13/11/24

Ο ΚΡΗΤΙΚΟΣ ΠΟΛΕΜΟΣ (1645 - 1669) - ΜΕΡΟΣ Β΄

 5. Η πολιορκία του Χάνδακα

    Η πολιορκία του Χάνδακα ξεκίνησε τον Μάιο του 1648, διήρκεσε 21 χρόνια ως τον Σεπτέμβριο του 1669 και είχε τον χαρακτήρα της πάλης του χριστιανικού κόσμου εναντίον του μουσουλμανικού. Τα τουρκικά στρατεύματα ενισχυμένα με νέες αφίξεις στρατιωτών από την Κωνσταντινούπολη και με αρχηγό τον Ντελή Χουσεΐν στρατοπέδευσαν στην περιοχή από τον Γιόφυρο ως τον Αλμυρό ποταμό, περίπου 6 χιλιόμετρα δυτικά του Χάνδακα και άνοιξαν χαρακώματα.  Η πρώτη σοβαρή επίθεση των Τούρκων έγινε στις 2 Ιουνίου 1648 στο φρούριο του Αγίου Δημητρίου, στη σημερινή περιοχή της Αναλήψεως Ηρακλείου. Η έφοδος αποκρούστηκε με επιτυχία και η αντεπίθεση των Βενετών ανάγκασε τους Τούρκους να υποχωρήσουν. Επειδή στο Γιόφυρο οι Τούρκοι δεν ήταν ασφαλείς, οργάνωσαν ισχυρό στρατόπεδο στην περιοχή Μαραθίτης, στο ύψωμα της σημερινής Φορτέτσας, που την ονόμασαν «Νέο Χάνδακα (Nova Candia)». Εκεί είχαν πια το μόνιμο στρατηγείο τους και την έδρα της οικονομικής τους υπηρεσίας. Ο Ντελής Χουσεΐν, ως αρχηγός των τουρκικών επιχειρήσεων, ζητά την καταστροφή των υδραγωγών που τροφοδοτούσαν με νερό το Χάνδακα από τις πηγές της Αγίας Ειρήνης και διατάζει αδιάκοπο κανονιοβολισμό της πόλης. Ο Χάνδακας έχει αποκλειστεί από παντού. Η πόλη εφοδιάζεται μόνο από τη θάλασσα, όπου ο βενετικός στόλος διατηρεί πλήρη υπεροχή έναντι του τουρκικού.

Παράλληλα με την  άμυνα του Χάνδακα οι Βενετοί ανέπτυξαν έντονη ναυτική δραστηριότητα στο Αιγαίο, με σκοπό να αποκοπεί η επικοινωνία ανάμεσα στην Κωνσταντινούπολη και στην Κρήτη και να αποφευχθεί η μεταφορά στρατιωτών και πολεμοφοδίων. Οι αλλεπάλληλες ναυμαχίες μεταξύ των δύο αντιπάλων στόλων στο Αιγαίο θα στεφθούν για ένα διάστημα με βενετικές νίκες, γεγονός που θα αναπτερώσει το ηθικό των υπερασπιστών του Χάνδακα. Οι σημαντικότερες εξ αυτών είναι οι νίκες του Βενετού ναυάρχου Ιάκωβου de Riva στον θαλάσσιο χώρο μεταξύ Παλαιάς και Νέας Φώκαιας στις 12 Μαΐου 1649, στη συνέχεια στα ύδατα της Πάρου, Φολεγάνδρου και Νάξου τον Ιούλιο του 1651, καθώς και στη ναυμαχία της 26ης Ιουνίου 1656 στην είσοδο του Ελλησπόντου.

