12/5/22

Ο αστικός 19ος αιώνας

Ο ΑΣΤΙΚΟΣ 19ος ΑΙΩΝΑΣ

Τρία θεμελιακά φαινόμενα καθόρισαν την οικονομική, πολιτική και γεωπολιτική εξέλιξη της Ευρώπης

ΕΚΒΙΟΜΗΧΑΝΙΣΗ - ΦΙΛΕΛΕΥΘΕΡΙΣΜΟΣ – ΕΘΝΙΚΙΣΜΟΣ

Η θέση των αστών τον 19ο αιώνα

Οι αστοί κατείχαν εξέχουσα θέση στην οικονομική, πολιτική και κοινωνική ζωή του 19ου αιώνα. Αστοί στελέχωναν τη δημόσια διοίκηση, οι περισσότεροι ήταν επιστήμονες και τεχνικοί. Οι αστοί πρωτοεμφανίστηκαν το 12ο και 13ο αι. ως έμποροι, τεχνίτες και συμβολαιογράφοι. Τον 14ο αι. ήταν κεφαλαιούχοι, εφοπλιστές, μεγαλέμποροι και κυριαρχούσαν στις ιταλικές πόλεις, στις πόλεις της Χάνσας ή των Κάτω Χωρών. Μέχρι το 19ο αι. η υπεροχή των ευγενών έναντι των αστών ήταν αδιαμφισβήτητη. Το 19ο αι., όμως, κυριαρχούν οι αστοί χωρίς όμως αντιδράσεις και κυρίως στη νότια και ανατολική Ευρώπη.

             Λόγοι που συνέβαλαν στην εδραίωση των αστών

Οι λόγοι που συνέβαλαν στην εδραίωση των αστών ήταν:

α) οι ταχείς ρυθμοί εκβιομηχάνισης και αστικοποίησης στις περισσότερες περιοχές της Δυτικής Ευρώπης,

β) η αποικιακή επέκταση των Ευρωπαίων στον υπόλοιπο κόσμο και η ενσωμάτωση των εκτεταμένων περιοχών του πλανήτη στο διεθνές κεφαλαιοκρατικό σύστημα,

γ) η εδραίωση κοινοβουλευτικών θεσμών που οριοθετούν το δικαίωμα ψήφου,

δ) η αλματώδης ανάπτυξη της εκπαίδευσης, της επιστήμης και των ελεύθερων επαγγελμάτων, οι οποίες προσπόρισαν τεράστια οικονομική δύναμη, κοινωνικό γόητρο και πολιτική επιρροή στα μεγαλοαστικά και αστικά στρώματα.

 Σχέσεις των ευγενών και αστών το 19ο αι. στη Δυτική, Κεντρική και Ανατολική Ευρώπη

Μετά την επικράτηση των αστών, οι ευγενείς απέκτησαν «συγκάτοικους» στην εξουσία. Οι αστοί εξασφάλισαν συνταγματικά κατοχυρωμένες ελευθερίες, ισονομία, δικαίωμα πολιτικής εκπροσώπησης και πέτυχαν τη φιλελευθεροποίηση της οικονομίας. Συμβιβάστηκαν με τους ευγενείς για να αναχαιτίσουν τον κίνδυνο που προερχόταν από την «εργατική τάξη». Από τις επαναστάσεις του 1848 οι μεγαλοαστοί άρχισαν να υιοθετούν αριστοκρατικά πρότυπα διαβίωσης (αριστοκρατικοποίηση των αστών). Όμως και οι ευγενείς αναγκάστηκαν να υιοθετήσουν τις αστικές αρχές στην οικονομία.

 Η θέση των ευγενών στη σχηματιζόμενη αστική κοινωνία δεν ήταν η ίδια σε όλες τις χώρες. Για παράδειγμα, ο καγκελάριος και η πλειοψηφία των υπουργών στη Γερμανία ήταν ευγενείς, στη Γαλλία, με την εγκαθίδρυση της Τρίτης Γαλλικής Δημοκρατίας οι αριστοκράτες έχασαν την πολιτική ισχύ τους. Σ’ αυτό συνέβαλε και η Γαλλική Επανάσταση διαμορφώνοντας μεικτές ελίτ αποτελούμενες από αστούς και ευγενείς. Στην Αγγλία η διαδικασία συγχώνευσης των αριστοκρατών με τους μεγαλοαστούς. διαμόρφωσε μια πανίσχυρη και συμπαγή πλουτοκρατική ελίτ. Εξάλλου το σύστημα της πρωτοτοκίας και η μη κληροδότηση χαμηλής ευγένειας, συνέβαλαν στη συγχώνευση αστών και ευγενών. Αντίθετα στην Πρωσία η αρχή της πρωτοτοκίας δημιούργησε ένα πλεόνασμα ακτημόνων ευγενών με επαγγελματικές αξιώσεις στον στρατό και στη διοίκηση.

Στην Αυστρία, όπως και στη Γερμανία, οι ευγενείς είχαν προνόμια και καταλάμβαναν τις ανώτατες θέσεις στον στρατό, στη διπλωματία και στη δημόσια διοίκηση. Εφαρμόστηκε μια γενναιόδωρη πολιτική απονομής τίτλων ευγενείας. Οι αστοί ήταν καταρχήν αρνητικά διακείμενοι απέναντι στους ευγενείς και διαφοροποιούνταν συνειδητά από εκείνους, συγχρόνως όμως τους θαύμαζαν και συχνά τους μιμούνταν. Μέσα από τις τιμές και τους τίτλους ευγένειας, οι οικονομικά ισχυρότεροι αστοί (οι μεγαλοαστοί) επιζητούσαν τουλάχιστον μια τυπική εξίσωση με την αριστοκρατία.

