26/2/22

Η θεωρία των παραδειγμάτων του Thomas Kuhn

 Η ΘΕΩΡΙΑ ΤΩΝ ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑΤΩΝ ΤΟΥ THOMAS KUHN

 Tomas Kun: Revolucionar | Mind Readings

          Στις αρχές του 20ου αιώνα ο θετικισμός θα φθάσει στο απόγειό του. Έκτοτε παρατηρήθηκαν σημαντικές ρωγμές στο θεωρητικό οικοδόμημά του, το οποίο αμφισβητήθηκε έντονα. Τόσο η θεωρία της σχετικότητας όσο και η κβαντομηχανική κλονίζουν τα μεθοδολογικά αξιώματα της κλασικής φυσικής. Η συνειδητοποίηση της σχετικότητας μεταξύ δρώντων υποκειμένων και πραγματικότητας οδηγεί την επιστήμη στην παραδοχή ότι τα υποκείμενα δεν είναι παθητικοί δέκτες, με αποτέλεσμα να κλονιστεί η πίστη στην αρχή της αιτιότητας και να δημιουργηθούν αμφιβολίες για την παραγωγή ασφαλών αποτελεσμάτων μέσω της επαγωγικής μεθόδου. Παρατηρήθηκε ότι στο λογικό θετικισμό απουσίαζε η σύλληψη της διαισθητικής πραγματικότητας και αγνοούνταν όλες οι ψυχολογικές και κοινωνικές παράμετροι που επιδρούσαν στην αντίληψη της πραγματικότητας, η οποία εθεωρείτο μία, δεδομένη και ουδέτερη. Ο κυριότερος επικριτής του θετικισμού υπήρξε ο Karl Popper, ένας από τους μεγαλύτερους στοχαστές του 20ου αιώνα. Η επιστημολογική προσέγγιση του Popper απορρέει από την άρνησή του να αποδεχθεί την εγκυρότητα και τη βεβαιότητα της ανθρώπινης γνώσης στηρίζοντάς την σε ακλόνητα θεμέλια. Προτείνει αντί της επαγωγικής λογικής, την παραγωγική λογική μέσω της διάψευσης μιας υπόθεσης (εικασίας), εισάγοντας τη θεωρία της διαψευσιμότητας. Όμως, και ο Karl Popper αγνόησε την κοινωνική και ιστορική διάσταση του φαινομένου της επιστήμης.

            Από τις αρχές της δεκαετίας του 1960 παρατηρείται ιστορικιστική στροφή στον προσανατολισμό της επιστημολογίας, η οποία εκφράζεται με την αντίληψη της επιστήμης ως ιστορικού και κοινωνικού φαινομένου. Ο φιλόσοφος που εισηγήθηκε την ερμηνεία της επιστήμης ως ενός ιστορικού φαινομένου με τρόπο που άσκησε βαθύτατη επιρροή στην κοινωνική σκέψη του 20ου αιώνα ήταν ο Thomas Kuhn (1922-1996), ο οποίος διετύπωσε το αίτημα για την αποτίναξη των στερεοτύπων ενός ελιτίστικου και καταπιεστικού ορθολογισμού και για την επαναξιολόγηση της επιστήμης ως εργαλείου για τη συνολική προαγωγή της κοινωνίας. Κατά τον Kuhn το κοινωνικο-πολιτισμικό περιβάλλον και οι ερμηνείες που υιοθετεί για τον κόσμο είναι εκείνο που ορίζει την ερευνητική συμπεριφορά των επιστημόνων.

            Αυτή η αντίληψη του Kuhn διατυπώνεται με τα Παραδείγματα, δηλαδή τους συλλογικούς τρόπους μέσω των οποίων η επιστημονική κοινότητα βλέπει τον κόσμο. Κάθε Παράδειγμα αποτελεί ένα σύμπλεγμα θεωριών, εννοιών, νόμων, εφαρμογών, πειραματικών διατάξεων, πρωτότυπων λύσεων προβλημάτων, μεθοδολογικών κανόνων, αξιών και απόψεων που επηρεάζει την επιστημονική πρακτική. Η θέση αυτή ενσωματώνει τα ιδεολογικά και μεταφυσικά κεκτημένα που αντανακλούν το πνεύμα της εποχής.

