26/2/22

Ο Ιερός Αυγουστίνος και η πλατωνική φιλοσοφία

 

Ο ΙΕΡΟΣ ΑΥΓΟΥΣΤΙΝΟΣ ΚΑΙ Η ΠΛΑΤΩΝΙΚΗ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ  

       Ο Ιερός Αυγουστίνος (354-430μ.Χ.), εκπρόσωπος της πατερικής φιλοσοφίας της Δύσης και ένας από τους σημαντικότερους διανοητές της ιστορίας του πνεύματος, με δύο κορυφαία έργα του, το Confessiones (Εξομολογήσεις) και το De civitate Dei (Περί Πολιτείας του Θεού), επέδρασε καταλυτικά στη μεσαιωνική διανόηση. Μετά την πνευματική και φιλοσοφική περιπλάνησή του στον μανιχαϊσμό, στον σκεπτικισμό και στον νεοπλατωνισμό, βαπτίζεται χριστιανός από τον επίσκοπο Μεδιολάνου Αμβρόσιο και αφιερώνεται στην υπεράσπιση της χριστιανικής πίστης. Ακούγοντας τον επίσκοπο Αμβρόσιο να κηρύττει έναν πλατωνίζοντα Χριστιανισμό και μελετώντας και ο ίδιος τον Κικέρωνα και τους πλατωνιστές, σχημάτισε τη γνώμη ότι ο νεοπλατωνισμός δεν βρισκόταν σε διάσταση με τον χριστιανισμό, δεδομένου ότι και οι δύο έδιναν έμφαση στην ψυχή και στον νοητό κόσμο. Μελετώντας, λοιπόν, τους πλατωνιστές διέκρινε την ύπαρξη δύο κόσμων: του νοητού κόσμου, που είναι ο μόνος πραγματικός και του αισθητού, ο οποίος είναι σκιά και αντανάκλαση του νοητού και γίνεται αντιληπτός από τις αισθήσεις μας. Γοητευμένος από το στοιχείο αυτό, συσχέτισε τη φιλοσοφική διάκριση νοητού – αισθητού κόσμου με τη βιβλική διάκριση πνευματικού και υλικού κόσμου. Μελετώντας τον Πλάτωνα εντόπισε αρκετά κοινά στοιχεία πλατωνικής φιλοσοφίας και χριστιανικής διδασκαλίας, γεγονός που τον οδήγησε στο συμπέρασμα ότι ίσως ο Πλάτων λόγω της αστείρευτης φιλομάθειάς του είχε γνωρίσει τα βιβλία της Παλαιάς Διαθήκης με τη βοήθεια διερμηνέα και να είχε επηρεαστεί από αυτά.

Υπό την επίδραση του Πλατωνισμού, καταλήγει στην ύπαρξη τριών ειδών γνώσης: Στο πρώτο είδος γνώσης η γνώση βασίζεται στα αισθητήρια όργανα με αποτέλεσμα η πιθανότητα λάθους να είναι πολύ μεγάλη λόγω της μεταβλητότητας του κόσμου και των αισθήσεών μας. Στο δεύτερο είδος η γνώση στηρίζεται στη νόηση των αιωνίων και αμεταβλήτων αληθειών χωρίς τη μεσολάβηση των αισθήσεων αποκτώντας κατ’ αυτόν τον τρόπο σοφία. Στην περίπτωση αυτή η γνώση είναι βέβαιη. Υπάρχει και τρίτο είδος γνώσης, που προκύπτει από τον συνδυασμό των δύο παραπάνω ειδών. Έτσι ο άνθρωπος μπορεί να γενικεύει από τα δεδομένα των αισθήσεών του και να εφαρμόζει τη σοφία του σε πρακτικό επίπεδο. Και στην περίπτωση αυτή υπάρχει πιθανότητα λάθους.

Κατά τον Αυγουστίνο, ο άνθρωπος είναι μία σύνθετη υπόσταση, η οποία σύγκειται από το σώμα και την ψυχή. Η ψυχή διαφέρει από το σώμα, καθόσον, σε αντίθεση προς το τελευταίο, είναι άυλη, νο­ερή και αθάνατη. Απορρίπτοντας την περί προϋπάρξεως της ψυχής δοξασία, υποστήριξε ότι η ύπαρξη των ψυχών συντελέστηκε κατά τον χρόνο της γέννησης των σωμάτων. Στο σημείο αυτό έγκειται η διαφορά μεταξύ Πλάτωνα και Αυγουστίνου. Σύμφωνα με τη θεωρία περί αναμνήσεως του Πλάτωνα, η ψυχή ως αυθύπαρκτη, αμετάβλητη και αιώνια γνώρισε τον ιδανικό κόσμο των ιδεών πριν ενσωματωθεί. Με την ενσωμάτωσή της και την είσοδό της στον αισθητό κόσμο λησμόνησε τις ιδέες και την πραγματική γνώση. Δεχόμενη, όμως, τα ερεθίσματα των αισθήσεων, αρχίζει να θυμάται σταδιακά, όσα γνώρισε στον κόσμο των ιδεών. Επομένως, η γνώση είναι ανάμνηση. Μία γνώση που συντελείται μέσω αναπαράστασης.

