26/2/22

Θωμάς Ακινάτης

ΘΩΜΑΣ ΑΚΙΝΑΤΗΣ (1224-1274)

Η  υλομορφική θεωρία του Ακινάτη

      Ο Θωμάς Ακινάτης θεωρείται ο σημαντικότερος εκπρόσωπος της φιλοσοφίας κατά τη διάρκεια του Μεσαίωνα. Στο έργο του De ente et essentia (Περί του όντος και της ουσίας) πραγματεύεται τις θεμελιώδεις έννοιες του όντος (ens) και της ουσίας (essentia), τις οποίες αντλεί από την αριστοτελική φιλοσοφία. Δέχεται ότι υπάρχει μια ποικιλομορφία ουσιών και υποστάσεων. Ο άνθρωπος μέσω των αισθήσεων γνωρίζει τα υλικά πράγματα, στα οποία παρατηρεί διαφορές. Έτσι, υιοθετεί την αριστοτελική διάκριση μεταξύ ουσιωδών και επουσιωδών χαρακτηριστικών, τη θεωρία των αριστοτελικών κατηγοριών, καθώς και την αριστοτελική θεωρία για την αλλαγή. Κατ΄ αυτόν τον τρόπο ενστερνίζεται την αριστοτελική φιλοσοφία του υλομορφισμού.

     Ο Ακινάτης προσδιορίζει τέσσερα κριτήρια για τον προσδιορισμό της ουσίας, και τον διαχωρισμό της από την έννοια του όντος, τα οποία είναι τα εξής: H πραγματικότητα (realitas), η κοινότητα (communitas), η δυνατότητα ορισμού (quiditas) και η φυσικότητα (naturalitas).  Συγκεκριμένα, ορίζει ότι ουσία μπορεί να έχει μόνο ένα πραγματικό ον  και όχι ένα νοούμενο ον. Η ουσία πρέπει να είναι εκείνο το κοινό χαρακτηριστικό, που να συνδέει το άτομο με το είδος του ή το είδος με το γένος του, να μπορεί να ορισθεί μέσω ενός ορισμού και φυσικά να αναδεικνύει μέσα της τον αυτοκινούμενο χαρακτήρα των φυσικών όντων, δηλαδή να υπάρχει η δυνατότητα για αυθυπαρξία και αυτοκίνηση. Υποστηρίζει ότι όλα τα υλικά σώματα αποτελούνται από ύλη και μορφή και ορίζει την άμορφη ύλη ως καθαρή δυνατότητα με την έννοια ότι μπορεί να ενωθεί με οποιαδήποτε μορφή και τη μορφή ως την πρώτη πράξη του φυσικού σώματος. Η άμορφη ύλη και η μορφή εμφανίζονται στον κόσμο την ίδια στιγμή.

Ο υλομορφισμός του Ακινάτη περιορίζεται στον υλικό κόσμο, όπου υφίστανται μόνο συγκεκριμένες υπάρξεις, δηλαδή μόνο ατομικές συνθέσεις ύλης και μορφής. Οι γενικές έννοιες, όπως ο χρόνος, η ύλη, η ενέργεια, μπορούν να υπάρχουν μόνο σε σχέση με τα ατομικά όντα. Δέχεται, όπως και ο Αριστοτέλης, ότι η μορφή πρέπει να είναι εξατομικευμένη. Η αρχή αυτής της εξατομίκευσης είναι η ίδια η ύλη, η οποία είναι σχεδιασμένη για τον ποσοτικό προσδιορισμό, που λαμβάνει από την ένωσή της με μια συγκεκριμένη μορφή. Ο Ακινάτης υιοθετώντας την κεντρική αριστοτελική θεώρηση περί της τελικής αιτίας των πραγμάτων, την  τελεολογία, υποστηρίζει ότι  κάθε αλλαγή του κόσμου και των φαινομένων του είναι σκόπιμη και μας οδηγεί πιο κοντά στον τελικό σκοπό του κόσμου.

Ο Ακινάτης δέχεται την εφαρμογή της υλομορφικής θεωρίας του μόνο στον ορατό και σωματικό κόσμο. Σύμφωνα με τη θεωρία του Ακινάτη, οι υλικές υποστάσεις αποτελούνται από την πρώτη ύλη τους και την υποστατική μορφή τους. Προϋπόθεση για αλλαγή αποτελεί η δράση  ενός εξωγενούς παράγοντα πάνω στην πρώτη ύλη, η οποία προκαλεί μια έλλειψη (privatio), μια ανάγκη για τη δημιουργία νέας μορφής.

Κατά τον Ακινάτη κάθε υλικό ον έχει μια αρχική μορφή, που το προσδιορίζει στην κατηγορία και στην ουσία του και η οποία αποτελεί την υποστατική ή ουσιαστική μορφή του. Μπορεί, όμως, το ον ανάλογα με τη συνθετότητά του να προσλάβει πολλές μορφές, οι οποίες κατά τον Ακινάτη είναι προσωρινές και θα αποτελούν συμβεβηκότα στη φύση του όντος. Διακρίνουμε, δηλαδή, τα όντα καθ’ εαυτά και τα όντα κατά συμβεβηκότα. Συνοψίζοντας αναφέρουμε ότι η ύλη γίνεται αντιληπτή δυνάμει της μορφής που έχει αποκτήσει. Επειδή οτιδήποτε στον κόσμο πρέπει να έχει πάντα κάποια ατομική υπόσταση, η ουσία του κάθε πράγματος είναι μια ουσιώδης μορφή που εξατομικεύεται στα επιμέρους άτομα.

