|
Ονομασία |
Μόνα Λίζα |
|
Δημιουργός |
Λεονάρντο Ντα Βίντσι |
|
Έτος δημιουργίας |
1503-1519 |
|
Είδος |
Ελαιογραφία σε ξύλο λεύκης |
|
Ύψος |
77 εκατοστά |
|
Πλάτος |
53 εκατοστά |
|
Πόλη |
Παρίσι |
|
Μουσείο |
Λούβρο |
Η Μόνα Λίζα (γνωστή και ως Τζιοκόντα, ή Πορτραίτο της Λίζα Γκεραρντίνι, συζύγου του Φρανσέσκο ντελ Τζιοκόντο) είναι προσωπογραφία που ζωγράφισε ο Ιταλός καλλιτέχνης Λεονάρντo ντα Βίντσι. Πρόκειται για ελαιογραφία σε ξύλο λεύκης, που ολοκληρώθηκε στη χρονική περίοδο 1503-1519. Αποτελεί ιδιοκτησία του Γαλλικού Κράτους, και εκτίθεται στο Μουσείο του Λούβρου στο Παρίσι. Ο πίνακας, διαστάσεων 77 εκ. × 53 εκ., απεικονίζει μία καθιστή γυναίκα, τη Λίζα ντελ Τζοκόντο, η έκφραση του προσώπου της οποίας χαρακτηρίζεται συχνά ως αινιγματική. Η Μόνα Λίζα θεωρείται το πιο διάσημο έργο της ζωγραφικής.
Η κλοπή του πίνακα
Η φήμη του πίνακα αυξήθηκε όταν η Μόνα Λίζα κλάπηκε στις 21 Αυγούστου του 1911. Την επόμενη μέρα, ο Λουί Μπερού (Louis Béroud), ένας ζωγράφος, περπατώντας στο Λούβρο, πήγε στο Salon Carré όπου εκτίθονταν η Μόνα Λίζα επί πέντε χρόνια. Ωστόσο, στο σημείο όπου έπρεπε να βρίσκεται ο πίνακας, υπήρχαν τέσσερις σιδερένιοι πάσσαλοι. Ο Μπερού ενημέρωσε τον υπεύθυνο της ασφάλειας, ο οποίος νόμιζε πως ο πίνακας φωτογραφιζόταν για εμπορικούς λόγους. Λίγες ώρες αργότερα, επικοινώνησαν με τον επικεφαλής του τομέα, και επιβεβαιώθηκε ότι η Μόνα Λίζα δεν βρισκόταν με τους φωτογράφους. Το Λούβρο έκλεισε για μια εβδομάδα για να διευκολυνθεί η έρευνα για την κλοπή.
Ο Γάλλος ποιητής Γκιγιώμ Απολλιναίρ, θεωρήθηκε ύποπτος, συνελήφθη και φυλακίστηκε. Ο Απολλιναίρ προσπάθησε να εμπλέξει στην υπόθεση τον φίλο του, Πάμπλο Πικάσο, ο οποίος επίσης ανακρίθηκε, αλλά αργότερα και οι δύο απαλλάχθηκαν των κατηγοριών. Εκείνη τη χρονική περίοδο επικράτησε η εντύπωση πως ο πίνακας είχε χαθεί οριστικά, ωστόσο δύο χρόνια αργότερα ανακαλύφθηκε ο πραγματικός δράστης. Η Μόνα Λίζα είχε κλαπεί από τον Βιντσέντσο Περούτζια (Vincenzo Peruggia), υπάλληλο του Λούβρου, ο οποίος μπήκε στο μουσείο κάποια στιγμή κατά τη διάρκεια της ημέρας, κρύφτηκε σε μία ντουλάπα και βγήκε από το μουσείο, αφού αυτό είχε κλείσει, κρύβοντας τον πίνακα κάτω από το παλτό του. Ο Περούτζια ήταν ένας Ιταλός πατριώτης που πίστευε πως ο πίνακας του Λεονάρντο έπρεπε να επιστραφεί στην Ιταλία και να εκτίθεται σε ιταλικό μουσείο. Ένα από τα κίνητρα του Περούτζια πιθανόν να ήταν και το γεγονός ότι ένας φίλος του πουλούσε αντίγραφα του πίνακα, η αξία των οποίων θα αυξανόταν ραγδαία μετά την κλοπή του αυθεντικού. Αφού κράτησε τον πίνακα στο διαμέρισμά του για δύο χρόνια, τελικά συνελήφθη όταν προσπάθησε να τον πουλήσει στους διοικητές της πινακοθήκης Ουφίτσι στη Φλωρεντία. Ο πίνακας εκτέθηκε σε διάφορα μέρη σε όλη την Ιταλία και επεστράφη στο Μουσείο του Λούβρου το 1913. Ο Περούτζια επικροτήθηκε στην Ιταλία για τον πατριωτισμό του και εξέτισε ποινή φυλάκισης έξι μηνών για το έγκλημα που διέπραξε.
