ο Ροντόλφο και η Μιμή μένουν μόνοι. Θυμούνται την πρώτη τους συνάντηση. Οι φίλοι ξαναγυρίζουν με φάρμακα και άλλα δώρα και την πείθουν πως είναι από τον Ροντόλφο. Η Μιμή κλείνει τα μάτια της και μοιάζει σαν να κοιμάται. Ο Σονάρ πηγαίνει κοντά της και βλέπει πως είναι πεθαμένη. Φεύγει γεμάτος βαθιά λύπη. Ο Ροντόλφο, που κατάλαβε τι είχε συμβεί, τρέχει και ρίχνεται στο κρεβάτι ξεσπώντας με απόγνωση σε λυγμούς και φωνάζοντας "Μιμή, Μιμή!".
Είχα την τύχη να παρακολουθήσω την όπερα του Πουτσίνι Μποέμ στην Εθνική Λυρική Σκηνή τον Ιανουάριο του 1997. Μουσική διεύθυνση: Paolo Olmi. Διανομή: Μιμή: Τζένη Δριβάλα, Ροδόλφο: Roberto Brugioni, Μαρτσέλλο: Τάσης Χριστογιαννόπουλος, Σονάρ: Παναγιώτης Αθανασόπουλος, Κολλίν: Michele Bianchini, Μουζέττα: Ειρήνη Τσιρακίδου
Στην Μποέμ όλοι οι χαρακτήρες έχουν έντονα στοιχεία ρεαλισμού και προέρχονται σε μεγάλο βαθμό από τη ζωή του Ανρί Μυρζέ, στο έργο του οποίου στηρίζεται η όπερα. Κάποιες από τις καταστάσεις προέρχονται από τη νεανική ζωή του Πουτσίνι. Ο βαθμός αληθοφάνειας του έργου είναι ακόμα μεγαλύτερος, ενώ το κοινό της εποχής μπορούσε να αναγνωρίσει στη σκηνή ανθρώπους και καταστάσεις που συναντούσε καθημερινά στους δρόμους. Αντίθετα προς τις άλλες όπερες του Πουτσίνι στην Μποέμ όλοι οι χαρακτήρες είναι αποδεδειγμένα καλοί, γεγονός που συμβάλλει ακόμα περισσότερο στη θετική διάσταση του έργου και την μεγάλη αποδοχή του από το κοινό. Όλους του ήρωες τους χαρακτηρίζει μια παιδικότητα. Οι τέσσερις πράξεις του έργου είναι γεμάτες από καθημερινές κουβέντες, καταστάσεις και ανθρώπους.
Σύμφωνα με αρκετούς μελετητές η Μποέμ είναι η τελειότερη ανάμεσα στις παρτιτούρες του Πουτσίνι, εκείνη στην οποία το θέμα και το ύφος της μουσικής βρίσκονται σε απόλυτη αντιστοιχία και όπου η συνολική δραματική εντύπωση ελέγχεται με συνέπεια. Το μυστικό της τόσης επιτυχίας αυτής της όπερας βρίσκεται στην αυθεντικότητα της έμπνευσης του Πουτσίνι. Πρόκειται για την νοσταλγία της νιότης του.