Στην Πολωνία, στη Ρουμανία, στη Ρωσία και ευρύτερα στην Ανατολική Ευρώπη κατά τον 19ο αιώνα κυριαρχούσαν πολιτικά και οικονομικά οι ευγενείς μεγαλογαιοκτήμονες.

Η επικράτηση των αστών ήταν πιο εύκολη στην Ελβετία, όπου οι αριστοκρατικές παραδόσεις απουσίαζαν εντελώς, καθώς και στις σκανδιναβικές χώρες, ιδιαίτερα στη Σουηδία, όπου η αριστοκρατία ήταν σχετικά αδύναμη.

 Ποιες κοινωνικοοικονομικές κατηγορίες συγκρότησαν τον πυρήνα των ευρωπαϊκών αστικών τάξεων;

α) Την οικονομική τάξη των αστών αποτελούσαν: οι έμποροι, οι βιομήχανοι, οι τραπεζίτες, οι επιχειρηματίες και οι διευθυντές επιχειρήσεων.

β) Την κοινωνική και πολιτική τάξη αποτελούσαν οι δικηγόροι, οι άλλοι ελεύθεροι επαγγελματίες, οι καθηγητές γυμνασίων και πανεπιστημίων, οι δικαστές, οι ανώτεροι δημόσιοι υπάλληλοι, οι επιστήμονες και οι διπλωματούχοι μηχανικοί.

 Πως δικαιολογείται η ανομοιομορφία της αστικής τάξης;

Οι αστοί δεν ήταν μια ομοιογενής κατηγορία ούτε οι ομάδες που τη συγκροτούσαν είχαν την ίδια οικονομική επιφάνεια, πολιτική ισχύ και κοινωνικό γόητρο. Εξάλλου οι αστοί διαφοροποιούνταν κατά χώρες και χρονικές περιόδους.

Δεν υπάρχει μόνο ένα και σαφώς οροθετημένο πρότυπο αστικοποίησης αλλά περισσότερες εκδοχές. Έτσι στον γερμανόφωνο χώρο, λόγω της μεγάλης σημασίας της πανεπιστημιακής και γυμνασιακής εκπαίδευσης και του υψηλού κύρους των ακαδημαϊκών και δημόσιων λειτουργών, οι αστοί της γνώσης κατείχαν κυρίαρχη θέση στο πλαίσιο της αστικής τάξης.

Αντίθετα στην Αγγλία οι ελεύθεροι επαγγελματίες και οι δημόσιοι λειτουργοί βρίσκονταν αρκετά χαμηλότερα στην κοινωνική ιεραρχία από τούς μεγαλέμπορους, τους τραπεζίτες και τους βιομηχάνους.

Η αστική τάξη στη Ρωσία ήταν ολιγάριθμη και εξαιρετικά ανομοιογενής.

Στην Ιταλία η ετερογένεια των αστών αντανακλούσε στη γεωγραφία της χώρας.

 Οι παράγοντες συνοχής των αστών

Καταρχήν ήταν τα κοινωνικά μέτωπα και η αντιπαλότητα των αστών προς άλλες κοινωνικές ομάδες. Ήταν ακόμη ο αξιακός κώδικας και ο τρόπος ζωής των αστών, η «αστικότητα» που τους ξεχώριζε από άλλες κοινωνικές ομάδες. Τους αστούς τους ένωνε ένα σύνολο από αρετές, αξίες, κανόνες και μορφές συμπεριφοράς, οι οποίες, πέρα και έξω από τη μόρφωση και τις υψηλές μορφές πολιτισμού, αφορούσαν στους πιο βασικούς τομείς της ζωής.

 Ποιες είναι οι αντιφάσεις του αστικού προτύπου;

Το αστικό πολιτισμικό πρότυπο ήταν ταυτόχρονα αποκλειστικό και μη αποκλειστικό.

1. Μπορούσε να υιοθετηθεί από άλλες τάξεις εφόσον πληρούνταν οικονομικές και κοινωνικές προϋποθέσεις:

α) σταθερό εισόδημα αισθητά πάνω από τα όρια της φτώχειας,

β) η ασφάλεια και η δυνατότητα προγραμματισμού της ζωής,

γ) η συνακόλουθη «απελευθέρωση» της μητέρας και των παιδιών από την υποχρεωτική εργασία.

2. Παρά τον θεωρητικά καθολικό χαρακτήρα που έπρεπε να έχουν οι ελευθερίες και τα δικαιώματα του ανθρώπου και του πολίτη, σύμφωνα με τη διακήρυξη της Γαλλικής Επανάστασης, στην πράξη αποτέλεσαν προνόμιο όσων ανδρών ήταν ιδιοκτήτες ακίνητης περιουσίας, επιχειρήσεων και κάθε μορφής κεφαλαίου και όσων διέθεταν ακαδημαϊκή μόρφωση, δηλαδή των αστών και των ευγενών.