Για δεκαέξι ολόκληρα χρόνια (1650-1666) η πολιορκία του Χάνδακα παρουσιάζει εικόνα στασιμότητας. Οι διαρκείς βομβαρδισμοί, οι ασταμάτητες επιθέσεις και αντεπιθέσεις, οι αδιάκοπες υπονομεύσεις του φρουρίου φθείρουν σταδιακά και τους δύο αντιπάλους. Όμως, το φρούριο φαίνεται απόρθητο. Στη μακρόχρονη πολιορκία του Χάνδακα συμμετείχαν με πατριωτικό φανατισμό οι ιερείς και οι μοναχοί, ορθόδοξοι και καθολικοί, όχι μόνο με λιτανείες και δεήσεις για την αποσόβηση του κινδύνου και την τόνωση του θρησκευτικού συναισθήματος των πολιορκούμενων, αλλά παίρνοντας και οι ίδιοι τα όπλα. Αξίζει να μνημονεύσουμε τον Αθανάσιο Χριστόφορο, ηγούμενο της Μονής Αγκαράθου, τον σιναΐτη μοναχό της Αγίας Αικατερίνης Ευγενικό και τον διαπρεπή λόγιο, κληρικό, θεολόγο και φιλόλογο Γεράσιμο Βλάχο. Αλλά και οι καθολικοί μοναχοί δεν έμειναν αμέτοχοι στον αγώνα. Με χρηματικές προσφορές και με πνευματική κινητοποίηση των πληθυσμών πρόσφεραν σημαντική βοήθεια στον αγώνα. Από τους καθολικούς ξεχώρισε ιδιαίτερα το μοναστικό τάγμα των καπουτσίνων.

 Από την αρχή της σύγκρουσης οι Βενετοί προσπάθησαν να επιτύχουν τη βοήθεια των χριστιανών ηγεμόνων της Δύσης, οι οποίοι, όμως, δεν ανταποκρίθηκαν αμέσως γιατί δεν τολμούσαν να διακινδυνεύσουν τις εμπορικές σχέσεις με την Οθωμανική αυτοκρατορία. Οι δυνάμεις στις οποίες απέβλεπε η Βενετία ήταν κυρίως η Ισπανία και η Γαλλία. Αλλά η Ισπανία προέβαλε άρνηση να συνεργαστεί με τους Γάλλους, εφόσον οι Γάλλοι διεκδικούσαν τις ιταλικές της κτήσεις. Από την άλλη πλευρά ο Λουδοβίκος ο ΙΔ΄ της Γαλλίας ακολουθούσε σαφέστατα φιλοτουρκική πολιτική, υποχωρώντας στις ισχυρές πιέσεις των Γάλλων εμπόρων, που είχαν ως αποτέλεσμα το εξής παράδοξο: Γαλλικές επικουρίες να καταφθάνουν στην Κρήτη με τη σημαία του Πάπα για να μην εξαγριωθεί η Υψηλή Πύλη, ενώ ταυτόχρονα Γάλλοι έμποροι να εφοδιάζουν με όπλα και με πυρίτιδα τους Τούρκους. Το ίδιο έπρατταν οι Άγγλοι και οι Ολλανδοί. Η προσπάθεια του Πάπα Ιννοκέντιου Ι΄για την οργάνωση ιερού πολέμου υπέρ της Βενετίας στον αγώνα της Κρήτης δεν είχε κανένα σοβαρό αποτέλεσμα. Το ευρωπαϊκό ενδιαφέρον για την τύχη του Χάνδακα εκδηλώθηκε από το 1650-1651. Τότε άρχισαν να καταφθάνουν αποστολές βοήθειας από την Ισπανία, τους Ιππότες της Μάλτας, τον Πάπα, την Τοσκάνη, τη Γαλλία και από μερικά ιταλικά κρατίδια. Η πρώτη ουσιαστική  βοήθεια προήλθε το 1660 από τον καρδινάλιο Μαζαρέν της Γαλλίας, ο οποίος απέστειλε στην Κρήτη τον πρίγκιπα Almerigo dEste με 4.000 άνδρες. Όμως, η προσπάθεια του νεαρού στρατηγού να ανακαταλάβει τα Χανιά απέτυχε και είχε ως αποτέλεσμα την καταστροφή του στρατού του αλλά και των Κρητών χωρικών, που είχαν εξεγερθεί για να συμπαρασταθούν στους Γάλλους.

Ο αγώνας διεξάγεται σε όλα τα μέτωπα. Ως όπλο χρησιμοποιείται και η θρησκευτική προπαγάνδα. Οι Τούρκοι, όπως αναφέραμε, υποσχόμενοι στους Κρητικούς την επαναφορά στο νησί της ορθόδοξης ιεραρχίας, διόρισαν μητροπολίτη τον Νεόφυτο Πατελλάρο. Αλλά και οι Βενετοί για να εξασφαλίσουν τη συμπάθεια και την αφοσίωσή τους κάλεσαν στην Κρήτη τον έκπτωτο Οικουμενικό Πατριάρχη Ιωαννίκιο Β΄ για να ενισχύσει ηθικά και πνευματικά τους ορθόδοξους Κρητικούς. Όταν, όμως, επιχείρησε να μεταβάλλει σε πατριαρχείο την ορθόδοξη εκκλησία της Τριμάρτυρος του Χάνδακα, απομακρύνθηκε από την Κρήτη από τις βενετικές αρχές.

