Πρωταγόρας ο Αβδηρίτης
και οι απόψεις του περί Ρητορικής
Ο μεγαλύτερος σοφιστής και από τους μεγαλύτερους φιλοσόφους της αρχαιότητας, ο θεμελιωτής της επιστήμης της γραμματικής και εισηγητής της θεωρίας της σχετικότητας της αληθείας ήταν ο Πρωταγόρας από τα Άβδηρα της Θράκης (480 – 411 π.Χ.). Σύγχρονος του Δημόκριτου, από τα Άβδηρα επίσης, ο Πρωταγόρας, κορυφαίος της Σοφιστικής, ο οποίος, αφού γύρισε και δίδαξε τους νέους σε όλο τον ελληνικό κόσμο της εποχής του, κατέληξε στην Αθήνα όπου και ανέπτυξε περισσότερο τις ιδέες του κερδίζοντας τη φιλία του Περικλή και του Ευριπίδη.
Αν και ο Πρωταγόρας ενδιαφέρθηκε κυρίως για την επιχειρηματολογία, ασχολήθηκε ιδιαίτερα και με τη μορφολογία της έκφρασης, δίνοντας ιδιαίτερη σημασία στη γλωσσική ορθότητα. Ο μεγάλος σοφιστής δεν αρκούνταν στη γοητεία που ασκούσε πάνω του η γλώσσα. Αντιμετωπίζοντας κυρίως τη γλώσσα ως αντικείμενο επιστημονικής έρευνας, προχώρησε την ανάλυσή του περισσότερο απ΄ ότι ο Γοργίας. Ήθελε να μελετήσει τη γλώσσα ως εργαλείο σκέψης, να καταλάβει τις δυνατότητές της, να την ισχυροποιήσει δίνοντας μεγάλη σημασία στην ακρίβειά της.
Είχε επίσης ασχοληθεί συστηματικά με τη γραμματική. Σύμφωνα με το Σωκράτη, ο Πρωταγόρας ήταν αυτός που εισήγαγε στη ρητορική την «ορθοέπειαν». Ο Αριστοτέλης εμφανίζει με τη σειρά του τον Πρωταγόρα να έχει ξεχωρίσει τα γένη των ρημάτων.
Ο Πρωταγόρας στοχάστηκε ιδιαίτερα πάνω στις δυνατότητες έκφρασης που παρέχει η γλώσσα, την οποία δεχόταν ως ανθρώπινο δημιούργημα και όχι ως προϊόν της φύσης. Σταθερός του προσανατολισμός ήταν η διδασκαλία του καλύτερου δυνατού πρακτικού χειρισμού της γλώσσας. Εκεί ακριβώς απέβλεπαν οι παρατηρήσεις του όταν εντόπιζε προβλήματα στο γένος των ονομάτων ή όταν επισήμαινε ατέλειες σε γνωστά ποιητικά έργα, όπως του Ομήρου και άλλων. Αν και τα έργα του Πρωταγόρα για τη ρητορική δεν έφθασαν σ΄εμάς, εμποδίζοντας την ουσιαστική μελέτη αυτής της πλευράς του έργου του, η διαλεκτική φύση της ρητορικής του τέχνης μας γίνεται γνωστή από μικρά αποσπάσματα μεταγενεστέρων κειμένων. Κατ΄αρχὴν οι Ἀντιλογίες: «καὶ πρῶτος ἔφη [Πρωταγόρας] δύο λόγους εἶναι περὶ παντὸς πράγματος ἀντικειμένους ἀλλήλοις» και «Ἕλληνες φασί Πρωταγόραν προκατάρξαντος παντὶ λόγῳ λόγον ἀντικεῖσθαι».