 Οι βασικές θέσεις του φιλελευθερισμού και η πορεία του σε διάφορες χώρες της Ευρώπης

Ο φιλελευθερισμός ήταν κυρίαρχο κίνημα του 19ου αιώνα. Με αφετηρία την Αγγλία και κορυφαίο σταθμό τη Γαλλική Επανάσταση επικράτησαν οι αρχές του τόσο στην οικονομία όσο και την πολιτική, το πρώτο μισό του 19ου αιώνα. Το τρίτο τέταρτο του αιώνα (1850-1875) ήταν η χρυσή εποχή του φιλελευθερισμού. Αγωνιζόταν κατά των προνομίων της αριστοκρατίας, της απόλυτης μοναρχίας και της καταπάτησης θεμελιωδών δικαιωμάτων του ανθρώπου και του πολίτη. Όμως ό,τι διεκδικούσαν οι φιλελεύθεροι αστοί για τους εαυτούς τους δεν το αναγνώριζαν ως δικαίωμα άλλων, κατώτερων κοινωνικών τάξεων.

Το πολιτικό σύστημα που πρότειναν οι φιλελεύθεροι ήταν ο κοινοβουλευτισμός, δηλαδή το σύστημα συνταγματικής διακυβέρνησης μιας χώρας το οποίο βασίζεται στην εύρυθμη λειτουργία του Κοινοβουλίου, στην άσκηση του κυβερνητικού έργου από μια πλειοψηφούσα κυβέρνηση, στον περιορισμό της εξουσίας του μονάρχη και στη διάκριση τριών θεμελιωδών εξουσιών, της νομοθετικής, της εκτελεστικής και της δικαστικής. Διεκδικούσαν καθολικό δικαίωμα ψήφου σε όλους τους άνδρες.

Σχέση φιλελευθερισμού και Δημοκρατίας

Η έννοια του φιλελευθερισμού ήταν στενά συνδεδεμένη με την έννοια της δημοκρατίας, παρ' όλο που οι περισσότεροι φιλελεύθεροι επιθυμούσαν έναν δημοφιλή μονάρχη με περιορισμένες εξουσίες και αίσθηση του δικαίου ως έναν σταθεροποιητικό παράγοντα. Θεμελιώδη αξία του πολιτικού φιλελευθερισμού αποτελούσε η διακυβέρνηση με βάση τη συναίνεση. Οι φιλελεύθεροι υποστήριζαν πάνω απ' όλα την ισχύ του νόμου, τις συνταγματικές διαδικασίες, τη θρησκευτική ανεκτικότητα, τη διάκριση των εξουσιών, τις ατομικές και συλλογικές ελευθερίες και τα ατομικά δικαιώματα του ανθρώπου. Ήταν αντίθετοι σε κάθε είδους προνόμια του βασιλιά, της αριστοκρατίας και της εκκλησίας. Έδιναν μεγάλη σημασία στην ιδιοκτησία την οποία θεωρούσαν πρωταρχική πηγή όχι μόνο της οικονομικής και κοινωνικής ευημερίας αλλά και της υπεύθυνης κρίσης και πολιτικής συμπεριφοράς. Οι φιλελεύθεροι, ενώ έθεσαν τα θεμέλια της σύγχρονης δημοκρατίας δεν ήταν διατεθειμένοι να δεχτούν εξισωτικά σχήματα και καθολικό δικαίωμα ψηφοφορίας.

 Οικονομικός φιλελευθερισμός

Ο οικονομικός φιλελευθερισμός υποστήριζε την ελευθερία στο εμπόριο και στις οικονομικές δραστηριότητες των ατόμων και ήταν αντίθετος στην παρέμβαση του κράτους στη λειτουργία της ελεύθερης αγοράς.

Ο στόχος του ήταν διπλός:

α) η κατάργηση των κάθε είδους οικονομικών φραγμών μεταξύ των χωρών και στο εσωτερικό της κάθε χώρας,

β) η αντίδραση σε κάθε μορφή συλλογικής οργάνωσης των εργατών και των τεχνιτών, από τις παλιές συντεχνίες μέχρι τις συνδικαλιστικές ενώσεις.

 Η πατρίδα του Φιλελευθερισμού

Η φυσική πατρίδα του φιλελευθερισμού ήταν η Αγγλία, χώρα με ισχυρές κοινοβουλευτικές και φιλελεύθερες παραδόσεις ήδη από τον 17ο αιώνα. Στην Αγγλία δημιουργήθηκε μια παράδοση φιλελεύθερης πολιτικής και οικονομικής σκέψης με κορυφαίους διανοητές και φιλοσόφους, όπως ο Αdam Smith, ο David Ricardo ή ο John Stuart Μιll.

Στη Γαλλία ο φιλελευθερισμός κυριάρχησε ιδεολογικά μετά το 1789, αν και στο επίπεδο της πολιτικής εξουσίας η κυριαρχία του περιορίστηκε από συντηρητικές κυβερνήσεις, επαναστατικές εξάρσεις και το διάστημα της μονοκρατορίας του αυτοκράτορα Ναπολέοντα Γ' όπου καταστρατηγήθηκαν οι αρχές του φιλελευθερισμού και του κοινοβουλευτισμού.

 Ο φιλελευθερισμός στην Ιβηρική Χερσόνησο

Οι φιλελεύθεροι συνάντησαν τεράστιες δυσκολίες στην Ιβηρική Χερσόνησο. Στην Ισπανία έπρεπε να ισορροπήσουν σε ένα κλίμα σκληρής και αγεφύρωτης αντιπαράθεσης μεταξύ ριζοσπαστών δημοκρατών και ακραίων μοναρχικών που υποστηρίζονταν από την Καθολική Εκκλησία.

