Μία από τις πιο προκλητικές σύγχρονες προσεγγίσεις της επιστήμης είναι του αυστριακού φιλοσόφου της επιστήμης Paul Feyerabend. Πριν αναφερθούμε, όμως, στη θεωρητική προσέγγιση του Feyerabend, κρίνεται σκόπιμο να αναλυθεί το κοινωνικο-πολιτικό θεσμικό σύστημα, στα πλαίσια του οποίου διενεργούνταν επιστημονικά ερευνητικά προγράμματα κατά το τελευταίο τέταρτο του εικοστού αιώνα. Κατά την εποχή αυτή η ένταξη της επιστημονικής κοινότητας στο υφιστάμενο θεσμικό πλαίσιο και η λειτουργία της ως εντολοδόχου της κοινωνικής εξουσίας είχε ολοκληρωθεί με την ποδηγέτηση της έρευνας από τις μεγάλες εταιρείες και τις κεντρικές κυβερνήσεις. Τα ερευνητικά προγράμματα που συγκέντρωναν πιθανότητες για τη χρηματοδότησή τους και τη γενικότερη θετική αξιολόγησή τους ήταν εκείνα που υπηρετούσαν την κερδοσκοπική δραστηριότητα των μεγάλων εμπορικών συγκροτημάτων και την πολεμική βιομηχανία. Η εισβολή ταυτόχρονα της τεχνολογίας στην κοινωνική ζωή επέτρεπε δυνατότητες ελέγχου και καταναγκασμού των πολιτών. Η συνέπεια όλων αυτών των εξελίξεων ήταν μία διαρκώς αυξανόμενη εναντίωση τόσο στην επιστήμη, ως οργανωμένου πλέον κρατικού θεσμού, όσο και στην επιστημονική νοοτροπία γενικά, ως μίας διανοητικής έξης που ευτέλιζε τον άνθρωπο και τον καθιστούσε ένα άβουλο ον στα χέρια απρόσωπων εξουσιαστικών κέντρων. Η δυσαρέσκεια αυτή, η οποία κορυφώθηκε κατά τη δεκαετία του 1960 και η κρίση του θετικισμού οδήγησαν στην απαξίωση της επιστήμης και του τεχνοκρατικού ήθους. Κανένας φιλόσοφος δεν εκφράζει με πιο εκρηκτικό τρόπο την εξέγερση αυτή από τον Feyerabend.
Σύμφωνα με τον Feyerabend η πρόοδος θα εξασφαλιστεί με την κατάλυση κάθε μεθοδολογικής αρχής και με την επικράτηση του γνωσιολογικού αναρχισμού με σύνθημα «τα πάντα επιτρέπονται (anything goes)». Κατά την γνώμη του είναι η μόνη επιστημολογία που συμβαδίζει με την ορμή της ανθρώπινης συνείδησης να παραγάγει καινούργια διανοητικά σχήματα χωρίς να αποκλείει καμία υπόθεση όσο αντισυμβατική ή παρωχημένη ή αντιορθολογική κι αν είναι. Η ιδέα ότι η επιστήμη μπορεί ή πρέπει να βαδίζει σύμφωνα με ορισμένους παγιωμένους και καθολικούς κανόνες είναι και εκτός πραγματικότητας και ολέθρια. Επιπλέον, η ιδέα αυτή είναι επιζήμια για την επιστήμη, γιατί παραβλέπει τη συνθετότητα των φυσικών και ιστορικών συνθηκών που επηρεάζουν την επιστημονική αλλαγή. Είναι ο εισηγητής του συγχρονικού θεωρητικού πλουραλισμού, ο οποίος πρέπει να υφίσταται διαρκώς και όχι μόνον όταν η κουνιανή κανονική επιστήμη περιέρχεται σε κατάσταση κρίσης. Η μέθοδός του είναι μία αντι-μέθοδος, όπως άλλωστε και ο τίτλος του πιο γνωστού του έργου. Η πρόοδος θα επέλθει όταν η επιστήμη δεν αντιμετωπίζεται πλέον ως φορέας προτύπων υποχρεωτικών για τους πολίτες, αλλά μέσα στα πλαίσια μιας ελεύθερης κοινωνίας μη εξαρτώμενη από τις κυβερνήσεις ή από άλλους κοινωνικούς θεσμούς.
Κατά τον Feyerabend η επιστήμη είναι μία δραστηριότητα όπως οι άλλες ανθρώπινες δραστηριότητες και δεν είναι προνομιακή σε σχέση με τις άλλες. Συνεπώς δεν έχει καμία εγγενή αξία ούτε είναι φορέας διανοητικών και αξιολογικών προτύπων υποχρεωτικών για όλους. Αν ο χωρισμός της εκκλησίας από το κράτος ήταν το αίτημα των μεγάλων επαναστάσεων του 18ου αιώνα, ο χωρισμός της επιστήμης από το κράτος είναι η προϋπόθεση για την ελευθερία στο τέλος του 20ού αιώνα και υπό τον όρο να της αφαιρεθούν τα κοινωνικά προνόμια που καταχρηστικώς της έχουν εκχωρηθεί και να δοθεί τέλος στην προνομιακή της μεταχείριση εκ μέρους της εξουσίας.
«Η απελευθέρωση, λοιπόν, μέσα στην επιστήμη δια του επιστημολογικού αναρχισμού, αλλά ταυτόχρονα και η απελευθέρωση της κοινωνίας από την επιστήμη μέσα από την κατάργηση της προνομιακής διασύνδεσης πολιτικής εξουσίας και επιστήμης είναι το διπλό μήνυμα της φιλοσοφίας του Feyerabend».
Αν θέλουμε να προβούμε σε αποτίμηση της θεωρητικής προσέγγισης του Feyerabend, διαπιστώνουμε ότι οι θέσεις του οδηγούν σε έναν ακραίο υποκειμενικό ιδεαλισμό ασυμβίβαστο με την αντικειμενικότητα της επιστήμης και σε έναν πλήρη σχετικισμό. Το ζήτημα της αλήθειας απουσιάζει τελείως από τη σκέψη του και τελικά φτάνει στο σημείο να τοποθετεί σε ίδιο αξιολογικό επίπεδο τόσο θετικές όσο και αρνητικές ιστορικές στιγμές για την ανθρωπότητα λόγω ακριβώς του άκρατου σχετικισμού του. Βεβαίως η σκέψη του Feyerabend πρότεινε εναλλακτικές πρακτικές, οι οποίες ωφέλησαν. Ωστόσο, οι απόψεις του αντιπροσωπεύουν μία ουτοπική και οπωσδήποτε αναρχική θεωρία, στην οποία απουσιάζουν κανόνες και ρυθμιστικές αρχές και η οποία καταδεικνύει τον ανεδαφικό και μη ρεαλιστικό χαρακτήρα των ιδεών του.