27/2/22

Ο γνωσιολογικός σκεπτικισμός και η αμφισβήτηση του David Hume

 


    

Οι απόψεις και η γνωσιολογική σκέψη του Locke αμφισβητήθηκαν από το Σκώτο φιλόσοφο του 18ου αιώνα David Hume (1711-1776), ο οποίος μαζί με τον Locke και τον επίσκοπο George Berkeley (1685-1753) αποτέλεσαν την τριανδρία των μεγάλων εμπειριστών που θεμελίωσαν την Αγγλοσαξωνική φιλοσοφία του 18ου αιώνα.

    Συγκεκριμένα: O Hume δεν συμμερίζεται τον άκρατο ιδεαλισμό του επισκόπου Berkeley, σύμφωνα με τον οποίο «το είναι ταυτίζεται με το αντιλαμβάνεσθαι». Ο ίδιος υποστηρίζει ότι η ύπαρξη υλικής ουσίας ανεξάρτητης από τη γνώση που αντλεί ο άνθρωπος μέσω των αισθητηρίων οργάνων του δεν μπορεί να αποδειχθεί. Όμως, δεν μπορεί να αποδειχθεί και ότι δεν υπάρχει. Ο Hume, λοιπόν, υιοθετεί μία θέση ενδιάμεση ανάμεσα στο μετριοπαθή ρεαλισμό του Locke και την απόλυτη ιδεοκρατία του Berkeley και εισάγει τον σκεπτικισμό στη φιλοσοφία. Υποστηρίζει πως είναι δυνατό, αλλά αναπόδεικτο, να υπάρχει ένας υλικός κόσμος ανεξάρτητος από τη δυνατότητα των αισθητηρίων μας να τον συλλάβει (όπως, υπέρηχοι, υπεριώδης ακτινοβολία) με τα εμπειρικά μέσα που διαθέτουμε, οδηγούμενος κατ΄ αυτόν τον τρόπο στον αγνωστικισμό. Ο νους αναφέρεται μόνο στο υλικό που έχουν συσσωρεύσει σ΄ αυτόν οι αισθήσεις μας. Επιστημονική γνώση και κατ΄ επέκταση επιστημονική αλήθεια παράγεται μόνο από την επεξεργασία των ιδεών που γεμίζουν το νου. Αντικείμενο της επιστήμης είναι η συστηματική κατάταξη των εμπειρικών ιδεών, σύμφωνα με τις κανονικότητες, οι οποίες αναφαίνονται μέσα τους. Η επιστήμη μας διδάσκει τους σταθερούς τρόπους και τύπους υπό τους οποίους έχει εμφανισθεί στο ανθρώπινο είδος ο κόσμος κατά τη διάρκεια της συλλογικής του εμπειρίας. Η επιστημολογία του Hume αναφέρει την επιστήμη αποκλειστικά στο υποκείμενο και εκεί στηρίζεται και η έννοια της αιτιότητας.

    Ο Hume υποστηρίζει ότι η αρχή της αιτιότητας, πάνω στην οποία στηρίζεται η θεωρούμενη τεκμηριωμένη γνώση είναι αυθαίρετη. Υποθέτουμε ότι σε κάθε αιτιώδη σχέση, μεταξύ αιτίας και του αποτελέσματος υπάρχει ένας αναγκαίος δεσμός, έτσι ώστε γνωρίζοντας την αιτία να μπορούμε με βεβαιότητα να συμπεράνουμε το αποτέλεσμα. Ωστόσο, κατά τον Hume, εκείνο πράγματι που μπορώ να παρατηρήσω σε μία αιτιώδη σχέση, είναι τα δύο γεγονότα της σχέσης αυτής, την αιτία και το αποτέλεσμα και ουδέν άλλο πέραν αυτών. Τον υποτιθέμενο μεταξύ τους αναγκαίο δεσμό, όσο και αν προσπαθήσω, είναι αδύνατον να τον παρατηρήσω. Το θεμέλιο της αιτιακής σχέσης εντοπίζεται στη νοητική συνήθεια (habit of mind) πάνω στην οποία οικοδομείται μία υποκειμενική πίστη ως προς την αιτιώδη σύνδεση αυτών των φαινομένων.

     Κατά τον Hume είναι πιθανολογική η ισχύς όλων των θεωρητικών γενικεύσεων σχετικά με τον κόσμο. Η ικανότητα της ανθρώπινης αντίληψης είναι πεπερασμένη και ακόμα και οι πιο στέρεες παραδοχές και του κοινού και του επιστημονικού νου δεν ξεφεύγουν από αυτόν τον κανόνα, γιατί είναι αδύνατη η αισθητηριακή επαφή με την απειρία των φυσικών πραγμάτων. Είναι θεωρητικά δυνατό στο μέλλον να προκύψουν φυσικές παρατηρήσεις που θα ανατρέψουν ολοκληρωτικά ή θα τροποποιήσουν δραστικά τις επιστημονικές θεωρίες, αλλά δεν είναι πιθανό γιατί η εμπειρία του παρελθόντος μας ωθεί να προσδοκούμε τη σταθερότητα της φύσης και τη συνέχεια ανάμεσα στο παρελθόν και το μέλλον. Ωστόσο, το μέλλον κατά τον Hume βρίσκεται εκτός εμπειρίας. Όταν προβλέπουμε το μέλλον, ενεργούμε σύμφωνα με τις ψυχολογικές προσδοκίες που έχουν δημιουργηθεί μέσα μας από την εμπειρία του παρελθόντος με βάση τη διαισθητική αρχή της ομοιομορφίας της φύσης. Η συνέχεια μεταξύ παρελθόντος και μέλλοντος, την οποία υποθέτει ο ανθρώπινος νους, δεν έχει ούτε λογική ούτε μεταφυσική βάση και αυτό είναι και το θεμελιώδες γνωσιολογικό πρόβλημα της επαγωγικής μεθόδου κατά τον Hume. Όπως αναφέρεται στο απόσπασμα του θέματος της εργασίας μας, κατά τον Hume «αναφορικά με όλα ανεξαιρέτως τα δεδομένα της εμπειρίας, μόνο πιθανολογούμε. Βεβαιότητα μας παρέχει μόνο ο μαθηματικός λογισμός, ο οποίος αναφέρεται μόνο στις σχέσεις ιδεών μεταξύ τους και δεν περιγράφει την κατάσταση του κόσμου».

    Καταλήγοντας ο Hume, περνά σε μία πραγματική υπεράσπιση της επιστήμης. Υποστηρίζει πως εάν πράττουμε σύμφωνα με τις καλά θεμελιωμένες εμπειρικές συνήθειες, που έχουμε διαμορφώσει κατά τη μακρά διαδρομή μας στον πλανήτη, η πρακτική ωφέλεια που αποκομίζουμε, εξασφαλίζει την επιβίωσή μας.