Η Πορτογαλία έζησε έναν ταραχώδη πολιτικό βίο. Η διαμάχη για το Σύνταγμα κατέληξε στην Επανάσταση του 1910 που επέφερε την κατάλυση της μοναρχίας και την ανακήρυξη της δημοκρατίας. Οι παραδόσεις πολιτικής αστάθειας και σκληρών αντιπαραθέσεων κατά τον 19ο αιώνα στην Ισπανία και στην Πορτογαλία βάρυναν οπωσδήποτε στις πολιτικές αναταραχές και εκτροπές που σημειώθηκαν σ' αυτές τις χώρες κατά τον εικοστό αιώνα.

 Πώς αντιμετωπίστηκε η φιλελεύθερη αρχή από τις αυτοκρατορίες της Ευρώπης;

Η φιλελεύθερη αρχή της συναινετικής διακυβέρνησης κέρδισε έδαφος στους μονάρχες, οι οποίοι κατανόησαν ότι δεν ήταν δυνατόν να κυβερνούν πλέον μόνο με κατασταλτικά μέτρα και περιοριστική πολιτική. Αυτό έγινε κατανοητό και στις τρεις πολυεθνικές, πολιτικά συντηρητικές Αυτοκρατορίες της Ευρώπης (τη Ρωσική, την Αυστριακή και την Οθωμανική), οι οποίες προχώρησαν σε φιλελεύθερες μεταρρυθμίσεις κατά το τρίτο τέταρτο του 19ου αιώνα.

                                    Το κίνημα των Χαρτιστών

Ήταν το πρώτο οργανωμένο κίνημα ενός δημοκρατικού κοινοβουλευτικού συστήματος που δημιουργήθηκε στη Βρετανία το 1834. Πήρε το όνομά του από τον «Χάρτη του Λαού».

Περιλαμβάνει τα εξής αιτήματα:

α) καθολική ανδρική μυστική ψηφοφορία,

β) κατάργηση των περιουσιακών προϋποθέσεων για την ιδιότητα του πολίτη,

γ) ετήσιες βουλευτικές εκλογές,

δ) μισθοδοσία στα μέλη της Βουλής των Κοινοτήτων,

στ) ίσες εκλογικές περιφέρειες.

Δικαίωση των αιτημάτων των Χαρτιστών έγινε πρώτα:

α) με την πίεση μεταρρυθμιστών αστών και μελών της εργατικής αριστοκρατίας,

β) με τον Μεταρρυθμιστικό Νόμο του Άγγλου πρωθυπουργού Βενιαμίν Ντισραέλι το 1867, ο οποίος διπλασίασε τον αριθμό των ψηφοφόρων παρέχοντας το δικαίωμα ψήφου σε όλους τους άνδρες που πλήρωναν φόρο.

 Η εδραίωση καθολικής ψηφοφορίας

Στο μεγαλύτερο μέρος του 19ου αιώνα οι εργάτες και οι χωρικοί, αντιμετωπίστηκαν από τις κυρίαρχες τάξεις με πατερναλιστικό τρόπο, ως ανώριμα ακόμα άτομα, αλλά και με κάποια καχυποψία, ως «επικίνδυνες τάξεις». Ένα μικρό μέρος των ενήλικων ανδρών είχε δικαίωμα ψήφου. Οι γυναίκες, οι αγράμματοι και όσοι δεν διέθεταν περιουσία αποκλείονταν κατά κανόνα από την εκλογική διαδικασία.

Όμως κατά την περίοδο από το 1870 μέχρι και τον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο το καθολικό δικαίωμα ψήφου για τους άνδρες και η λειτουργία αντιπροσωπευτικών Κοινοβουλίων είχαν πραγματωθεί. Η πρόοδος της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας συμβάδιζε με την κατοχύρωση των ελευθεριών έκφρασης, της ελευθεροτυπίας, των συνδικαλιστικών ελευθεριών και την ανάπτυξη πολιτικών κομμάτων.

Η καθολική ανδρική ψηφοφορία εφαρμόστηκε σ’ όλα τα ευρωπαϊκά κράτη με πρώτη την Ελλάδα το 1864. Όταν το κοινωνικό και πολιτικό κατεστημένο σε μια χώρα βρισκόταν σε κίνδυνο, γινόταν αναίρεση της άσκησης του καθολικού δικαιώματος ψήφου.

  Σύγκριση της λειτουργίας του κοινοβουλευτικού πολιτεύματος στην Αγγλία, στη Γαλλία, στην Πρωσία, στην Ουγγαρία, στην Αυστρία και στη Ρωσία.

Ο κοινοβουλευτισμός ήταν ιδιαίτερα ισχυρός στη Βρετανία και στη Γαλλία, καθώς υπήρχε ένα ευρύ εκλογικό σώμα και η εκτελεστική εξουσία ήταν υπόλογη στο Κοινοβούλιο.

Στη Βρετανία

α) επικρατούσε ένα αυστηρά δικομματικό σύστημα μέχρι το 1906, όπου ιδρύθηκε το Εργατικό Κόμμα.