Το αντίγραφο του πίνακα στο Μουσείο ντελ Πράδο
Το 2012 ανακοινώθηκε πως στο Μουσείο ντελ Πράδο υπάρχει πίνακας που είναι αντίγραφο της Μόνα Λίζα και δημιουργήθηκε την ίδια χρονική περίοδο με τον αυθεντικό πίνακα. Ο πίνακας παλαιότερα εθεωρείτο ως ένα από τα πολλά μεταγενέστερα αντίγραφα του αρχικού έργου, ωστόσο μετά από επεξεργασία προέκυψε πως πιθανότατα δημιουργήθηκε παράλληλα με τον πρωτότυπο. Ο δημιουργός του αντιγράφου δεν ήταν ο Λεονάρντο, αλλά πιθανότατα κάποιος μαθητής του, ίσως ο Φραντσέσκο Μέλτσι, που εργαζόταν στο ίδιο εργαστήριο με τον Ντα Βίντσι και ζωγράφισε το έργο την ίδια περίοδο που ο Ντα Βίντσι ζωγράφισε την Τζιοκόντα. Ο πίνακας απεικονίζει τη Μόνα Λίζα αρκετά νεότερη σε σχέση με την πρωτότυπη απεικόνισή της. Επίσης η εικονιζόμενη δεν παρουσιάζεται εξιδανικευμένη στο αντίγραφο, το οποίο για αυτό το λόγο ίσως αποτελεί μια πιο ακριβή περιγραφή της συγκεκριμένης γυναίκας. Χαρακτηριστικό του δεύτερου πίνακα είναι πως ο δημιουργός του έχει σχεδιάσει και φρύδια στην εικονιζόμενη, κάτι που λείπει πλήρως από τον αρχικό πίνακα.
Λίγα λόγια για τον δημιουργό
Ο Λεονάρντο ντα Βίντσι (14/15 Απριλίου 1452 – 2 Mαΐου 1519) ήταν Ιταλός πολυμαθής της Ύστερης Αναγέννησης, ο οποίος θεωρείται κατά κοινή ομολογία ένας από τους σπουδαιότερους ζωγράφους όλων των εποχών παρά το περιορισμένο πλήθος των σωζόμενων έργων του. Η Μόνα Λίζα είναι το διασημότερο ζωγραφικό έργο του Λεονάρντο και το πιο διάσημο πορτραίτο στην ιστορία, ενώ ο Μυστικός Δείπνος του είναι ο πλέον ανατυπωμένος θρησκευτικός πίνακας· το σχέδιό του που έγινε γνωστό ως Ο Βιτρουβιανός Άνθρωπος (1487) συνιστά διάσημο πολιτιστικό σύμβολο.
Ο ντα Βίντσι είναι επίσης γνωστός για τα σημειωματάριά του, στα οποία καταχωρούσε σχέδια και σημειώσεις επιστημονικού περιεχομένου· σε αυτά περιλαμβάνεται πληθώρα θεμάτων, συμπεριλαμβανομένης της ανατομίας, της χαρτογραφίας, της ζωγραφικής και της παλαιοντολογίας. Η συνεισφορά του Λεονάρντο στην εξέλιξη των τεχνών είναι συγκρίσιμη μόνο με εκείνη του Μιχαήλ Άγγελου.
Παρότι δεν είχε επίσημη ακαδημαϊκή εκπαίδευση, πολλοί ιστορικοί και μελετητές θεωρούν τον Λεονάρντο ως το πλέον αντιπροσωπευτικό δείγμα του «Αναγεννησιακού Ανθρώπου» και έναν αληθινό «Homo Universalis», ένα άτομο «άσβεστης περιέργειας» και «πυρετώδους εφευρετικής φαντασίας». Θεωρείται ως ένας από τους πιο πολυτάλαντους ανθρώπους που έχουν γεννηθεί. Σύμφωνα με την ιστορικό τέχνης Έλεν Γκάρντνερ, το εύρος και το βάθος των ενδιαφερόντων του ήταν χωρίς προηγούμενο στην καταγεγραμμένη ιστορία, ενώ «το πνεύμα και η προσωπικότητά του μοιάζουν σε μας υπεράνθρωπα, αν και ο ίδιος ήταν μυστηριώδης και απόμακρος». Οι ακαδημαϊκοί ερμηνεύουν την οπτική του για τον κόσμο ως βασισμένη στη λογική, αν και οι εμπειρικές μέθοδοι που χρησιμοποίησε ήταν ανορθόδοξες την εποχή του.
Εκθειάστηκε συχνά για την τεχνολογική του επινοητικότητα. Ο ντα Βίντσι συνέλαβε την ιδέα των πτητικών μηχανών, σχεδίασε ένα είδος τεθωρακισμένου άρματος, πέτυχε να συγκεντρώσει την ηλιακή ισχύ και εφηύρε το κύτος πλοίου με διπλά τοιχώματα. Σχετικά λίγες από τις εφευρέσεις του υλοποιήθηκαν, ενώ ελάχιστες θεωρήθηκαν πραγματοποιήσιμες από τους σύγχρονούς του, καθώς επιστημονικοί τομείς όπως η μεταλλουργία και η μηχανική ήταν στη νηπιακή τους ηλικία κατά τη διάρκεια της Αναγέννησης. Ωστόσο, μερικές από τις πιο μικρές εφευρέσεις του όπως ένα είδος ροδανίου και μια μηχανή για τον έλεγχο της εφελκυστικής αντοχής ενός σύρματος έγιναν εξαιρετικά διαδεδομένες χωρίς να του δοθούν ιδιαίτερα εύσημα. Ακόμα, στον ντα Βίντσι αποδίδεται συχνά η εφεύρεση του αλεξίπτωτου και του ελικοπτέρου. Έκανε θεμελιώδεις ανακαλύψεις στην ανατομία, την πολιτική μηχανική, τη γεωλογία, την οπτική και την υδροδυναμική αλλά δεν εξέδωσε επισήμως τα ευρήματά του που, ως εκ τούτου, επηρέασαν ελάχιστα έως καθόλου την εξέλιξη των αντίστοιχων επιστημών.