Όλοι πλέον είχαν εξαντληθεί από τον μακροχρόνιο, ψυχοφθόρο και πολυδάπανο Κρητικό πόλεμο. Είναι βέβαιο ότι ο Κρητικός πόλεμος θα τελείωνε λίγα χρόνια νωρίτερα, ίσως περί το 1664, αν οι Βενετοί δεν ανακουφίζονταν πρόσκαιρα από την εμπλοκή της Τουρκίας σε πόλεμο με την Αυστρία το 1663. Για κάποιο χρονικό διάστημα η Τουρκία ήταν υποχρεωμένη να διεξάγει διμέτωπο αγώνα, τόσο στην Κρήτη όσο και στη βόρεια Βαλκανική. Σημαντικές δυνάμεις αποσπάστηκαν  από την πολιορκία του Χάνδακα για να μεταφερθούν στη βορειοδυτική Αυστροουγγαρία, όπου διεξήχθησαν λυσσώδεις μάχες το καλοκαίρι του 1663. Οι εκκλήσεις της Αυστρίας προς τους χριστιανούς ηγεμόνες για τη σωτηρία της Βιέννης είχαν καλύτερη ανταπόκριση από τις εκκλήσεις της Βενετίας για τη σωτηρία της Κρήτης.

Το 1666 ανακαλείται στην Κωνσταντινούπολη ο Χουσεΐν πασάς και αποκεφαλίζεται ως υπεύθυνος για την αποτελμάτωση της πολιορκίας του Χάνδακα. Ο αγώνας ξαναρχίζει με νέα ένταση ύστερα από την άφιξη στο Χάνδακα του νέου αρχηγού των Τούρκων, του μεγάλου βεζύρη, Αχμέτ Κιοπρουλή στις 22 Μαΐου 1667, του επονομαζόμενου Φαζίλ  (=δίκαιος). Άνδρας γενναίος με μεγάλη πολεμική πείρα, ήταν ο νικητής των Αυστριακών και των Γερμανών στο Neuhäusel, γεγονός που είχε ως συνέπεια την αποδέσμευση των τουρκικών στρατευμάτων από τον πόλεμο της Ευρώπης. Ο Κιοπρουλής ανέλαβε αμέσως την αρχηγία των τουρκικών δυνάμεων και την ευθύνη των επιχειρήσεων, συνεπικουρούμενος με νέες δυνάμεις, 64 πολεμικές γαλέρες με 40.000 Τούρκους πολεμιστές. Όμως, και οι Βενετοί στέλνουν στην Κρήτη ως αρχιστράτηγο τον δοκιμασμένο στις ναυτικές εκστρατείες του Αιγαίου και εμπειρότατο Φραγκίσκο Morosini, ισάξιο αντίπαλο του Κιοπρουλή. Παράλληλα, καταφθάνουν στην Κρήτη νέες επικουρίες, όπλα και εφόδια, που αποστέλλουν οι χριστιανοί ηγεμόνες της Ευρώπης, ανταποκρινόμενοι στις αγωνιώδεις εκκλήσεις της Βενετίας. Στον Χάνδακα συγκεντρώνονται πολεμιστές και στρατηγοί από όλη σχεδόν την Ευρώπη. Ο Λουδοβίκος ΙΔ΄της Γαλλίας, ο Λεοπόλδος Α΄της Γερμανίας, ο δούκας του Αννόβερου, ο μάγιστρος του Τευτονικού Τάγματος, οι ηγεμόνες της Βαυαρίας, του Στρασβούργου και πολλών ιταλικών κρατιδίων, αποστέλλουν συνεχώς ενισχύσεις. Η σωτηρία του φρουρίου γίνεται πλέον υπόθεση της χριστιανικής Ευρώπης.

