Αττίλας Τζουζέπε Βέρντι
Ο Αττίλας (Attila) είναι η ένατη όπερα του Ιταλού συνθέτη Τζουζέπε Βέρντι και χαρακτηρίζεται από τον συνθέτη ως drama lirico, δηλαδή λυρικό δράμα. Αποτελείται από πρόλογο και τρεις πράξεις. Είναι γραμμένη πάνω σε ιταλικό λιμπρέτο του Τεμιστόκλε Σολέρα, έχει όμως επεμβάσεις από το χέρι του Φραντσέσκο Μαρία Πιάβε.Βασίζεται στο ομώνυμο γερμανικό θεατρικό έργο (Attila, König der Hunnen = Αττίλας, βασιλιάς των Ούννων) του Ζαχαρία Βέρνερ (Zacharias Werner) που γράφτηκε το 1809. Ο συνθέτης αναγνώρισε αμέσως τις δυνατότητες που παρείχε το θέμα για μία «πατριωτική» όπερα. Η παγκόσμια πρεμιέρα της όπερας έγινε στο Θέατρο Λα Φενίτσε της Βενετίας (Gran Teatro La Fenice) στις 17 Μαρτίου 1846. Η άρια ηρωικής αποφασιστικότητας στη Β΄ πράξη του έργου È gettata la mia sorte αποτελεί ένα καλό παράδειγμα χαρακτηριστικής άριας του είδους που ανέπτυξε ο Βέρντι και έγινε διάσημη στην εποχή της για τους υπαινιγμούς της, όταν το ιταλικό κοινό αγωνιζόταν για την υιοθέτηση ενός φιλελεύθερου συντάγματος από τον Φερδινάνδο Β΄. Και άλλα σχόλια της εποχής επαινούσαν το έργο ως κατάλληλο για την «πολιτική εκπαίδευση του λαού».
Μετά την παγκόσμια πρεμιέρα της το 1846, η όπερα συνέχισε με παραστάσεις σε όλες τις μεγάλες ιταλικές πόλεις (αλλά και στη Βαρκελώνη και τη Λισαβόνα), συνολικά πάνω από 25 παραγωγές, μαζί με μία στο Παλέρμο υπό τον τίτλο Gli Unni e I Romani (= Οι Ούννοι και οι Ρωμαίοι) το 1855.
Ο Αττίλας πρωτοπαρουσιάστηκε στο Λονδίνο το 1848 από τον Benjamin Lumley, ο οποίος στην αυτοβιογραφία του αναφέρει: «κανένα ίσως από τα έργα του Βέρντι δεν είχε συνεγείρει περισσότερο ενθουσιασμό στην Ιταλία ή είχε στεφανώσει τον ευτυχή συνθέτη με αφθονότερες δάφνες από ό,τι ο Αττίλας.
Στη Σκάλα του Μιλάνου μνημειώδης ήταν η παραγωγή του 1986 με τον Αμερικανό βαθύφωνο Samuel Ramey στον ομώνυμο ρόλο, οπότε και κινηματογραφήθηκε.
Η υπόθεση του έργου
Χρόνος: Μέσα του 5ου αιώνα μ.Χ.
Τόπος: Ακυληία, οι λιμνοθάλασσες της Αδριατικής και τα περίχωρα της Ρώμης.
Πρόλογος
Σκηνή 1: Η κατεστραμμένη πόλη της Ακυληίας
Ο Αττίλας και η νικηφόρος ορδή του εκπλήσσονται όταν βλέπουν μία ομάδα γυναικών ως αιχμαλώτους πολέμου. Η επικεφαλής τους, η Οδαβέλλη, ρωτά γιατί οι γυναίκες των Ούννων μένουν στο σπίτι (Allor che i forti corrono / «Ενώ οι πολεμιστές σας ορμούν στα σπαθιά τους σα λιοντάρια»). Ο Αττίλας, εντυπωσιασμένος από το θάρρος της, θέλει να της κάνει μία χάρη και εκείνη τού ζητά το σπαθί της, με το οποίο προτίθεται να εκδικηθεί τον θάνατο του πατέρα της από τα χέρια του ίδιου του Αττίλα (Da te questo or m'è concesso). Ο απεσταλμένος των Ρωμαίων Αέτιος ζητά ακρόαση και προτείνει μία διαίρεση της αυτοκρατορίας: Avrai tu l'universo, Resti l'Italia a me / «Μπορείς να έχεις όλο το Σύμπαν, αλλά άσε την Ιταλία σε μένα». Ο Αττίλας περιφρονητικά τον αποκαλεί προδότη της πατρίδας του.
