Γοργίας ο Λεοντίνος και οι απόψεις του περί γνωσιολογίας
Η ζωή και η διδασκαλία του
Ο Γοργίας ο Λεοντίνος ( περ. 483-376 π.Χ.), η πιο σημαντική μετά τον Πρωταγόρα, μορφή της αρχαίας Σοφιστικής, αποτελεί το δεύτερο μεγάλο μέλος της πρώτης γενιάς των Σοφιστών. Υπήρξε σύμφωνα με την παράδοση μαθητής του Εμπεδοκλή και δάσκαλος του Ισοκράτη, του Αλκιδάμαντα του Πώλου από τον Ακράγαντα κ.ά. Κατά βάση δίδασκε τη ρητορική και πρέπει να είχε έλθει σε επαφή με τους Συρακούσιους ρήτορες Κόρακα και Τεισία. Γεννήθηκε στους Λεοντίνους και επηρεάστηκε σημαντικά από τη σκέψη της Ελεατικής σχολής και ιδιαίτερα τη σκέψη του Εμπεδοκλή. Η εμφάνισή του το 427 π.Χ. στην Αθήνα, στην Εκκλησία του δήμου, ως επικεφαλής μιας αντιπροσωπείας των Λεοντίνων, έκανε μεγάλη εντύπωση και σημάδεψε την εξέλιξη της ρητορικής. Ο Γοργίας έδειξε επίσης μια στενή συγγένεια με τον ελεατικό στοχασμό και ιδιαίτερα με τη σκέψη του Παρμενίδη και του Ζήνωνα, αν και από το αντιθετικό του ύφος δείχνει επίσης συγγένεια με το αντιθετικό ύφος των ηρακλείτειων κειμένων. Περιπλανώμενος, όπως οι περισσότεροι των σοφιστών, ο Γοργίας εμφανίζεται στην Αθήνα στην περίοδο κορύφωσης της δόξας του, όπου ασκεί σημαντική επίδραση στη διαμόρφωση της αττικής πεζογραφίας και ποίησης. Ο Γοργίας πρόβαλλε τη ρητορική πιο έντονα απ΄ ότι οι άλλοι σοφιστές, διέγνωσε τη μεγάλη ψυχολογική δύναμη της πειθούς και καλλιέργησε την αίσθηση της κατάλληλης στιγμής, του καιρού. Σημαντική ήταν η επίδραση του Γοργία στο ύφος του Θουκυδίδη, του Αντιφώντα και του Ισοκράτη, του πιο σημαντικού ανάμεσα στους μαθητές του. Τα τελευταία χρόνια της ζωής του έζησε στη Θεσσαλία, όπου και πέθανε σε βαθύ γήρας σε πλήρη πνευματική διαύγεια.
Οι λόγοι του Γοργία
Οι επιδεικτικοί λόγοι του χρησίμευαν ως πρότυπα στη ρητορική φιλολογία της εποχής και εκείνοι που διδάσκονταν ή ασκούσαν τη ρητορική δεν έκαναν συνήθως τίποτε άλλο παρά να μιμούνται αυτούς τους λόγους ή να τους χρησιμοποιούν σαν υποδείγματα για τη σύνταξη των δικών τους ρητορικών λόγων.
Διασώθηκαν ακέραιοι δύο σύντομοι λόγοι του:
Ο «Ἑλένης ἐγκώμιον», στον οποίο αποδεικνύει ότι είναι άδικος ο ψόγος κατά της Ελένης. Ο Γοργίας υποδεικνύει ότι οι κρίσεις μας δεν στηρίζονται σε αντικειμενικές αλήθειες, αλλά σε αναπόδεικτες και συχνά αλληλοαναιρούμενες αντιλήψεις και προκαταλήψεις.
Η «Ὑπέρ Παλαμήδους» απολογία, στην οποία υποδεικνύει ακόμα εμφατικότερα ότι η κρίση για την κατηγορία της «εσχάτης προδοσίας» δεν στηρίζεται σε αποδείξεις ή υπαρκτά γεγονότα.
Απορρίπτοντας το κριτήριο της μιας απόλυτης αλήθειας ο Γοργίας, θεώρησε ότι δεν υπάρχει απόλυτη γνώση, αλλά μόνον «δόξα», δηλαδή γνώμη για την πραγματικότητα. Το κέντρο βάρους της μεθόδου του ήταν η ρητορική, που γι’ αυτόν ήταν «πειθούς δημιουργός», δηλαδή μέθοδος για να διατυπώνει ο άνθρωπος τη γνώμη του με τρόπο πειστικό και να πετυχαίνει αυτό που επιδιώκει κάθε φορά.