 Από την εποχή αυτή ο Κρητικός Πόλεμος μπαίνει στην πιο κρίσιμη και δραματική φάση. Και από τις δυο πλευρές υιοθετήθηκαν τα τελειότερα πολιορκητικά συστήματα της εποχής και χρησιμοποιήθηκαν τα τελειότερα πολεμικά και μηχανικά μέσα. Ο πόλεμος πήρε πλέον χαρακτήρα διεθνή και θεωρήθηκε υπόθεση ολόκληρου του χριστιανικού κόσμου.

Ο Μαρίνος Μπουνιαλής, ο ποιητής του Κρητικού Πολέμου, μας δίνει την εικόνα της φρίκης του πολιορκούμενου Χάνδακα, που βομβαρδίζεται ανελέητα προκαλώντας τον τρόμο και τον πανικό στους κατοίκους του. Ο Χάνδακας και η Κρήτη αποκτούν φωνή στο ποίημα και κλαίνε απεγνωσμένα:

Βροχή τσι μπάλες ρίχνει μου, τσι μπάλες σαν χαλάζι

Αστροπελέκια λουμπαρδιές και να μη δέ σκολάζη.

Αφάνισέ μου τσ’ εκκλησιές, τσι πύργους είχε ρίξει,

Ωσάν σιφούνι έτρεχε να με καταρουφήξη.

Άνθρωπος δεν επήγαινε σε σπίτι να κοιμάται

Ούτε ποθές να προπατεί και να μη δέν φοβάται.

Όλη θλιμένη βρίσκομαι, γιατί ’μαι στολισμένη

Κορμιά νεκρά χριστιανών και καταματωμένη….

Κορμιά εθώρριες ξαπλωτά κομμάτια καμωμένα,

Κεφάλια, χέρια και μερά κι ήτονε χωρισμένα…

  Οι δυσκολίες προσαρμογής των νέων στρατιωτών, οι επιδημίες, η ανεπάρκεια τροφίμων και νερού, η έλλειψη συντονισμού και οργάνωσης των επιθέσεων, αλλά και οι εμπάθειες και οι διαμάχες μεταξύ των αρχηγών των διαφόρων χριστιανικών δυνάμεων επιδείνωσαν την κατάσταση.

H στρατηγική του Κιοπρουλή βασίσθηκε σε ένα διαρκές σφυροκόπημα του πυροβολικού και συνεχείς επιθέσεις, προκειμένου να κάμψει το φρόνημα και τις αντιστάσεις των πολιορκουμένων. Οι υπερασπιστές του Χάνδακα έχουν να αντιμετωπίσουν και τον ψυχολογικό πόλεμο από μέρους της τουρκικής ηγεσίας. Με προκηρύξεις γραμμένες γαλλικά ή ιταλικά που ρίχνονταν με τοξοβόλους, ο Βεζύρης καλούσε τους χριστιανούς να αυτομολήσουν, δελεάζοντάς τους με την απολαβή πλούσιων αμοιβών και δώρων. Χαρακτηριστικά τα τελευταία τρία χρόνια της πολιορκίας, ξοδεύτηκαν 700.000 χρυσά νομίσματα, για να δωροδοκηθούν χριστιανοί λιποτάκτες-πληροφοριοδότες και για αμοιβές Τούρκων στρατιωτών, οι οποίοι έπαιρναν 7,5 φράγκα για κάθε κεφάλι που έκοβαν.

Η τεχνική κατάρτιση των Τούρκων βελτιωνόταν συνεχώς από τους αυτομόλους, οι οποίοι δίδασκαν τις νέες μεθόδους του πολέμου, τους υποδείκνυαν τα αδύνατα σημεία των χριστιανικών οχυρώσεων και τους καθοδηγούσαν στην κατασκευή τελειότερων πολιορκητικών έργων. Σημαντικές επιπτώσεις είχε η προδοσία του συνταγματάρχη του μηχανικού Ανδρέα Μπαρότση, που υπήρξε καταλυτική για την πτώση του Χάνδακα.

Έχει διασωθεί το ακόλουθο δημοτικό τραγούδι, που αναφέρεται στην προδοσία του Ανδρέα Μπαρότση:

 Κάστρο, και πούν’ν’ οι πύργοι σου και τα καμπαναριά σου,

Και πούν ’ν ’ οι αντρειωμένοι σου, τ’ όμορφα παλληκάρια ;

-Μα μένα οι αντρειωμένοι μου, τ’ όμορφα παλληκάρια,

Η μαύρη γης τα χαίρεται στον μαυρισμένον Άδη.

