Το αυτοκρατορικό δικαστήριο
και
η εξέταση των εγκλημάτων καθοσιώσεως
Το αυτοκρατορικό δικαστήριο αποτελεί συνέχεια του sacrum consistorium ή auditorium της πρώιμης βυζαντινής περιόδου, στο οποίο συμμετείχαν υψηλόβαθμοι αξιωματούχοι του κράτους και το οποίο από της εποχής του Ιουστινιανού συνεδρίαζε μαζί με μέλη της συγκλήτου.
Κατά τη μέση και ύστερη βυζαντινή περίοδο η σύγκλητος εξακολουθεί να συμμετέχει στην εκδίκαση υποθέσεων είτε με τη συνεδρίαση αποκλειστικά των μελών της είτε με τον ορισμό συγκεκριμένων μελών από τον αυτοκράτορα για την εξέταση κάποιας υπόθεσης σε συνεργασία με άλλους αξιωματούχους είτε μαζί με κληρικούς για την εξέταση εκκλησιαστικών υποθέσεων.
Στο αὐτοκρατορικόν και βασιλικόν κριτήριον ή βῆμα, δηλαδή στο αυτοκρατορικό δικαστήριο, προεδρεύει ο ίδιος ο αυτοκράτορας, ενώ μπορούν να συμμετέχουν σε αυτό υψηλόβαθμοι αξιωματούχοι του κράτους ή όποιοι άλλοι οριστούν από τον αυτοκράτορα. Σε περίπτωση που ο αυτοκράτορας απουσιάζει από την πρωτεύουσα, τότε στο αυτοκρατορικό δικαστήριο προεδρεύει ο έπαρχος της πόλεως και αργότερα ο δρουγγάριος της βίγλης, όπως υποστηρίζουν ορισμένοι ερευνητές.
Πράγματι οι δύο αξιωματούχοι βρίσκονται στην κορυφή της δικαστικής ιεραρχίας, αρχικά ο έπαρχος της πόλεως και στη συνέχεια ο δρουγγάριος της βίγλης. Ωστόσο, δεν μπορεί να υποστηριχθεί ότι προεδρεύουν του αυτοκρατορικού δικαστηρίου, όταν ο αυτοκράτορας απουσιάζει από την πρωτεύουσα, γιατί η σύγκληση και ο ορισμός των μελών του εξαρτώνται αποκλειστικά από τη βούληση του αυτοκράτορα.
Ο αυτοκράτορας, ως ανώτατος δικαστής του βυζαντινού κράτους, δέχεται τις αιτήσεις των υπηκόων ή των αρχών που απευθύνονται σε αυτόν για την εξέταση μιας υπόθεσης, οι οποίες υποβάλλονταν στο αυτoκρατορικό δικαστήριο με έκκληση (appelatio) κατά της απόφασης ενός δικαστηρίου ή με δέηση (supplicatio), με την οποία ο πολίτης ζητούσε να επιληφθεί προσωπικά κάποιου θέματος ο αυτοκράτορας, διότι δυσπιστούσε ο ιδιώτης προς τον αρμόδιο δικαστή ή φοβόταν τη δύναμη των αντιδίκων του ή με αναφορά - υπόμνηση (relatio-consultatio) των ενδιαφερομένων, αλλά και των αξιωματούχων προς τον αυτοκράτορα, με την οποία ζητούσαν τη γνώμη του για κάποιο αμφισβητούμενο θέμα, μερικές φορές και δικαστικού περιεχομένου. Στο αυτοκρατορικό δικαστήριο οι αποφάσεις μπορούσαν να επικυρωθούν, να τροποποιηθούν, αλλά και να ακυρωθούν από τον αυτοκράτορα. Οι πολίτες παρέδιδαν την έγγραφη δέηση ή την υπόμνηση σε έναν από τους δύο ιππείς που συνόδευαν τον αυτοκράτορα στις εξόδους του, ακριβώς για να συλλέγουν αυτά τα έγγραφα. Τα έγγραφα κατέληγαν στον επί των δεήσεων, ο οποίος τα μελετούσε και τα προωθούσε στον αυτοκράτορα ή απαντούσε απευθείας. Με τον τρόπο αυτό εξασφαλιζόταν ένας ανεξάρτητος έλεγχος στις πράξεις της διοικήσεως και της τακτικής δικαιοσύνης.