Κατ’ αυτόν τον τρόπο διαμορφώνεται μια οντολογική ιεραρχία των μορφών, η οποία στη βάση της έχει τις ανόργανες μορφές, στην  επόμενη βαθμίδα τις μορφές των φυτών, ακολουθούν οι μορφές των μη λογικών, αλλά ικανών για αίσθηση ζώων, έπεται η μορφή της λογικής ψυχής του ανθρώπου, η οποία είναι δημιουργημένη, σύνθετη, πεπερασμένη και ενωμένη με ένα σώμα και στην κορυφή τοποθετείται η άπειρη ενέργεια του άυλου Θεού. Μεταξύ του ανθρώπου και του Θεού υπάρχει μια μορφή σύνθετη, δημιουργημένη και πεπερασμένη, αλλά παράλληλα μη υλική, η μορφή των αγγέλων. Κατά τον Ακινάτη, στοχαζόμενοι ως έλλογα όντα την ανωτέρω διαβάθμιση, όπου τα υπαρκτά πράγματα συνδέονται σε μια ιεραρχία ενεργητικής ύπαρξης καταλήγοντας στο ον όπου ουσία και ύπαρξη ταυτίζονται, συμπεραίνουμε ότι ο κόσμος τίθεται σε τελεολογικά πλαίσια.

Η διάκριση μεταξύ ουσίας και ύπαρξης

Ο Ακινάτης απορρίπτοντας την υλομορφική θεωρία για την περιγραφή και την ανάλυση του μη υλικού κόσμου, εισάγει τη θεωρία του για τη διάκριση ουσίας και ύπαρξης και επιλύει το πρόβλημα της αλλαγής.

Σύμφωνα με την αριστοτελική θεωρία, για να επιτευχθεί η αλλαγή ενός όντος απαιτείται μια οντολογική δυνατότητα για αλλαγή στο ον που αλλάζει, καθώς και μια ενέργεια από κάποιο εξωγενή παράγοντα. Τα ορατά όντα αλλάζουν μέσω της ύλης τους, στην οποία υπάρχει η οντολογική δυνατότητα για αλλαγή. Τα μη ορατά όντα, όπως οι άγγελοι, κατά τον Ακινάτη, αν και δεν έχουν υλικό σώμα ούτε ύλη, αλλάζουν μέσω του νου και της θέλησης ως λογικά όντα. Για να γίνει περισσότερο κατανοητή η διαφορά αυτή, εισάγει τη θεωρία της διάκρισης ουσίας και ύπαρξης.  

   Υποστηρίζει ότι: «Όλα τα κτιστά όντα υπάρχουν γιατί έχουν ύπαρξη και ύπαρξη είναι αυτό χάριν του οποίου μια υπόσταση ονομάζεται ύπαρξη». Πιο συγκεκριμένα: Η ουσία ενός υλικού σώματος είναι η υπόστασή του ως συγκεκριμένη σύνθεση ύλης και μορφής, ενώ η ουσία μιας μη υλικής κτιστής φύσης είναι μόνο η μορφή της. «Η ύπαρξη (ens) μιας υλικής ή μη υλικής υπόστασης οφείλεται στην οντολογική δυνατότητά της να υπάρχει (esse) και η ύπαρξή της είναι η πραγματωμένη δυνατότητα της ουσίας αυτής για ύπαρξη». Συνεπώς η δυνατότητα και η ενέργεια υπάρχουν σε όλα τα κτιστά όντα από τη στιγμή της δημιουργίας τους και ανεξάρτητα από την υλική ή μη υλική φύση τους. Μόνο ο Θεός, ο οποίος είναι Άκτιστος, είναι όλος ενέργεια και πλήρως πραγματωμένη δυνατότητα. Στο Θεό ουσία και ύπαρξη ταυτίζονται.

Κατά τον Ακινάτη κάθε πεπερασμένη ουσία μπορεί να νοηθεί χωρίς το χαρακτηριστικό της ύπαρξης, ποτέ, όμως, δεν μπορεί να νοηθεί η ύπαρξη χωρίς την ουσία. Με αυτόν τον τρόπο ο Ακινάτης δίνει σαφές προβάδισμα στην ύπαρξη σε αντιδιαστολή με άλλους φιλοσόφους που έδιναν προτεραιότητα στην ουσία. Η έμφαση στην έννοια της ύπαρξης σε βάρος της κυρίαρχης ουσιολογίας επηρέασε τη δυτική σύγχρονη φιλοσοφία και οδήγησε στην ίδρυση του φιλοσοφικού ρεύματος του υπαρξισμού.