Δεν έχω αμάχη τση Τουρκιάς, μουιδέ κακιά του χάρου,

Μόνο ’χω αμάχη και κακιά του σκύλου του προδότη,

Απού μου τα κατάδουδε ».

 Όμως, και ο Μαρίνος Μπουνιαλής, ο ποιητής του Κρητικού Πολέμου, κατονομάζει τον προδότη του Μεγάλου Κάστρου:

Μπαρότσης ο αλύπητος κι είχεν αποφασίσει

κι’ έγινε επίβουλος Ιούδας και προδότης
κι’ έξω τη νύκτα έδωσε κι έγινε καταδότης.

  Με την προδοσία του ο Μπαρότσης, που καθοδηγούσε ήδη από τον Ιανουάριο του 1668 τον Κιοπρουλή, επιτάχυνε την άλωση της πόλης, κατευθύνοντας τις επιθέσεις των Οθωμανών εναντίον των πιο αδύναμων σημείων της οχύρωσης των προμαχώνων, του Αγίου Ανδρέα στα δυτικά και της Σαμπιονέρας στα ανατολικά. Οι τουρκικές επιθέσεις κατά του φρουρίου έως το τέλος του 1667 στρέφονταν κατά της νοτιοδυτικής πλευράς και συγκεκριμένα κατά των προμαχώνων του Παντοκράτορα, της Βηθλεέμ και του Μαρτινέγκο. Επικεντρώνουν τώρα την προσοχή τους στα πιο ευπαθή σημεία της οχύρωσης της πόλης, αποδυναμώνοντας τη βενετοκρητική άμυνα με συνεχή και σφοδρό βομβαρδισμό.

Ωστόσο, παρ᾽όλες τις πιέσεις που δέχεται, το φρούριο φαίνεται απόρθητο. Για να σωθεί ο Χάνδακας κινητοποιήθηκαν στρατιές από τη Μάλτα, τη Νάπολη, την Τοσκάνη και την Ισπανία, ενώ παράλληλα έφθασαν μεγάλες ποσότητες τροφίμων και εφοδίων, καθώς και χρήματα για τους μισθούς των μισθοφόρων. Το 1669 ο Λουδοβίκος ο ΙΔ΄ αποφασίζει να στείλει την πιο σημαντική βοήθεια. Στις αρχές Ιουνίου του 1669, ξεκινά από το ναύσταθμο της Τουλώνης  στόλος αποτελούμενος από 41 σκάφη με 15.000 άνδρες ως πλήρωμα, από τα οποία τα 17 μεταφορικά και τα υπόλοιπα ιστιοφόρα πολεμικά και γαλέρες, καθώς και 8.000 στρατιώτες. Αρχηγός του στόλου είναι ο François de Vandome, δούκας του  Beaufort, εξάδελφος του Λουδοβίκου ΙΔ΄. Αρχηγός των δυνάμεων ξηράς, που αποτελούνταν από 8.000 άνδρες, ήταν ο δούκας de Navailles.

Στις 19 Ιουνίου 1669 έφθασε στην Κρήτη ο δούκας του Beaufort με τον στόλο των ιστιοφόρων και με 6.000 στρατιώτες. Χωρίς να περιμένει τις γαλέρες αποφασίζει με τον δούκα de Navailles γενική έξοδο των στρατευμάτων προκειμένου να απωθήσει τα τουρκικά στρατεύματα από την πλευρά του προμαχώνα Σαμπιονέρα. Παρά τις αντιρρήσεις του Φραγκίσκου Morosini η έξοδος πραγματοποιείται στις 25 Ιουνίου και καταλήγει σε πανωλεθρία των χριστιανικών δυνάμεων, στο θάνατο 245 αξιωματικών, 560 στρατιωτών και στον θάνατο του ίδιου του δούκα του Beaufort.