Oι αποφάσεις του βασιλικού δικαστηρίου είναι τελεσίδικες και δεν υπόκεινται σε έφεση, αλλά μόνο ο ίδιος ο αυτοκράτορας μπορεί να επανακρίνει κάποια υπόθεση.
«Τὸ αὐτοκρατορικὸν καὶ βασιλικὸν κριτήριον ἐκκλήτῳ οὐχ ὑπόκειται, οὐδὲ ἀναψηλαφᾶται ὑπὸ ἑτέρου, ἀλλ’ ὑφ’ ἑαυτοῦ ἀεὶ ἐπανακρίνεται, καθὰ καὶ ὁ θεόπτης μωυσῆς τὸ ἐπανακρίνειν τάς κρίσεις εἰς νόμον ἒθετο».
Όταν υπήρχε διάσταση ανάμεσα στους νόμους και στο περί δικαίου αίσθημα, την τελική λύση έδινε ο αυτοκράτορας, ο οποίος με την απόφασή του ρύθμιζε οριστικά την υπόθεση.
Όσον αφορά στα εγκλήματα καθοσιώσεως, αρμόδιο για την εκδίκασή τους ήταν το αυτοκρατορικό δικαστήριο. Κατά τους λεξικογράφους, τα νομοθετικά κείμενα και τον Μ.Ψελλόν προκύπτει ότι:
«Καθοσίωσις εἶναι πᾶσα σκέψις, μελέτη, μηχανορραφία καὶ πρᾶξις ἀτόμου τινὸς ἤ ὁμάδος προσώπων, συνδεδεμένων δι᾽ ὃρκου ἤ μή, καὶ στρεφομένων κατὰ τοῦ προσώπου τοῦ αὐτοκράτορος, τυραννὶς δὲ ἡ ἀντιποίησις ὑπὸ τίνος τῆς ἰδιότητος καὶ τοῦ ἀξιώματος τοῦ αὐτοκράτορος καὶ ἡ περιφρόνησις τοῦ νομίμου αὐτοκράτορος καὶ τῶν καθεστηκότων νόμων».
Συνεπώς «τυραννίς» και «καθοσίωσις» είναι διαφορετικές έννοιες, η δε «τυραννίς» περικλείει την «καθοσίωσιν», καθότι ως έννοια είναι ευρύτερη και, επομένως, οι διατάξεις περί καθοσιώσεως καλύπτουν και την τυραννίδα. Η ανάκριση, η διεξαγωγή ή μη δίκης, η επιβολή ή μη ποινής και το είδος της ποινής, όπως και η απονομή χάριτος ανήκαν στην αποκλειστική αρμοδιότητα του αυτοκράτορα.
Το αυτοκρατορικό δικαστήριο απαρτιζόταν από μέλη της συγκλήτου ή άλλους αξιωματούχους. Σε περιπτώσεις κατά τις οποίες κατηγορούμενοι για έγκλημα καθοσιώσεως ήταν κληρικοί, μπορούσε να δικάζει η σύνοδος ως αυτοκρατορικό δικαστήριο. Βέβαια ούτε η σύγκλητος ούτε η σύνοδος μπορούν να ταυτιστούν με αυτό που ονομάζουμε αυτοκρατορικό δικαστήριο, στο οποίο παρίσταται και δικάζει ο ίδιος ο αυτοκράτορας, αλλά αποτελούν εντεταλμένα από τον αυτοκράτορα δικαστήρια.
Επομένως, τα εγκλήματα καθοσιώσεως εξετάζονταν από το αυτοκρατορικό δικαστήριο, με σύνθεση που όριζε ο ίδιος ο αυτοκράτορας και δεν υπήρχε συγκεκριμένος τόπος συνεδριάσεών του.