30/5/22

Σατραπεία Κ.Π. ΚΑΒΑΦΗΣ

 Credit: UIG via Getty Images/Universal History Archive

Δεν είναι γνωστό το πότε ακριβώς γράφτηκε το ποίημα,  Η Σατραπεία,  του Κ. Καβάφη, έχουν προταθεί δύο ημερομηνίες, το 1904 και το 1905. Γνωστό είναι, όμως, ότι πρωτοδημοσιεύτηκε το 1910. Το ποίημα είναι εμπνευσμένο από την τακτική κάποιων σημαινόντων Ελλήνων να καταφεύγουν στους βασιλιάδες της Περσίας, όταν συνειδητοποιούσαν πως οι συμπολίτες τους δεν αναγνώριζαν την αξία και την προσφορά τους. Προσωπικότητες όπως ο Θεμιστοκλής (πολιτικός και στρατηγός, νικητής στη Ναυμαχία της Σαλαμίνας, 480 π.Χ., που εξοστρακίστηκε από τους Αθηναίους το 471 π.Χ. και κατέφυγε στον Αρταξέρξη) και ο Δημάρατος (βασιλιάς της Σπάρτης μέχρι το 491 π.Χ., κατέφυγε στην αυλή του Δαρείου Α΄, όταν έχασε την εξουσία με την κατηγορία ότι δεν ήταν γνήσιο παιδί του Αρίστωνα). Οι Πέρσες υποδέχονταν τους Έλληνες αποστάτες και τους προσέφεραν πλούσια δώρα, με αντάλλαγμα την παροχή πολύτιμων πληροφοριών και υπηρεσιών κατά των Ελλήνων. Όμως, αν και διακρίνονται συγκεκριμένοι ιστορικοί υπαινιγμοί, ο ποιητής μας πληροφορεί ότι δεν υπονοεί κατ΄ανάγκη το Δημάρατο ή το Θεμιστοκλή,  (Λεχωνίτης, 1977). Όμως, αξιοποιεί την ιστορική αυτή πραγματικότητα για να διευρύνει την επιλογή της εύκολης λύσης, του συμβιβασμού και της εγκατάλειψης των δυσεπίτευκτων ιδανικών, σε άλλους τομείς της ανθρώπινης δραστηριότητας, όπως η τέχνη και η επιστήμη. Οπότε το ποίημα αποκτά μια διαχρονική γενικότητα και αξία, ενώ φανερή είναι η τραγικότητα του ήρωα, ο οποίος παραιτείται από τους υψηλούς στόχους του και ενδίδει ακολουθώντας εύκολη και ελκυστική πορεία, με παράλληλη ωστόσο συνειδητοποίηση της τραγικότητάς του.

Το ποίημα αυτό είναι πολύ πιθανό να έχει γραφτεί με βάση την προσωπική εμπειρία του ποιητή, ο οποίος προκειμένου να διασφαλίσει ένα σταθερό εισόδημα, έγινε υπάλληλος του Υπουργείου Δημοσίων Έργων της Αιγύπτου στο τμήμα των Αρδεύσεων. Η ανάγκη του ποιητή να αισθάνεται μια σχετική ασφάλεια ως προς τα οικονομικά του, τον οδήγησε σε μια επαγγελματική απόφαση που είχε μεγάλο κόστος στην Τέχνη του. Ό,τι ουσιαστικό είχε να προσφέρει ο Καβάφης, εντοπίζεται στην ποίησή του και όχι στην εργασία του στο Υπουργείο.

«Τι ακριβά που με κόστιζαν εμένα οι μικρές μου πολυτέλειες. Για να τες αποκτήσω βγήκα απ’ την φυσική μου γραμμή κ’ έγινα ένας κυβερνητικός υπάλληλος (τι γελοίο), και ξοδιάζω και χάνω τόσες πολύτιμες ώρες την ημέρα (στες οποίες πρέπει να προστεθούν και οι ώρες καμάτου και χαυνώσεως που τες διαδέχονται). Τί ζημιά, τί ζημιά, τί προδοσία.» (Καβάφης)

           Η ΣΑΤΡΑΠΕΙΑ

Τι συμφορά, ενώ είσαι καμωμένος
για τα ωραία και μεγάλα έργα
η άδικη αυτή σου η τύχη πάντα
ενθάρρυνσι κ’ επιτυχία να σε αρνείται·
να σ’ εμποδίζουν ευτελείς συνήθειες,
και μικροπρέπειες, κι αδιαφορίες.
Και τι φρικτή η μέρα που ενδίδεις,
(η μέρα που αφέθηκες κ’ ενδίδεις),
και φεύγεις οδοιπόρος για τα Σούσα,
και πηαίνεις στον μονάρχην Aρταξέρξη
που ευνοϊκά σε βάζει στην αυλή του,
και σε προσφέρει σατραπείες και τέτοια.
Και συ τα δέχεσαι με απελπισία
αυτά τα πράγματα που δεν τα θέλεις.
Άλλα ζητεί η ψυχή σου, γι’ άλλα κλαίει·
τον έπαινο του Δήμου και των Σοφιστών,
τα δύσκολα και τ’ ανεκτίμητα Εύγε·
την Aγορά, το Θέατρο, και τους Στεφάνους.
Aυτά πού θα σ’ τα δώσει ο Aρταξέρξης,
αυτά πού θα τα βρεις στη σατραπεία·
και τι ζωή χωρίς αυτά θα κάμεις.