Στις 10 Ιουλίου του 1669 οι αρχηγοί των ενωμένων ευρωπαϊκών δυνάμεων πραγματοποιούν γενικό συμβούλιο στο Κάστρο. Αποφασίζεται νέα έξοδος προς την πλευρά του προμαχώνα του Αγίου Ανδρέα για να εκδιωχθούν τα τουρκικά στρατεύματα από τα τμήματα που είχαν ήδη καταλάβει και να αχρηστευθούν τα πυροβόλα που είχαν εγκαταστήσει. Το σχέδιο προέβλεπε να παραταχθεί όλος ο χριστιανικός στόλος μπροστά από τις τουρκικές θέσεις, δηλαδή από τον προμαχώνα του Αγίου Ανδρέα μέχρι τον ποταμό Γιόφυρο, για να προηγηθεί γενικός κανονιοβολισμός των τουρκικών θέσεων.

Ημέρα εκτέλεσης του σχεδίου ορίσθηκε η 24η Ιουλίου 1669. Έλαβαν θέση μάχης συνολικά 58 καράβια με 1.100 κανόνια. Η αριστερή πλευρά του στόλου προς τον προμαχώνα του Αγίου Ανδρέα αποτελούσε και τον βασικό πυρήνα επίθεσης. Στον χώρο αυτό υπήρχαν 7 γαλέρες και 8 ιστιοφόρα, μεταξύ των οποίων η γαλέρα του Γάλλου ναυάρχου και το «La Therese». Ύστερα από τρεις ώρες συνεχούς κανονιοβολισμού, συνέβη μια τρομερή έκρηξη στην πυριτιδαποθήκη του «La Therese», με αποτέλεσμα το σκάφος να βυθιστεί. Από το πλήρωμα και τους στρατιώτες που μετέφερε, συνολικά 350 άτομα, σώθηκαν μόνο 7, ενώ έπαθαν ζημιές και τα παρακείμενα σκάφη και ιδιαίτερα η γαλέρα του Γάλλου ναυάρχου Mareschal de Vinonne, ο οποίος είχε αναλάβει την αρχηγία του γαλλικού στόλου μετά το θάνατο του δούκα του Beaufort.

 Το ναυάγιο του «La Therese» ήταν η αρχή του τέλους. Αποτέλεσμα της βύθισής του από τυχαία (ίσως) έκρηξη, δεν ήταν μόνο να χαθεί ένα πολύ καλό σκάφος και υποναυαρχίδα του γαλλικού στόλου αλλά να προκληθεί σοβαρότατος ηθικός κλονισμός στους πολιορκουμένους που επιδείνωσε ραγδαία τα πράγματα. Μετά την καταστροφή αυτή άρχισαν οι προστριβές ανάμεσα στους Γάλλους και τους Βενετούς ως προς τον καταλογισμό της ευθύνης. Την κακή ψυχολογική κατάσταση των στρατιωτών επιδείνωσαν οι αρρώστιες και οι ελλείψεις των τροφίμων. Λίγες ημέρες αργότερα και μετά την απώλεια και τον τραυματισμό 2.000 στρατιωτών ο δούκας του Navailles πληροφόρησε τον Morosini ότι θα εγκατέλειπε την Κρήτη. Η απόφαση των Γάλλων έφερε τους πολιορκουμένους σε κατάσταση απελπισίας. Διαμαρτυρίες, ικεσίες, απειλές, εκκλήσεις από τους κατοίκους, ακόμη και κηρύγματα από τους άμβωνες, δεν είχαν κανένα όφελος. Στις 21 Αυγούστου ο γαλλικός στόλος αναχώρησε. Τα στρατεύματα που είχαν σταλεί από τον Πάπα, τη Γερμανική Αυτοκρατορία και τους Ιππότες της Μάλτας λίγες ημέρες αργότερα, πήραν το δρόμο της επιστροφής.

Ο Morosini και η φρουρά του έμειναν μόνοι σε μια πόλη που έπνεε τα λοίσθια. Η άλλοτε κραταιά πόλη ήταν πια η σκιά του παλαιού εαυτού της. Ένας από τους αξιωματικούς αναφέρει:

Η κατάσταση της πόλης ήταν τρομερή. Οι δρόμοι ήταν γεμάτοι σφαίρες, οβίδες και θραύσματα από νάρκες και χειροβομβίδες. Δεν υπήρχε ούτε ένα κτήριο που να μην ήταν διάτρητο και σχεδόν ερειπωμένο από τα εχθρικά κανόνια. Τα σπίτια δεν ήταν πλέον τίποτα παραπάνω από άθλια υπόστεγα. Παντού η δυσοσμία ήταν αηδιαστική. Σε κάθε γωνιά έβλεπες πεθαμένους, τραυματισμένους ή ακρωτηριασμένους.