Αντίθετα, για τον Αυγουστίνο οι ιδέες δεν είναι αυθύπαρκτες και ανεξάρτητες. Πρόκειται για θεϊκές ιδέες που εμπεριέχονται στο νου του Θεού. Ο Αυγουστίνος στο βιβλίο του με τίτλο Περί Ιδεών (De Ideis) αναφέρει: «Οι λόγοι για όλα όσα δημιουργήθηκαν και όλα όσα θα δημιουργηθούν εμπεριέχονται στο θείο νου. Τίποτε άλλο εκτός από αυτό που είναι αιώνιο και αναλλοίωτο δεν μπορεί να βρίσκεται στον θείο νου. Ο Πλάτων, αυτούς τους κύριους λόγους ύπαρξης, τους ονομάζει ιδέες. Δεν είναι μόνο ιδέες˙ είναι επίσης αληθείς, διότι είναι αιώνιες και αναλλοίωτες». Για τον Αυγουστίνο βέβαιη γνώση είναι η άμεση γνώση και όχι η γνώση μέσω αναπαράστασης. Προτείνει, λοιπόν, τη θεωρία της φωτίσεως ή ἐλλάμψεως, σύμφωνα με την οποία ο Θεός φωτίζει τον ανθρώπινο νου με το αμετάβλητο και αιώνιο φως της σοφίας Του. Σε αυτή την πράξη φώτισης και τα δύο μέρη έχουν απόλυτη ελευθερία: «Ο Θεός είναι απόλυτα ελεύθερος, διότι επιλέγει Αυτός τους ανθρώπους που θα φωτίσει, αλλά και ο άνθρωπος είναι απόλυτα ελεύθερος, διότι μόνο αυτός που επιθυμεί πολύ να φωτιστεί θα φωτιστεί». Η ανθρώπινη ψυχή μπορεί να ανακαλύψει τις ιδέες των πραγμάτων, διότι αυτές ανακλώνται και φωτίζουν τον ανθρώπινο νου. Η θεωρία της ελλάμψεως είναι ουσιαστικά η αυγουστίνεια εκδοχή της πλατωνικής θεωρίας της ανάμνησης ή της μεταγενέστερης καρτεσιανής θεωρίας των εμφύτων ιδεών. Υπάρχουν δύο ερμηνευτικές προσεγγίσεις: Η γενική θεωρία, που υποστηρίζει ότι η έλλαμψη απαιτείται για κάθε ανθρώπινη γνώση και η ειδική θεωρία, κατά την οποία η έλλαμψη απαιτείται για συγκεκριμένα είδη ανθρώπινης γνώσης, που δεν αποκτώνται διαφορετικά. Αυτή η γνώση προϋποθέτει ιδανικές έννοιες, οριακές. Οι έννοιες αυτές απαντούν στα Μαθηματικά και στη Γεωμετρία, καθώς και στις αξίες, όπως της τέλειας δικαιοσύνης, του ιδανικού κάλλους κ.ά.

Ακόμη, μία πλατωνική αντίληψη που υιοθέτησε ο Ιερός Αυγουστίνος είναι η ιδέα της τάξης. Όπως και οι πλατωνικοί πρόδρομοί του, θεάται τον κόσμο ως ιεραρχικά ταξινομημένο. Όλα τα όντα της Δημιουργίας φέρουν τα ίχνη της ύπαρξης του Θεού και οδηγούν τον άνθρωπο που τα ερευνά στον Θεό και Δημιουργό. Ο Θεός, ο οποίος αποτελεί την ακρότατη ουσία (summa essentia), την υπέρτατη αρχή και την αιτία των πάντων, δημιούργησε τον κόσμο όχι από ανάγκη, αλλά από καλοσύνη και εκ του μηδενός. Τα όντα, από τα οποία συγκροτείται ο κόσμος, ταξινομήθηκαν από το Θεό σε πέντε βαθμίδες. Στην κατώτατη βαθμίδα κατατάχθηκαν τα άψυχα όντα, στην αμέσως παραπάνω τοποθετήθηκαν τα φυτά, στην τρίτη βαθμίδα τέθηκαν τα άλογα ζώα, στην τέταρτη βαθμίδα ταξινομήθηκαν οι άνθρωποι και στην πέμπτη, την ανώτατη βαθμίδα εντάχθηκαν οι άγγελοι. Η δημιουργία του κόσμου δεν βασίστηκε σε μια πρώτη ύλη που προϋπήρχε του Θεού, αλλά από την ίδια την πράξη του Θεού προέκυψαν η ύλη και η μορφή του κόσμου αυτού. Όλα τα υλικά πράγματα του κόσμου είναι σε μια σπερματική μορφή δυνατοτήτων, πριν αποκτήσουν την τελική μορφή τους, που αντιλαμβάνονται οι άνθρωποι και η οποία προσδιορίζεται από εξωτερικούς παράγοντες. Οι πρωταρχικές ιδέες όλων των πραγμάτων είναι οι ονομαζόμενοι σπερματικοί λόγοι (rationes seminales). Διαφωνεί, λοιπόν, με τον Πλωτίνο, ο οποίος υποστήριζε ότι ο δημιουργός της τάξης δεν είναι η υπέρτατη αρχή, αλλά η ψυχή του κόσμου, έτσι ώστε οργανωτής κα τάξη να ταυτίζονται. Ο Ιερός Αυγουστίνος θεωρεί ότι ο Θεός είναι υπεράνω των όντων και της τάξης τους.