7/4/22

Αντριάνα Λεκουβρέρ Φραντσέσκο Τσιλέα

Αντριάνα Λεκουβρέρ   Φραντσέσκο Τσιλέα


Adrienne Lecouvreur

Παγκόσμια πρώτη παρουσίαση: Μιλάνο, Λυρικό Θέατρο, 6 Νοεμβρίου 1902. Πρώτη παρουσίαση από ΕΛΣ: Εθνικό Θέατρο, Αθήνα, 4 Μαΐου 1943

Φραντσέσκο Τσιλέα (Francesco Cilea): Όταν ο Τσιλέα συνθέτει τις όπερές του (1889-1909), η Ιταλία δεν έχει καμιά σχέση με την Ιταλία της εποχής του «Ναμπούκο». Ούτε σύμβολα ούτε συμβολικοί ήρωες ούτε εθνικά αιτήματα συνεγείρουν τους ακροατές. Η Ιταλία της εποχής του Τσιλέα, ενοποιημένη πια, προσπαθεί να εκσυγχρονίσει τις παραδοσιακές δομές της, να περιορίσει τις τοπικές ιδιαιτερότητες, να επεκτείνει το δικαίωμα ψήφου, να καταπολεμήσει την μιζέρια των αγροτικών πληθυσμών, να αντιμετωπίσει πολιτικές, οικονομικές και κοινωνικές δυσκολίες, που λίγο αργότερα, το 1922, θα ευνοήσουν την άνοδο του Μουσολίνι στην εξουσία.

Αυτή η νέα εποχή αναζητάει ήρωες πιο καθημερινούς και ο βερισμός θα ανταποκριθεί στα αιτήματα των καιρών, αναδεικνύοντας ως ήρωές του ποιητές, ηθοποιούς ή ανθρώπους της υπαίθρου. Ο συνθέτης που κυριαρχεί τώρα είναι, φυσικά, ο Πουτσίνι, ενώ πιο αδρά φωτίζονται τα πρόσωπα ενός Μασκάνι, ενός Λεοκαβάλλο, ενός Τζιορνάνο, ενός Σπυρίδωνος Σαμαρά και ενός Τσιλέα. Είναι περιττό να τονίσουμε ότι ο βερισμός εισήγαγε ένα καινούργιο φωνητικό στυλ, καθιέρωσε ένα νέο τύπο Ιταλού τραγουδιστή, με αντιπροσωπευτικό εκπρόσωπο τον τενόρο Ενρίκο Καρούζο και έθεσε οριστικό τέλος στην παράδοση του μπελκάντο. Στον Τσιλέα οφείλουμε κυρίως μια καθαρή και διάφανη γραφή, μια δραματική αμεσότητα και μια αξιοποίηση  όλης της εκφραστικής γκάμας της ανθρώπινης φωνής, γεγονός που φαίνεται θαυμάσια στην όπερα «Αντριάνα Λεκουβρέρ» και ιδιαίτερα στον ομώνυμο ρόλο. Δεν είναι άλλωστε τυχαίο ότι οι μεγαλύτερες ερμηνεύτριες του αιώνα μας ήθελαν να είχαν στο ρεπερτόριό τους το έργο αυτό.

Adrienne Lecouvreur: ένα υπαρκτό πρόσωπο, μια ηθοποιός της Κομεντί-Φρανσέζ του Παρισιού των αρχών του 18ου αιώνα. Η Αντριάνα Λεκουβρέρ ήταν πραγματικό πρόσωπο που έζησε στο Παρίσι στις αρχές του 18ου αιώνα και στην σύντομη ζωή της αποτέλεσε μια “celebrity” της εποχής της. Στις θεατρικές παραστάσεις που πρωταγωνιστούσε συνέπαιρνε το κοινό σε κάθε εμφάνιση της με την φυσικότητα και την ειλικρίνεια που διέκριναν τις ερμηνείες της, σε μια εποχή που στα Παριζιάνικα θέατρα επικρατούσαν πιο συντηρητικές πρωταγωνίστριες και ρόλοι.

 Παράλληλα, η προσωπική της ζωή πυροδοτούσε συνεχώς το ενδιαφέρον του κοινού με μόνιμα ερωτικά και επαγγελματικά σκάνδαλα, με αποκορύφωμα την ερωτική της σχέση με τον ήρωα πολέμου και θρυλικό καρδιοκατακτητή Μωρίς ντε Σαξ. Μια από τις πιο συζητημένες αντιζηλίες εκείνης της εποχής ήταν η διεκδίκηση του όμορφου στρατιώτη από την Αντριάνα και την πριγκίπισσα ντι Μπουγιόν, η οποία κατέληξε με ένα πραγματικά θεατρικό τέλος για την Αντριάνα, την δηλητηρίασή της από την αντίζηλό της με ένα μπουκέτο βιολέτες.