Στις 23 Αυγούστου εκδηλώθηκε νέα σφοδρότατη επίθεση των Τούρκων, η οποία αποκρούσθηκε. Κανένας, όμως, δεν πίστευε ότι το φρούριο θα μπορούσε να αντέξει για πολύ ακόμα. Ο Morosini έβλεπε πλέον καθαρά ότι ο πόλεμος είχε κριθεί. Αν συνθηκολογούσε, ίσως μπορούσε να εξασφαλίσει ευνοϊκούς όρους. Οι διαπραγματεύσεις άρχισαν στα τέλη Αυγούστου και διήρκεσαν περίπου 20 ημέρες. Πήραν μέρος από την πλευρά των Τούρκων ο Αχμέτ Αγάς και  ο Έλληνας διερμηνέας της Υψηλής Πύλης Παναγιώτης Νικούσιος, ο οποίος είχε ακολουθήσει με αυτόν τον σκοπό τον Κιοπρουλή, ενώ από την πλευρά των Βενετών ο Σκωτσέζος αξιωματικός Annand και ο Κρητικός ευγενής Στέφανος Σκορδίλης.

Στις 16 Σεπτεμβρίου 1669 υπογράφηκε η τελική συμφωνία, -κατά πολλούς- ιδιαίτερα ευνοϊκή για τη Βενετία. Σύμφωνα με τους όρους της η Κρήτη γινόταν επίσημα οθωμανική κτήση εκτός από τις οχυρωμένες νησίδες, Γραμβούσα, Σούδα και Σπιναλόγκα, που παρέμεναν στους Βενετούς. Ο Βενετός αρχιστράτηγος είχε προθεσμία δώδεκα ημερών, για να εκκενώσει την πόλη. Η Βενετία δεν θα κατέβαλε πολεμική αποζημίωση και όσοι από τους κατοίκους ήθελαν να εγκαταλείψουν το νησί, θα μπορούσαν να το κάνουν ελεύθερα μεταφέροντας την κινητή τους περιουσία. Αποχωρώντας οι βενετικές αρχές μπορούσαν να πάρουν μαζί τους, τα όπλα, τα κανόνια, τα κειμήλια, αλλά και τα αρχεία τους. Πέντε πλοία φορτώθηκαν με το αρχειακό υλικό (έγγραφα και βιβλία) και τα τρία έφθασαν στη Βενετία. Χάρη στον όρο αυτό, σώθηκαν και βρίσκονται σήμερα στη Βενετία τα βενετικά αρχεία της Κρήτης, ιδιαίτερα πολύτιμη πηγή για την ιστορία της την περίοδο της βενετικής κυριαρχίας. 

Ένα ιερό σύμβολο της βυζαντινής Κρήτης ήταν η θαυματουργή εικόνα της Παναγίας της Μεσοπαντίτισσας, που βρισκόταν στον μητροπολιτικό ναό του Αγίου Τίτου. Σύμ­φωνα με την παράδοση, η εικόνα, έργο του Ευαγγελιστή Λουκά, είχε σταλεί στην Κρήτη από την Κωνσταντινούπολη, για να σωθεί από τον διωγμό των εικονοκλαστών. Βυζαντινή λοιπόν κληρονομιά η φερόμενη ως κωνσταντινουπολίτικη αυτή εικόνα έγινε στη διάρκεια της περιόδου της βενετοκρατίας το παλλάδιο του νησιού και το σύμβολο της ομό­νοιας και συμφιλίωσης ανάμεσα στους Κρητικούς και τους Λατίνους. Βενετικές πηγές της υστεροβενετικής περιόδου διηγούνται ότι η εικόνα είχε παραχωρηθεί στους Βενετούς από Κρητικούς επαναστάτες, οι οποίοι, αφού συνθηκολόγησαν με τον δούκα, είχαν δηλώσει πίστη και υπακοή στη Γαληνοτάτη, δίνοντας πάνω της τον σχετικό όρκο.