Το ποίημα κατατάσσεται από τους καβαφιστές στα ιστορικά-διδακτικά˙ο Γ. Σεφέρης το χαρακτηρίζει τύπο «ψευδοϊστορικού ποιήματος», ενώ ο Ε. Παπανούτσος το συμπεριλαμβάνει στα διδακτικά ποιήματα. Όλα αυτά σημαίνουν ότι το ποίημα έχει διδακτικό χαρακτήρα και κινείται μέσα σε συμβολισμούς από την ιστορική αρχαιότητα.

Το ποίημα στην πραγματικότητα είναι μονόλογος. Χρησιμοποιεί, όμως, το β΄ ρηματικό και αντωνυμικό πρόσωπο στον ενικό σαν να κάνει διάλογο με τον εαυτό του ή σαν να διχάζεται. Ωστόσο, δίνεται φαινομενικά και η εντύπωση ότι απευθύνεται στον αναγνώστη σε άμεση επικοινωνία με αυτόν και ότι η προσωπική περίπτωσή του μεταφέρεται μέσω του αναγνώστη και σε άλλους - καθολικεύεται.

Η οργάνωση του ποιήματος γίνεται βασικά με αντιθέσεις. Το ποίημα διαρθρώνεται πάνω στη βασική αντίθεση που αναφέρθηκε παραπάνω: αυτό που κάνει ο ήρωας είναι αντίθετο από αυτό που θέλει (είναι πλασμένος για τα ωραία και μεγάλα έργα, όμως δεν καταπιάνεται με αυτά και δεν τα πετυχαίνει).

 

Είναι αξιοπρόσεχτο ότι για την αντιδιαστολή υψηλών στόχων και ευτελών προτιμήσεων ο ποιητής χρησιμοποιεί συμβολικά την αντιπαράθεση δύο πολιτισμών: του αρχαιοελληνικού με τη δημοκρατία και τις άλλες υψηλές πολιτισμικές αξίες και του περσικού με τη δεσποτική εξουσία και με τις απολαύσεις της ανατολικής χλιδής.

Η τραγική διάσταση του ήρωα

Όταν οι επιλογές και οι πράξεις του ανθρώπου εναρμονίζονται με τις διαθέσεις και τους στόχους του, ζει ευτυχισμένος. Όμως, αυτό δεν συμβαίνει με τον ήρωα του ποιήματος, γιατί από αδυναμία της βούλησης παρασύρεται σε εύκολες και προκλητικές επιλογές εγκαταλείποντας τους υψηλούς και δύσκολους στόχους του - αυτές οι επιλογές έρχονται σε αντινομία με τους υψηλούς στόχους του˙ και γι΄αυτό είναι πρόσωπο δυστυχισμένο και τραγικό, που ζει ανικανοποίητο και αποκαρδιωμένο μέσα στις τύψεις και στη μεταμέλεια (την τραγική διάσταση στη ζωή του τη δίνουν οι φράσεις: τι συμφορά-τα δέχεσαι με απελπισία και κυρίως ο στ. 15: άλλα ζητεί η ψυχή σου, γι΄άλλα κλαίει).

Η σατραπεία ως σύμβολο της ζωής της ευμάρειας

Στην προσπάθειά μας να μείνουμε σταθεροί στους στόχους που θέσαμε όταν ξεκινούσαμε να κατακτήσουμε τη ζωή, συναντούμε πολλές δυσκολίες, που κάμπτουν τη θέλησή μας και κλονίζουν την αποφασιστικότητά μας. Ενδέχεται δηλαδή να βρεθούμε μπροστά σε απογοητεύσεις και να γευτούμε την πίκρα της αποτυχίας. Σε αυτή την περίπτωση, παρόλο που έχουμε συναίσθηση της αξίας μας και πιστεύουμε ότι είμαστε πλασμένοι για ωραία και μεγάλα έργα, ενδέχεται να κλονιστούμε και να εγκαταλείψουμε τον αγώνα. Να απαρνηθούμε από αδυναμία την ποιότητα του ρόλου για τον οποίο κρίναμε άξιο τον εαυτό μας και να φυγομαχήσουμε: να στραφούμε στην αναζήτηση της εύκολης επιβράβευσης και να βολευτούμε σε αγαθά και αξίες που μας προσφέρονται εύκολα και γενναιόδωρα. Όμως, από τη στιγμή που είμαστε πλασμένοι για ωραία και υψηλά έργα, όλα αυτά τα αγαθά θα είναι κίβδηλα υποκατάστατα. Η ματαίωση των υψηλών προσδοκιών θα μας πονάει πάντα και θα προσδιορίζει αρνητικά την ποιότητα της νέας μας ζωής.