ΠΡΑΞΗ Ι

Παρίσι, 1730. Στα παρασκήνια της Κομεντί Φρανσέζ, ο σκηνοθέτης Μισονέ και ο θίασος προετοιμάζονται για την παράστασή τους. Εμφανίζονται μαζί η Αντριάνα Λεκουβρέρ και η αντίζηλός της η δεσποινίς Ντυκλό. Μπαίνουν ο πρίγκιπας ντι Μπουγιόν και ο συνοδός του Αββάς ντι Σαζέιγ και ζητούν την Ντυκλό, που είναι η ερωμένη του πρίγκιπα. Συναντούν την Αντριάνα και της κάνουν κομπλιμέντα, μα τους απαντά ότι δεν είναι παρά ταπεινή υπηρέτης του δημιουργικού πνεύματος (“Io son l’umile ancella”). Ο πρίγκιπας μαθαίνει ότι η Ντυκλό γράφει ένα γράμμα και φροντίζει να καταλήξει στα χέρια του. Όταν ο Μισονέ μένει μόνος με την Αντριάνα, της εξομολογείται τον έρωτα που νιώθει γι’ αυτήν. Του απαντά ότι αγαπάει κάποιον Μαουρίτσιο, που πιστεύει ότι είναι αξιωματικός στην υπηρεσία του κόμη της Σαξωνίας. Μπαίνει ο Μαουρίτσιο, δηλώνει τον έρωτά του για την Αντριάνα (“La dolcissima effigie”) και κανονίζουν να συναντηθούν μετά την παράσταση. Η Αντριάνα του χαρίζει ένα μπουκέτο βιολέτες, δείγμα της αγάπης της. Στη διάρκεια της παράστασης, ο πρίγκιπας παίρνει στα χέρια του το γράμμα της Ντυκλό, στο οποίο ζητάει μια συνάντηση με τον Μαουρίτσιο, που στην πραγματικότητα είναι ο ίδιος ο κόμης της Σαξωνίας.  συναντήσει αργότερα, στην βίλα που ο πρίγκηπας της είχε παραχωρήσει. Με την απόφαση να εκθέσει την άπιστη ερωμένη, ο πρίγκιπας διοργανώνει χορό στη βίλα το ίδιο βράδυ. Χωρίς να το γνωρίζει, η Ντυκλό είχε στείλει το γράμμα για λογαριασμό της πριγκίπισσας ντι Μπουγιόν, που διατηρούσε κρυφή σχέση με τον Μαουρίτσιο. Αυτός, παίρνοντας το γράμμα, αποφασίζει να πάει στη συνάντηση με την πριγκίπισσα, που τον είχε βοηθήσει με τις πολιτικές του επιδιώξεις. Στέλνει ένα σημείωμα στην Αντριάνα για να ακυρώσει το ραντεβού τους. Η Αντριάνα αναστατώνεται, μα όταν ο κόμης την καλεί στον χορό και μαθαίνει την παρουσία του πρίγκιπα της Σαξωνίας, δέχεται με την ελπίδα να βοηθήσει την καριέρα του εραστή της.

ΠΡΑΞΗ ΙΙ

Η πριγκίπισσα περιμένει με αγωνία τον Μαουρίτσιο στη βίλα (“Acerba voluttà”). Όταν αυτός φθάνει, προσέχει αμέσως τις βιολέτες και υποπτεύεται την απειλή μιας άλλης. Αυτός όμως, τις προσφέρει σαν δώρο. Αν και νιώθει ευγνωμοσύνη για τη βοήθεια που του πρόσφερε, απρόθυμα παραδέχεται ότι ο έρωτάς του έχει σβήσει (“L’anima ho stanca”). Η πριγκίπισσα τρέχει να κρυφτεί όταν εμφανίζονται ξαφνικά ο σύζυγος με τη συνοδεία του Αββά, που συγχαίρουν τον Μαουρίτσιο για τη νέα του κατάκτηση, που νομίζουν ότι είναι η Ντυκλό. Εμφανίζεται η Αντριάνα. Μένει εμβρόντητη όταν ανακαλύπτει ότι κόμης της Σαξωνίας και Μαουρίτσιο είναι το ίδιο πρόσωπο, μα του συγχωρεί την κατεργαριά. Όταν ο Μισονέ μπαίνει ψάχνοντας τη Ντυκλό, η Αντριάνα υποψιάζεται ότι ο Μαουρίτσιο είχε μυστικό ραντεβού μαζί της. Την διαβεβαιώνει ότι η γυναίκα που κρύβεται πίσω απ’ την πόρτα δεν είναι η Ντυκλό. Το ραντεβού του μαζί της, λέει, ήταν καθαρά πολιτικής φύσης και πρέπει να την φυγαδεύσουν. Η Αντριάνα τον εμπιστεύεται και συμφωνούν. Στη σύγχυση που ακολουθεί, ούτε η Αντριάνα αλλά ούτε και η πριγκίπισσα αναγνωρίζει την άλλη, μα με τα λίγα λόγια που ειπώθηκαν, και οι δυο καταλαβαίνουν τον έρωτα για τον Μαουρίτσιο. Η Αντριάνα είναι αποφασισμένη ν’ ανακαλύψει την ταυτότητα της αντίζηλου, μα η πριγκίπισσα διαφεύγει, χάνοντας ένα βραχιόλι που ο Μισονέ βρίσκει και παραδίδει στην Αντριάνα.