       

                   Παναγία η Μεσοπαντίτισσα

 Ανάμεσα στους θησαυρούς που μετέφερε ο Morosini, συμπεριλαμβάνεται και η πολύτιμη εικόνα της Παναγιάς, της αιώνιας Μάνας που κρατά αγκαλιά τον Γιο της, η περίφημη εικόνα της Παναγίας της Μεσοπαντίτισσας. Αν και τοποθετήθηκε αρχικά στον Ναό του Αγίου Μάρκου, με ειδικό διάταγμα της Γερουσίας μεταφέρθηκε με μεγάλη πομπή και με την παρουσία του δόγη και των μελών της Συγκλήτου στον Ναό της Santa Maria Della Salute (Παναγία της Υγείας) στο Μεγάλο Κανάλι της Βενετίας, όπου βρίσκεται μέχρι και σήμερα.

Ο Κιοπρουλής έδωσε αυστηρές διαταγές για την πιστή εφαρμογή των όρων της συνθήκης και τιμώρησε παραδειγματικά όσους γενίτσαρους θέλησαν να παραβούν τις διαταγές του. Μέσα σε δώδεκα ημέρες η ερειπωμένη και έρημη πόλη παραδόθηκε στους Τούρκους. Φεύγοντας οι Βενετοί, έπειτα από 465 χρόνια βενετικής κατοχής, κατέβασαν το λάβαρο του Αγίου Μάρκου, που είχαν στήσει το 1648 στο υψηλότερο σημείο του φρουρίου, στον προμαχώνα Μαρτινέγκο, ως σύμβολο της απόρθητης πόλης. Το ισχυρότερο φρούριο της Ανατολικής Μεσογείου άντεξε στην πιο παρατεταμένη πολιορκία που αναφέρει η παγκόσμια ιστορία για να παραδοθεί ύστερα από είκοσι ένα χρόνια, άδειο και με τεράστιες φθορές. Η βενετοκρατία στην Κρήτη έχει πλέον τελειώσει. Και ο Μαρίνος Μπουνιαλής με συντριβή αναφέρει:

Κλάψε, ουρανέ μου, σήμερο, για λόγου μου θρηνήσου,

κ’ η Κρήτης η ’κατόμπολη, για όνομά μου σείσου,

να πέσου τα καμπαναριά, τους Τούρκους να πλακώσου,

στον κόσμο για να γροικηθεί τ’ άδικο το δικό μου,

να κλάψουσιν οι χριστιανοί όλοι τον επαρμό μου

το πώς μ’ εδώκαν των Τουρκών κι έμεινα σκλαβωμένη

η Κρήτης η περίφημη η παντοδοξασμένη ».

  Ο απολογισμός της πολιορκίας του Χάνδακα υπήρξε φοβερός. Σύμφωνα με τουρκική πηγή από την αρχή της πολιορκίας ως την άλωση του Χάνδακα σκοτώθηκαν 137.116 Τούρκοι. Ανάλογες απώλειες είχε και το χριστιανικό στρατόπεδο των αμυνομένων. Το βαρύτερο όμως πλήγμα σε ανθρώπινες ζωές και υλικές καταστροφές υπέστη ο ελληνικός πληθυσμός της Κρήτης. Άμεσο φυσικό επακόλουθο της κατάληψης της Κρήτης από τους Τούρκους ήταν η δημογραφική αιμορραγία. Μεγάλες ομάδες Κρητικών προσφύγων ζήτησαν άσυλο στις άλλες βενετοκρατούμενες περιοχές, κυρίως στα Επτάνησα, αλλά και στην ίδια τη Βενετία.

Η ελπιδοφόρα ανθοφορία της κρητικής αναγέννησης θα διακοπεί απότομα και οριστικά. Η μόνη σωτηρία της είναι να εκπατρισθεί και να μεταλαμπαδευθεί. Τα μοναδικά επιτεύγματά της με κορυφαίους εκπροσώπους της, τον Γεώργιο Χορτάτζη, τον Βιτσέντζο Κορνάρο και τον Δομήνικο Θεοτοκόπουλο, στην ποίηση, στο θέατρο και στην αγιογραφία, θα λαμπρύνουν για πάντα την ιστορία αυτού του τόπου. Η Κρήτη, που αποτελούσε τη μοναδική εστία φωτός και ελπίδας του τουρκοκρατούμενου ελληνισμού, υποτάχτηκε στην κοινή μοίρα του Έθνους.

                    Απόσπασμα από το βιβλίο μου

  "ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΒΕΝΕΤΟΚΡΑΤΟΥΜΕΝΗΣ ΚΡΗΤΗΣ 

                                   (1204-1669)"