Οι αντιλογίες (για κάθε θέση υπάρχει μία αντίθεση) που υπήρχαν ήδη –παρά τις διαβεβαιώσεις του Διογένη του Λαέρτιου για το αντίθετο- τόσο στην πολιτική ζωή όσο και στην τέχνη εμφανίζονται στα έργα του Σοφοκλή και στην αττική κωμωδία. Ο Πρωταγόρας ωστόσο είναι ο πρώτος που καθιστά τις αντιλογίες μία διακριτή μέθοδο. Τη θεωρία αυτής της μεθόδου την ανέπτυξε σε δύο ξεχωριστά βιβλία «ἀντιλογιῶν», καθώς επίσης και σε μία πραγματεία που έφερε τον τίτλο Τέχνη ἐριστικῶν. Στα έργα αυτά δίδασκε τους τρόπους με τους οποίους κάποιος είναι δυνατό να υποστηρίζει-με εξίσου αποτελεσματικό τρόπο-αντιτιθέμενες απόψεις: κατηγορία και υπεράσπιση, μομφή και έπαινο κ.λπ. Για την περιγραφή αυτής τεχνικής των αντιπαραθέσεων χρησιμοποιήθηκε συχνά ο όρος «δισσοί λόγοι».
Με τον ίδιο ακριβώς τίτλο, Δισσοί λόγοι, εμφανίζεται στο τέλος του 5ου αι. μία μικρή ανώνυμη πραγματεία. Το έργο αυτό βασίζεται στη διδασκαλία του Πρωταγόρα για τα ισάξια αντιτιθέμενα επιχειρήματα. Στο κείμενο διατυπώνονται δύο θέσεις για κάθε ξεχωριστό θέμα, τις οποίες υπερασπίζεται στο σύνολό τους ο άγνωστος συγγραφέας-αν και κάθε φορά δεν παραλείπει να δηλώσει την προτίμησή του προς τη μία από τις δύο.
Με τις αντιλογίες του ο Πρωταγόρας θεμελιώνει την τεχνική της πιθανολογίας (εἰκός) εμβαθύνοντας στη διαλεκτική του λόγου. Πετυχαίνει έτσι τη διεύρυνση των πρακτικών χρήσεων του λόγου τόσο στο χώρο της πολιτικής όσο και σε άλλους χώρους της δημόσιας και ιδιωτικής ζωής. Στις δημηγορίες που περιέχονται στην Ἱστορία του Θουκυδίδη μπορούμε να δούμε με καθαρότητα τις σαφείς ενδείξεις της επιρροής του Πρωταγόρα στην τεχνική και το περιεχόμενο του δημόσιου λόγου. Ο ίδιος ο τίτλος Καταβάλλοντες (λόγοι που κατατροπώνουν) εμφανίζεται δίπλα στον κύριο τίτλο του έργου Ἀλήθεια. Μας δίνει έτσι μία ιδέα σχετικά με τη διάρθρωση του περιεχομένου αυτής της πραγματείας.
Μία φράση από τις Νεφέλες του Αριστοφάνη («τὸν ἥττω λόγον κρείττω ποιεῖν») μας δείχνει τη θέση που κρατά ο συγγραφέας τους απέναντι στη μέθοδο του Πρωταγόρα: την αξιολογεί αρνητικά θεωρώντας την υπερίσχυση του «ἣσσονος λόγου» ως νίκη της αδικίας. Η κρίση αυτή πάντως μάλλον αδικεί τον Πρωταγόρα, καθώς ο όρος «κρείττων» (λόγος) δεν αναφέρεται στην άποψη της πλειοψηφίας ούτε ο όρος «ἥσσων» σ’αυτήν της μειοψηφίας. Η αντιπαράθεση των δύο είναι λεκτική και κινείται στο πλαίσιο της λογικής αντιδιαστολής δύο αλληλοαποκλειόμενων θέσεων. Αντίστοιχα, ο υπαινιγμός του Αριστοφάνη ότι ο όρος «κρείττων» εκφράζει μάλλον τον ηθικά ανώτερο λόγο αποτελεί ελεύθερη υποκειμενική ερμηνεία που δίνει ο συγγραφέας των Νεφελών στον όρο.