ΠΡΑΞΗ ΙΙΙ

Καθώς προετοιμάζεται για έναν χορό στο ανάκτορό της, η πριγκίπισσα αναρωτιέται ποια είναι η αντίζηλός της. Οι καλεσμένοι καταφθάνουν και μαζί τους ο Μισονέ με την Αντριάνα. Η πριγκίπισσα αναγνωρίζει τη φωνή της Αντριάνας, της γυναίκας που την βοήθησε να δραπετεύσει. Οι υποψίες της επιβεβαιώνονται όταν την πληροφορεί ότι ο Μαουρίτσιο πληγώθηκε σε μια μονομαχία και η Αντριάνα σχεδόν λιποθυμά. Συνέρχεται όμως γρήγορα, όταν ο Μαουρίτσιο μπαίνει στην αίθουσα σώος και αβλαβής και διασκεδάζει τους παρευρισκόμενους με τους πολεμικούς άθλους του (“Il russo Mencikoff”). Στη διάρκεια του χορού, η πριγκίπισσα και η Αντριάνα διαπιστώνουν ότι είναι αντίζηλες. Η πριγκίπισσα αναφέρει τις βιολέτες κι η Αντριάνα με τη σειρά της ανασύρει το βραχιόλι που ο πρίγκιπας αναγνωρίζει ότι ανήκει στη γυναίκα του. Για να αλλάξει κουβέντα, η πριγκίπισσα προτείνει στην Αντριάνα να απαγγείλει έναν μονόλογο. Η Αντριάνα επιλέγει μια στροφή απ’ τη Φαίδρα του Ρασίν, όπου η ηρωίδα καταγγέλλει τις αμαρτωλές γυναίκες και τις μοιχαλίδες, στοχεύοντας με την απαγγελία της κατευθείαν στην πριγκίπισσα. Η πριγκίπισσα αποφασίζει να εκδικηθεί.

 ΠΡΑΞΗ IV

Η Αντριάνα έχει αποσυρθεί απ’ το θέατρο, συντετριμμένη απ’ τον χωρισμό με τον Μαουρίτσιο. Τα μέλη του θιάσου την επισκέπτονται στα γενέθλιά της με δώρα, προσπαθώντας να την μεταπείσουν να επιστρέψει. Η Αντριάνα συγκινείται ιδιαίτερα απ’ το δώρο του Μισονέ: ένα χρυσαφικό που κάποτε είχε αφήσει ενέχυρο για να μπορέσει να βγάλει τον Μαουρίτσιο απ’ τη φυλακή. Καταφθάνει ένα βελούδινο κουτί που γράφει «από τον Μαουρίτσιο». Όταν το ανοίγει, βρίσκει ένα μπουκέτο μαραμένες βιολέτες που κάποτε του είχε δώσει και καταλαβαίνει το σημάδι ότι ο έρωτας τους έχει τελειώσει (“Poveri fiori”). Φιλάει τα λουλούδια και τα πετάει στο τζάκι. Λίγα λεπτά αργότερα, έρχεται ο Μαουρίτσιο μαζί με τον Μισονέ. Θέλει να τον συγχωρήσει και της ζητάει να τον παντρευτεί.  Γεμάτη χαρά δέχεται, μα αμέσως χάνει το χρώμα της. Ο Μισονέ κι ο Μαουρίτσιο αντιλαμβάνονται ότι τα λουλούδια είχαν σταλεί δηλητηριασμένα απ’ την πριγκίπισσα. Και ενώ αποκαλύπτεται η αλήθεια, η Αντριάνα πεθαίνει στην αγκαλιά του αγαπημένου της Μαουρίτσιο (“Ecco la luce”). 

Είχα την τύχη να παρακολουθήσω την όπερα του Τσιλέα «Αντριάνα Λεκουβρέρ» τον Ιανουάριο του 1998 στην Εθνική Λυρική Σκηνή. Μία όπερα που δεν παρουσιάζεται πολύ συχνά στην Ελλάδα. Πρόκειται για ένα βωντβίλ, δηλαδή φαρσοκωμωδία ηθών με ανατροπές και παρεξηγήσεις, φαινομενικά αστεία και ελαφριά, που δίνει τη δυνατότητα να αφαιρεθεί η μάσκα του κομφορμισμού, των χρηστών ηθών και των φιλοδοξιών της αστικής τάξης για να αποκαλυφθούν οι αδυναμίες, οι μικρότητες και τα αδιέξοδά της. Ταυτόχρονα, όμως, είναι και βαθύτατα συγκινητική. Στο ρόλο της Αντριάνας Λεκουβρέρ η διεθνούς φήμης σοπράνο Μαρίνα Κρίλοβιτς, στο ρόλο της πριγκίπισσας ντι Μπουγιόν η Λυδία Αγγελοπούλου και στο ρόλο του Μαουρίτσιο ο Δημήτρης Στεφάνου. Ένα εξαιρετικό καστ λυρικών τραγουδιστών και μία καταπληκτική παράσταση που μένει αξέχαστη.