            Η περίοδος θεωρητικής σταθερότητας και πίστης στις βασικές παραδοχές ενός Παραδείγματος χαρακτηρίζεται από τον Kuhn ως κανονική επιστήμη (normal science). Η κανονική επιστήμη αποτελεί την περίοδο θεωρητικού εφησυχασμού, κατά την οποία η επιστημονική κοινότητα ενδιαφέρεται για την εδραίωση του υπάρχοντος κυρίαρχου θεωρητικού υπόβαθρου. Οι επιστήμονες που εργάζονται στα πλαίσια της κανονικής επιστήμης ενισχύουν τη συνοχή του Παραδείγματος και το αναπτύσσουν περισσότερο στην προσπάθειά τους να προσεγγίσουν και να οικειοποιηθούν κάποιες όψεις του πραγματικού κόσμου, όπως αυτές αποκαλύπτονται μέσω των συναφών πειραματικών αποτελεσμάτων. Στην πορεία αυτής της διαδικασίας θα συναντήσουν αναπόφευκτα δυσκολίες και θα βρεθούν αντιμέτωποι με φαινομενικές διαψεύσεις. Στην περίπτωση, λοιπόν, κατά την οποία οι θεωρητικές παραδοχές ενός Παραδείγματος αμφισβητούνται, η ομαλή κανονική επιστήμη αντιμετωπίζει ανωμαλίες και βρίσκεται σε κρίση. Είναι μία κρίση εξουσίας ανάλογη της πολιτικής ή κοινωνικής κρίσης. Ο Kuhn αντιλαμβάνεται την επιστημονική πρόοδο ως την ανατροπή του παλαιού Παραδείγματος για την οποία απαιτούνται δύο προϋποθέσεις: Πρώτον, ένας μεγάλος αριθμός αρνητικών πειραματικών δεδομένων που ακυρώνει το Παράδειγμα και δεύτερον, η διατύπωση ενός εναλλακτικού Παραδείγματος και η σύμπηξη μιας ομάδας επιστημόνων αφοσιωμένων στην επικράτησή του. Το κυρίαρχο κατεστημένο φυσικά δεν παραδίδεται αμαχητί. Μεσολαβεί ένας πόλεμος Παραδειγμάτων, ο οποίος χωρίζει τους επιστήμονες σε αντίπαλα στρατόπεδα μέχρι να καταλήξει στη διατύπωση και επικράτηση ενός νέου Παραδείγματος, που αποτελεί τη νέα θεωρητική κανονικότητα.

            Ωστόσο, ο Kuhn ισχυρίζεται πως τα διαδοχικά ή αντιμαχόμενα Παραδείγματα είναι μεταξύ τους ασύμβατα και ασύμμετρα, διότι δεν βρίσκονται μεταξύ τους σε κάποια λογική σχέση σύνδεσης ούτε και μπορούν να συγκριθούν στη βάση ενός κοινού μέτρου, αφού περιέχουν ριζικά διαφορετικές έννοιες, μεθόδους έρευνας και κριτήρια επιλογής και επίλυσης προβλημάτων. Άρα η επιστήμη πορεύεται ιστορικά με ασύμμετρες μετατοπίσεις από ένα προβληματικό Παράδειγμα σε ένα νέο ελπιδοφόρο Παράδειγμα. Κατ΄ αυτόν τον τρόπο ο Kuhn προτείνει μία εξελικτική άποψη για την πορεία της επιστήμης. Στην επιστήμη υπάρχει εξέλιξη από κάποιο σημείο σε κάποιο άλλο, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι η επιστήμη οδεύει προς μία τελική αλήθεια. Ο ίδιος, όμως, ισχυρίζεται ότι εκτός από το γεγονός ότι υπάρχει πρόοδος μέσα στο υπό διαρκή επεξεργασία Παράδειγμα, υπάρχει πρόοδος και κατά την αλλαγή των Παραδειγμάτων, εφόσον το νέο Παράδειγμα λύνει ορισμένα προβλήματα, τα οποία δεν μπορούσε να επιλύσει το παλαιό Παράδειγμα. Η θεωρία των Παραδειγμάτων σηματοδότησε μία επαναστατική ρήξη στην κατανόηση της φιλοσοφίας της επιστήμης ως κοινωνικού φαινομένου, η οποία θα μπορούσε να θεωρηθεί ως μία παραλλαγή της ποππεριανής διαψευσιμότητας, όπου οι πολλαπλές μικρές επαναστάσεις αντικαθίστανται από μία μεγάλη επανάσταση που επιτρέπει τη μετάβαση σε μία άλλη εποχή επιστημονικού στοχασμού.

            Αν και η θεωρία της ασυμμετρίας των Παραδειγμάτων ουσιαστικά ακυρώνει την ύπαρξη της αντικειμενικότητας, διότι το αποτέλεσμα της επιστημονικής παραγωγής εξαρτάται μόνο από το πολιτισμικό πλαίσιο, κανείς δεν μπορεί να μην αναγνωρίσει τη συμβολή της θεωρίας του Kuhn, η οποία αποτέλεσε σταθμό στη φιλοσοφία της επιστήμης, καθώς συνέδεσε τη φιλοσοφία της επιστήμης με την αμεσότητα της κοινωνικής εμπειρίας, η οποία έκτοτε διαποτίζεται από την ιστοριστική και κοινωνιολογική προοπτική που εισήγαγε το έργο του.