β) Το εκλογικό σύστημα παρείχε άνετη πλειοψηφία στο κόμμα που κέρδιζε τις εκλογές, ακόμα και όταν δεν αποσπούσε την απόλυτη πλειοψηφία. Έτσι ο πρωθυπουργός και η κυβέρνηση εξασφάλιζαν την εμπιστοσύνη της Βουλής των Κοινοτήτων.

γ) είχαν κατοχυρωθεί τα ατομικά δικαιώματα.

δ) Μέχρι τον 19ο αιώνα επιβίωναν αρχαϊκοί θεσμοί και μορφές εξουσίας. Τα προνόμια της Αγγλικανικής Εκκλησίας, έμειναν ανέγγιχτα.

ε) Το μεγαλύτερο πρόβλημα συνιστούσε η Βουλή των Λόρδων. Ερχόταν σε σύγκρουση με τη Βουλή των Κοινοτήτων.

Το γαλλικό πολιτικό σύστημα, δεν ήταν τόσο αυστηρό. Οι κυβερνήσεις ήταν αδύναμες, βασισμένες στις συναλλαγές μεταξύ αστών πολιτικών. Το Σύνταγμα του 1875 οδήγησε την Τρίτη Γαλλική Δημοκρατία σε απόλυτη κυριαρχία του Κοινοβουλίου.

Στην Πρωσία το εκλογικό της σύστημα βασιζόταν στη διατήρηση των πολιτικών προνομίων των μεγαλογαιοκτημόνων λειτουργώντας σε βάρος της ανερχόμενης Σοσιαλδημοκρατίας.

α) Ο πρωθυπουργός της Πρωσίας δεν ήταν υπεύθυνος έναντι του αυτοκρατορικού Κοινοβουλίου.

β) Ο αυτοκράτορας διόριζε αυτόν και τους υπουργούς του. Κατηύθυνε και έλεγχε το κυβερνητικό έργο.

γ) Τα κόμματα και οι ομάδες του γερμανικού Κοινοβουλίου ασκούσαν κριτική, λειτουργούσαν ως μοχλοί πίεσης, αλλά δεν κυβερνούσαν στη βάση της πραγματικής ισχύος τους.

δ) Είχε μεγάλη ισχύ ο στρατός, η αριστοκρατία και ο μονάρχης ώστε ο κοινοβουλευτισμός έμεινε ανολοκλήρωτος στη Γερμανική Αυτοκρατορία.

Στην Ουγγαρία το Κοινοβούλιο ελεγχόταν από την ουγγρική αριστοκρατία, αποκλείοντας τους χωρικούς και τις μη ουγγρικές εθνότητες.

Στην Αυστρία, οι μη γερμανόφωνες εθνότητες εκπροσωπούνταν στο αυστριακό Κοινοβούλιο και ασκούσαν κοινοβουλευτικό έλεγχο.

Στη Ρωσία ψηφίστηκε σύνταγμα που προχώρησε σε μεταρρυθμίσεις. Γίνονταν διαρκείς επεμβάσεις του τσάρου, ο οποίος, δεν δίσταζε να διαλύσει το Κοινοβούλιο και να περιορίσει το εκλογικό σώμα. Το αυταρχικό σύστημα εξουσίας του τσάρου έμενε στην ουσία του ανέπαφο. 

Τι είναι σοσιαλισμός;

Η κυριαρχία των αστών και του αστικού προτύπου στην οικονομία, στην κοινωνία και στην πολιτική εξέφραζε τα συμφέροντα μειοψηφιών και ονομαζόταν «σοσιαλισμός».

 Οι αιτίες ανάπτυξης του συνδικαλισμού και του σοσιαλισμού στην Ευρώπη

Αναπτύχθηκε από την ανάγκη να αντιμετωπιστεί το οξύ κοινωνικό ζήτημα του 19ου αιώνα. Οι απάνθρωπες και αλλοτριωτικές συνθήκες εργασίας στα εργοστάσια, η υψηλή θνησιμότητα και η κλονισμένη υγεία, οι άθλιοι όροι διαβίωσης, η ανυπαρξία κοινωνικής ασφάλισης και η ευρύτερη κοινωνική και πολιτική απαξίωση και υποβάθμιση συνέθεταν το πλαίσιο ζωής των βιομηχανικών εργατών. Ο σοσιαλισμός πρόσφερε στην εργατική τάξη μια σοβαρή προοπτική βελτίωσης της θέσης της και το όραμα οικοδόμησης μιας δικαιότερης κοινωνίας.

                             Μορφές σοσιαλισμού

Οι ιστορικές ρίζες του σοσιαλισμού ανάγονται στον Αγγλικό Εμφύλιο Πόλεμο και συγκεκριμένα στο ριζοσπαστικό κίνημα των Σκαπανέων (Diggers). Στους μεταγενεστέρους προπομπούς του σοσιαλισμού συγκαταλέγονται ο  Μπαμπέφ που ίδρυσε την «Συνωμοσία των ίσων», ο Βρετανός ουτοπιστής Όουεν και οι Γάλλοι κοινωνικοί φιλόσοφοι.

Όμως κατά κύριο λόγο ο σοσιαλισμός είναι αποτέλεσμα της συγγραφικής και οργανωτικής δράσης των Γερμανών φιλοσόφων Καρόλου Μαρξ και Φρίντριχ Ένγκελς. Έχει χρονική αφετηρία τη δημοσίευση του Κομμουνιστικού Μανιφέστου από τον Μαρξ. Σύμφωνα με τους Μαρξ και Ένγκελς οι οικονομικές συνθήκες, καθορίζουν την ανάπτυξη του κράτους και της κοινωνίας. Η ιστορική πορεία της ανθρωπότητας καθορίζεται από την αλλαγή των «παραγωγικών σχέσεων», δηλαδή της ιδιοκτησίας των μέσων παραγωγής.