Σκηνή 2: `Ενας βάλτος, η μελλοντική τοποθεσία της Βενετίας
Μία βάρκα που μεταφέρει τον Φορέστο και άλλους επιζώντες αράζει. Εκείνος σκέπτεται την αιχμαλωτισμένη Οδαβέλλη (Ella in poter del barbaro / «Είναι στην εξουσία του βαρβάρου!»), αλλά μετά ξεσηκώνει τον εαυτό του και τους άλλους να αρχίσουν να χτίζουν μία νέα πόλη (Cara patria già madre e reina / «Αγαπητή πατρίδα, μάνα και βασίλισσα μαζί δυνατών, γενναιόδωρων γιων»).
Πράξη Α΄
Σκηνή 1: Δάσος κοντά στο στρατόπεδο του Αττίλα
Η Οδαβέλλη θρηνεί τον πατέρα της και τον Φορέστο (Oh! Nel fuggente nuvolo / «Ω πατέρα, δεν είναι η εικόνα σου αποτυπωμένη στα φευγαλέα νέφη;...»), πιστεύοντας ότι και ο δεύτερος είναι νεκρός. Εκείνος όμως εμφανίζεται μπροστά της και εκείνη αρνείται κάθε απιστία, θυμίζοντάς του τη βιβλική Ιουδήθ. Το ζευγάρι ξανασμίγει: Oh, t'inebria nell'amplesso / «Ω, απέραντη χαρά δίχως μέτρο")
Σκηνή 2: Το αντίσκηνο του Αττίλα
Ο Αττίλας ξυπνά και διηγείται στον Ούλντινο ένα όνειρο που είδε: ένας γέρος τον σταμάτησε στις πύλες της Ρώμης και τον προειδοποίησε να γυρίσει πίσω (Mentre gonfiarsi l'anima parea / «Καθώς η ψυχή μου έμοιαζε να φουσκώνει»). Στο φως της ημέρας, το θάρρος του επιστρέφει και διατάζει προέλαση (Oltre quel limite, t'attendo, o spettro / «Πέρα από αυτό το σύνορο σε περιμένω, ω φάντασμα!»). Ωστόσο, όταν μια πομπή λευκοντυμένων παρθένων πλησιάζει τραγουδώντας την ωδή Veni Creator Spiritus, αναγνωρίζει τον επίσκοπο Ρώμης Λέοντα ως τον γέρο του ονείρου του και καταρρέει έντρομος.
Πράξη Β΄
Σκηνή 1: Το στρατόπεδο του Αετίου
Ο Αέτιος έχει ανακληθεί μετά τη σύναψη ειρήνης. Σκέπτεται την αντίθεση της περασμένης δόξας της Ρώμης με τον σημερινό της αυτοκράτορα-παιδί Βαλεντινιανό (Dagl'immortali vertici / «Από τις μεγαλόπρεπες αθάνατες κορφές της περασμένης δόξας»). Αναγνωρίζοντας τον μεταμφιεσμένο Φορέστο ανάμεσα στους απεσταλμένους που φέρουν μία πρόσκληση σε δεξίωση με τον Αττίλα, συμφωνεί να ενώσουν τις δυνάμεις τους (E' gettata la mia sorte / «Η μοίρα μου έχει κριθεί, είμαι έτοιμος για οποιαδήποτε πράξη»).
Σκηνή 2: Στη δεξίωση του Ατίλλα
Το σχέδιο του Φορέστο να βάλει τον Ούλντινο να δηλητηριάσει τον Αττίλα ανατρέπεται από την Οδαβέλλη, που θέλει τη δική της εκδίκηση. Ο ευγνώμων (και ανυποψίαστος) Αττίλας ανακοινώνει ότι θα είναι η σύζυγός του και θέτει τον Φορέστο στην υπηρεσία της.
Πράξη Γ΄
Το δάσος
Ο Ούλντινο πληροφορεί τον Φορέστο για τα σχέδια των γάμων της Οδαβέλλης και του Αττίλα. Ο Φορέστο θρηνεί τη φαινομενική προδοσία της Οδαβέλλης (Che non avrebbe il misero / «Τι δεν θα έχει προσφέρει αυτός ο αδίστακτος για την Οδαβέλλη»). Ο Αέτιος καταφθάνει λέγοντας ότι έχει στήσει ενέδρα στους Ούννους. Η Οδαβέλλη εμφανίζεται και ο Φορέστο την κατηγορεί για προδοσία, αλλά εκείνη ζητά την εμπιστοσύνη του. Ο Αττίλας βρίσκει και τους τρεις τους μαζί, οπότε συνειδητοποιεί ότι έχει προδοθεί. Καθώς οι Ρωμαίοι στρατιώτες πλησιάζουν, η Οδαβέλλη τον χτυπά με το σπαθί που της είχε δώσει. Οι τρεις συνωμότες φωνάζουν ότι έχουν εκδικηθεί για τον λαό.
Είχα την τύχη να παρακολουθήσω την όπερα Αττίλας του Τζ. Βέρντι στην Εθνική Λυρική Σκηνή στις 21 Δεκεμβρίου 2001 σε μουσική διεύθυνση Βύρωνα Φιδετζή, σκηνοθεσία Mattia Testi, σκηνικά Pier Paolo Bisleri, κοστούμια Ruggero Vitrani από ένα επιτελείο εξαιρετικών λυρικών τραγουδιστών: Attila: Δημήτρης Καβράκος, Ezio: Franco Vassallo, Odabella: Δήμητρα Θεοδοσίου, Foresto: Βαγγέλης Χατζήσιμος, Uldino: Φίλιππος Δελλατόλας.
Το 1848 ο συνθέτης έγραφε στον λιμπρετίστα του Φραντσέσκο Μαρία Πιάβε: «Η ώρα της απελευθέρωσης έχει σημάνει, να είσαι σίγουρος. Ο λαός την θέλει. Κι όταν θέλει ο λαός, δεν υπάρχει απόλυτη εξουσία που θα μπορούσε να του αντισταθεί. Μού μιλάς για μουσική!! Μα τι σού πέρασε από τον νου. Θαρρείς πως θέλω τώρα να ασχοληθώ με μουσική, με ήχους; Υπάρχει - και θα έπρεπε να υπάρχει - μονάχα μία μουσική που να ευχαριστεί τα αφτιά των Ιταλών του 1848: η μουσική των κανονιών!»
Όπως ήδη αναφέρθηκε, ο Αττίλας έγινε δεκτός από το κοινό με ενθουσιασμό, προκαλώντας τις επιθυμητές ταραχές κατά την παρουσίασή του, ενώ μέχρι την ένωση της Ιταλίας υπήρξε η δημοφιλέστερη από τις όπερες του Βέρντι. Και αυτό ήταν εύλογο. Το λιμπρέτο περιέχει πλήθος φράσεων που άμεσα ή έμμεσα αναφέρονται στην υπόδουλη πατρίδα, όπως: «μα θα δεις εμάς τις ιταλίδες, με σιδερένιες πανοπλίες να μαχόμαστε πάντοτε στην καπνισμένη γη» (Ονταμπέλλα), «Κράτα εσύ τον κόσμο αλλά άσε την Ιταλία σε μένα» (Αέτιος), «Αγαπημένη πατρίδα, μητέρα και βασίλισσα ταυτόχρονα» (Φορέστο), «οι σκιές των προγόνων μας ας ξεπροβάλλουν και ας μάς περιτριγυρίσουν έστω για μια στιγμή. Από εκεί ο νικητήριος αετός πέταξε σ’ όλο τον κόσμο» (Αέτιος).
Ο Τζουζέπε Βέρντι είναι ίσως εκείνος ο συνθέτης που περισσότερο από οποιονδήποτε άλλο ενδιαφέρθηκε έμπρακτα για τα κοινά και συνδέθηκε με την πολιτική, τόσο που το 1861 εξελέγη μέλος του ιταλικού κοινοβουλίου. Αναμφίβολα οι φλογεροί, γεμάτοι πατριωτικά αισθήματα στίχοι στα έργα του, αποτελούσαν το έναυσμα ταραχών ενάντια στους κατακτητές Αυστριακούς. Ωστόσο, περισσότερο από τα κείμενα, είναι η μουσική του συνθέτη εκείνη που δίνει στις όπερές του την σαφώς πολιτική τους διάσταση και εξεγείρει τα πλήθη.