Άρα η ιστορία είναι μια διαλεκτική διαδικασία, σύμφωνα με την οποία ο καπιταλισμός διαδέχεται τη φεουδαρχία και καταλύεται από τον σοσιαλισμό μέσω της επανάστασης.

Το εργατικό κίνημα

Η καταστολή των Επαναστάσεων του 1848 προκάλεσε σοβαρά πλήγματα στο εργατικό κίνημα, το οποίο δεν είχε αποκτήσει μαζικότητα, σταθερή οργάνωση και σαφείς στόχους. Το εργατικό κίνημα έμεινε ακέφαλο μετά το 1848. Οι συνδικαλιστικές ενώσεις και οι απεργίες απαγορεύτηκαν παντού στην Ευρώπη, με μερική εξαίρεση στη Βρετανία.

Όμως οι διεργασίες που σημειώθηκαν αυτές τις δύο δεκαετίες επικράτησης του φιλελευθερισμού, προετοίμασαν το έδαφος για τη δημιουργία και δράση, οργανωμένων, μαζικών και πολιτικοποιημένων εργατικών κινημάτων, σοσιαλιστικού προσανατολισμού στην πλειονότητα τους. Η ραγδαία αύξηση του εργατικού πληθυσμού των πόλεων πρόσφερε το απαραίτητο ανθρώπινο δυναμικό. Στο ιδεολογικό και οργανωτικό επίπεδο εδραιωνόταν σταδιακά η μαρξιστική εκδοχή του σοσιαλισμού.

Έγιναν τα πρώτα βήματα για μια διεθνή οργάνωση των εργατών απ’ όλες τις χώρες της Ευρώπης. Το 1854 ιδρύθηκε η «Διεθνής Ένωση Εργατών» στο Λονδίνο, η οποία ανέλαβε να συντονίσει τη δράση και τις ετερόκλητες τάσεις των σοσιαλιστικών πολιτικών ομάδων και του εργατικού κινήματος στην Ευρώπη. Αν και η Πρώτη Διεθνής υπήρξε τόπος αντιπαραθέσεων μεταξύ της μαρξιστικής συνιστώσας και των οπαδών του Προυντόν και του Μπακούνιν (ιδρυτών και ηγετών του αναρχικού κινήματος), στάθηκε καθοριστική στην περαιτέρω δυναμική πορεία του συνδικαλιστικού κινήματος, καθώς και στην ίδρυση σοσιαλιστικών κομμάτων στα ευρωπαϊκά κράτη. Στο διάστημα 1868-1872 σημειώθηκε έξαρση απεργιών στην Ευρώπη και αυξήθηκε η λαϊκή απήχηση της Διεθνούς, ενώ η «Παρισινή Κομμούνα», το δίμηνο επαναστατικό καθεστώς που επιβλήθηκε από τους εργάτες του Παρισιού, αναθέρμανε τις ελπίδες για Επανάσταση σε ολόκληρη την Ευρώπη και προκάλεσε τρόμο στις αστικές τάξεις των ευρωπαϊκών χωρών για το ενδεχόμενο διεθνούς εργατικής συνωμοσίας που θα εκπορευόταν από τη Διεθνή. Μετά τη διάλυση της Πρώτης Διεθνούς λόγω εσωτερικών διαφωνιών, η Δεύτερη Διεθνής, η οποία σύντομα αναδείχτηκε σε καθοδηγητικό όργανο του διεθνούς σοσιαλιστικού και εργατικού κινήματος, ανέλαβε το δύσκολο εγχείρημα του διεθνούς συντονισμού των εργατικών αγώνων. Αυτή τη φορά οι αναρχικές οργανώσεις απομονώθηκαν, οι αναρχικοί αποβλήθηκαν από τη Διεθνή και άφησαν το πεδίο ελεύθερο στους οπαδούς του Μαρξ και του μαρξιστικού σοσιαλισμού. Ωστόσο, η κρίση του σοσιαλιστικού κινήματος και η αδυναμία να υπερκεραστούν οι εθνικιστικές προκαταλήψεις στέρησαν από τη Δεύτερη Διεθνή τη δυνατότητα να ασκήσει καθοριστικό ρόλο στα ευρωπαϊκά πράγματα και κυρίως να αποτρέψει τον επερχόμενο αλληλοσπαραγμό του Α' Παγκόσμιου Πολέμου.

 Η φυσιογνωμία και η πορεία του εργατικού συνδικαλιστικού κινήματος και των σοσιαλιστικών εργατικών κομμάτων στη Βρετανία, στη Γαλλία και στη Γερμανία

Τρία είναι τα βασικά πρότυπα του συνδικαλισμού της Βρετανίας, της Γερμανίας και της Γαλλίας:

Το βρετανικό συνδικαλιστικό πρότυπο ήταν ρεφορμιστικό και είχε άμεση σχέση με μία πολιτική οργάνωση στην οποία κυριαρχούν τα συνδικάτα. Σε μία πρώτη φάση (έως το 1887) τα συνδικάτα αποτελούνταν από εργάτες με υψηλή εξειδίκευση, οι οποίοι καταβάλλουν υψηλές εισφορές. Το 1868 ιδρύεται το Συνέδριο των Εργατικών Συνδικάτων, το οποίο αναγνωρίζεται νομικά το 1871 και έχει συντονιστικό ρόλο. Μετά το 1877 τα Συνδικάτα ανοίγονται στους ανειδίκευτους εργάτες και επηρεάζονται από σοσιαλιστικές ιδέες. Πρωταρχικός στόχος των Βρετανών συνδικαλιστών ήταν η βελτίωση της θέσης των εργατών μέσα από μεταρρυθμίσεις (ρεφορμισμός) και βασικό όπλο τους η απεργία. Υπό την ηγεσία της ομοσπονδίας των εργατών ορυχείων ιδρύθηκε το βρετανικό Εργατικό Κόμμα (Labour Party).

Η ανάπτυξη του συνδικαλιστικού κινήματος στη Γερμανία συνδέθηκε μετά τη γερμανική ενοποίηση με το γερμανικό σοσιαλδημοκρατικό κόμμα, καθώς το 1875 οι εργατικές οργανώσεις εξαρτώνται στο μεγαλύτερο μέρος τους από το SPD. Το 1905 ωστόσο αναγνωρίζεται η ανεξάρτητη δράση του συνδικαλισμού. Ο γερμανικός συνδικαλισμός συνδύασε τους αγώνες για βραχυπρόθεσμα οικονομικά οφέλη των εργατών με έναν μακρόπνοο στρατηγικό σχεδιασμό για την κατάκτηση της πολιτικής εξουσίας και τον σοσιαλιστικό μετασχηματισμό της κοινωνίας. Αποτέλεσε πρότυπο για τα εργατικά κινήματα στην Αυστροουγγαρία και στις χώρες της Ανατολικής Ευρώπης.

 Στη Γαλλία, τα πρώτα «συνδικαλιστικά επιμελητήρια» συγκροτήθηκαν, όπως και στην Αγγλία, από μέλη της εργατικής αριστοκρατίας και έρεπαν μάλλον προς τον αναρχισμό παρά προς τον μαρξισμό. Η συντριβή της Κομμούνας και η άγρια καταστολή που επακολούθησε στα πρώτα χρόνια της Τρίτης Γαλλικής Δημοκρατίας καταδίκασε το εργατικό κίνημα σε μετριοπάθεια και σχετική αδράνεια μέχρι τα τέλη του 19ου αιώνα. Η κατάσταση άλλαξε όταν ιδρύθηκε η Γενική Συνομοσπονδία Εργασίας που σταδιακά συνένωσε τα συνδικάτα. Με την εισροή αρκετών αναρχικών στα συνδικάτα ο γαλλικός συνδικαλισμός προσανατολίστηκε προς επαναστατικές λύσεις. Επηρέασε την ανάπτυξη του συνδικαλισμού στην Ιταλία και στην Ισπανία.

 Πώς εξηγείται η πρωτοκαθεδρία της γερμανικής σοσιαλδημοκρατίας στο διεθνές σοσιαλιστικό κίνημα;

Το μεγαλύτερο σοσιαλιστικό κόμμα της Ευρώπης την περίοδο 1890-1914 ήταν η γερμανική σοσιαλδημοκρατία. Η αριθμητική ισχύς του και η οργανωτική αποτελεσματικότητα του κατέστησαν το γερμανικό σοσιαλδημοκρατικό κόμμα πρότυπο για τα αδελφά κόμματα του Βελγίου, της Αυστρίας και της Ελβετίας, των σκανδιναβικών χωρών και των χωρών της Ανατολικής Ευρώπης. Το βασικότερο πρόβλημα της γερμανικής και της ευρωπαϊκής σοσιαλδημοκρατίας ήταν ότι δεν μπόρεσε να διαμορφώσει μια καθαρή ιδεολογική φυσιογνωμία. Ο κερματισμός, η πολυφωνία και η απουσία οργανωμένης δράσης ήταν τα κύρια χαρακτηριστικά του αριστερού πολιτικού κινήματος στη Γαλλία. Μόλις το 1905 οι διάφορες τάσεις κατόρθωσαν να βρουν κοινό πεδίο συνεννόησης και να ιδρύσουν το Ενωμένο Σοσιαλιστικό Κόμμα, το οποίο, παρά τον περιορισμένο αριθμό των μελών του ανέβαζε συνεχώς τα ποσοστά του στις εκλογές.

 Τα λογοτεχνικά ρεύματα στην Ευρώπη του 19ου αι.

Ο Διαφωτισμός ως ευρύτερο πνευματικό και φιλοσοφικό κίνημα και ο κλασικισμός ως καλλιτεχνικό ρεύμα κυριάρχησαν στην Ευρώπη του 18ου αιώνα με επίκεντρο τη Γαλλία Μισό αιώνα αργότερα, εκδηλώθηκε η αντίδραση με το κίνημα του ρομαντισμού, ο οποίος αντέταξε την έμφαση στο συγκινησιακό στοιχείο της ανθρώπινης προσωπικότητας, στην ελεύθερη έκφραση της ευαισθησίας και της ατομικότητας, στη σημασία της φαντασίας και τον ονείρου, στο θρησκευτικό συναίσθημα και στην αγάπη για τη φύση. Το ρομαντικό κλίμα άλλαξε στον χώρο των γραμμάτων και των τεχνών κατά το δεύτερο μισό του 19ου αιώνα, εποχή κατά την οποία θριάμβευσε η επιστήμη και ο θετικισμός. Το ρομαντισμό στη Λογοτεχνία διαδέχτηκε ο ρεαλισμός και ο νατουραλισμός.

Στην τέχνη από το 1880 και μετά κυριάρχησε ο νατουραλισμός. Οι αντιδράσεις στις συμβάσεις της επίσημης τέχνης του ακαδημαϊκού ρεαλισμού γέννησαν τον ιμπρεσιονισμό. Στα τέλη του 19ου αιώνα και στην πρώτη δεκαετία του 20ου τα περισσότερα λογοτεχνικά είδη (μυθιστόρημα, θέατρο, ποίηση, κ.λπ.) υπέστησαν την καθοριστική επίδραση του εθνικισμού. Το ίδιο συνέβη και στον χώρο της μουσικής, με κορυφαίο εκπρόσωπο τον Βάγκνερ. Οι εντάσεις, η κρίση και τα αδιέξοδα των ευρωπαϊκών κοινωνιών του τέλους του 19ου αιώνα ήταν το κατάλληλο πλαίσιο για τη διατύπωση θεωριών που αμφισβητούσαν συνολικά το αστικό και νεωτερικό κοινωνικό, πνευματικό και αξιακό οικοδόμημα, με αποκορύφωμα τη ριζοσπαστική πολεμική του Γερμανού φιλοσόφου Φρειδερίκου Νίτσε κατά του αστικού πολιτισμού. Η θεωρία της ψυχανάλυσης του Φρόυντ, η θεωρία της σχετικότητας του Αϊνστάιν, η ανθρωπολογία του Φράζε, ακόμα και οι αναρχικοί αυτής της περιόδου εντάσσονται σ’ αυτό το κλίμα της πνευματικής αναταραχής και της αμφισβήτησης. Η γενική αναστάτωση που επικρατούσε στις αρχές του εικοστού αιώνα είχε αποτέλεσμα την εμφάνιση μιας μεγάλης ποικιλίας καλλιτεχνικών κινημάτων. Στο διάστημα 1890-1910 σημειώθηκαν τα πρώτα βήματα για τη δημιουργία μαζικής κουλτούρας μέσω της εμφάνισης και της διάδοσης του κινηματογράφου, καθώς και της ανάπτυξης του αθλητισμού.

 Η μορφή της επιστήμης και της φιλοσοφίας στο τέλος του 19ου αι.

Η επιστήμη γνώρισε τεράστια ανάπτυξη κατά τον 19ο αιώνα. Με όπλα την παρατήρηση και το πείραμα η επιστήμη πρόβαλε ως ο μόνος τρόπος προσέγγισης της αλήθειας και οδηγός προόδου ολόκληρης της κοινωνίας. Η εντυπωσιακή ανάπτυξη της πανεπιστημιακής και της τεχνικής εκπαίδευσης ευνόησαν αποφασιστικά την πρόοδο της επιστήμης, ενώ άρχισε να κατανοείται όλο και περισσότερο η διαφορά μεταξύ της επιστήμης και της τεχνολογίας.

Ο αριθμός των επιστημόνων και η επιστημονική παραγωγή αυξήθηκαν με αλματώδεις ρυθμούς. Η επιστήμη αποτελούσε σημείο αναφοράς των μορφωμένων» των αστών του 19ου αιώνα. Η ιατρική, η χημεία, η ψυχανάλυση και η ψυχολογία είναι οι επιστήμες της εποχής.

Αναπτύχθηκε η θεωρία της εξέλιξης του Άγγλου φυσιοδίφη Κάρολου Δαρβίνου, η οποία αναπτύχθηκε στο έργο του «Η καταγωγή των ειδών», άλλαξε ριζικά τον τρόπο θεώρησης για την προέλευση του ανθρώπου. Ο Δαρβίνος σφράγισε με το έργο του την επιστημονική σκέψη του 19ου αιώνα, υποστηρίζοντας τη βιολογική εξέλιξη των ειδών στη βάση της φυσικής επιλογής, δηλαδή της επιβίωσης των ισχυρότερων. Η θεωρία του Δαρβίνου επεκτάθηκε και στην κοινωνική θεωρία. Ο λεγόμενος «κοινωνικός δαρβινισμός» υποστήριζε την ανωτερότητα του δυτικού λευκού ανθρώπου και με αυτόν τον τρόπο δικαιολογούσε κάθε μορφή κοινοτικής ανισότητας και καταπίεσης.

Τον 19ο αιώνα η επιστήμη υποσκέλισε τη φιλοσοφία και ο θετικισμός διακρινόταν για την πίστη του στον ορθολογισμό και στην παντοδυναμία της επιστήμης. Ο Αύγουστος Κοντ υπήρξε ο κορυφαίος εκπρόσωπος του θετικισμού. Ωστόσο από την τελευταία δεκαετία του 19ου αιώνα αναπτύχθηκε έντονη κριτική στο θετικιστικό πρότυπο, με πρωτοπόρους τους φυσικούς Αϊνστάιν, Πλανκ κ.ά. οι οποίοι κατέδειξαν τη σημασία της σχετικότητας και ανέτρεψαν παραδοσιακές αντιλήψεις σχετικά με τον χρόνο, τον χώρο και την ύλη.