Όσον αφορά στο Περὶ τοῦ μὴ ὄντος ή Περί φύσεως θεωρούνται περιλήψεις του αρχικού κειμένου του Γοργία και μας δίνουν μια ιδέα του προβληματισμού του Γοργία γύρω από γενικά θεωρητικά ζητήματα, όπως είναι η πραγματικότητα και η γνώση της.
Γνωσιολογία
Σύμφωνα με το Γοργία, δεν υφίσταται κάποια αλήθεια αντικειμενική και αναμφισβήτητη. Εντελώς αντίθετα απ' ό,τι πίστευαν οι Ελεάτες, υποστηρικτές της ύπαρξης ενός «όντος» που είναι μοναδικό, αιώνιο και αμετάβλητο, ο ίδιος αρνούνταν την ύπαρξη καθεαυτή δηλώνοντας ότι: α) τίποτα δεν υπάρχει- β) και αν υπάρχει, δεν είναι δυνατό στον άνθρωπο να το γνωρίσει- γ) κι αν ακόμη κατορθώσει να το γνωρίσει, δεν μπορεί να το μεταδώσει (διδάξει) στους άλλους. Οι θέσεις αυτές, που περιλαμβάνονται στο Περὶ τοῦ μὴ ὄντος ἤ Περὶ φύσεως, έχουν προβληματίσει ιδιαίτερα τους μελετητές του έργου του Γοργία: αρκετοί πιστεύουν ότι το έργο δεν είναι «σοβαρή» φιλοσοφική πραγματεία αλλά παιχνίδι, γύμνασμα για την εκμάθηση ρητορικών τεχνασμάτων.
Όπως κι αν έχουν τα πράγματα, ο απόλυτος σχετικισμός που εκδηλώνεται σ' αυτές τις θέσεις εκφράζει μία αναμφισβήτητη ίσως πρόθεση: την αντιμετώπιση της λογικής του Παρμενίδη και άλλων Ελεατών, που με άκαμπτο μεταφυσικό τρόπο εμφάνιζαν το «είναι» ως αναλλοίωτη διαχρονική ουσία για την οποία μπορούμε να είμαστε βέβαιοι.
Είναι απίθανο να θεωρούσε ο Γοργίας ότι η αντικειμενική πραγματικότητα είναι ανύπαρκτη. Άλλωστε, στη δεύτερη και στην τρίτη θέση ξεκινά με τις διατυπώσεις «και αν υπάρχει», «και αν ακόμη κατορθώσει να το γνωρίσει», αφήνοντάς μας περιθώρια μίας λιγότερο απόλυτης ερμηνείας. Ο σοφιστής εδώ μάλλον στοχάζεται «παίζοντας» και επιδιώκοντας να δείξει ότι με τον τρόπο που επιχειρηματολογούσε ο Παρμενίδης ήταν αρκετά εύκολο να αποδειχθεί το «μη είναι» ακριβώς όπως και το «είναι».
Ο τίτλος που χρησιμοποιείται στο κείμενο του Γοργία μας υποψιάζει για τη σκωπτική του πρόθεση. Οι περισσότεροι προσωκρατικοί φιλόσοφοι είχαν γράψει πραγματείες με τον ίδιο τίτλο: Περί φύσεως. Σε αυτές εμφανιζόταν πάντα μία φύση των πραγμάτων που περιλάμβανε μία ή περισσότερες «ουσίες»(τον αέρα, το άπειρο, τη φωτιά, τα άτομα κ.λπ.) ως βασικό συστατικό της πραγματικότητας και διαρκές αίτιο των φαινομένων. Αυτό λοιπόν το «μή» που παρεμβάλλεται μεταξύ του «Περί» και του «ὄντος» περικλείει μια ειρωνεία απέναντι στις βεβαιότητες των προγενέστερων φιλοσόφων και ιδίως του Παρμενίδη: ο Γοργίας πιστεύει ότι με μια απλή αντιστροφή των επιχειρημάτων του τελευταίου, η απόδειξη του αντίθετου του Α είναι εξίσου εφικτή με την απόδειξη του Α.
Η γνωσιολογική σκοπιά λοιπόν του Γοργία αρνείται την ύπαρξη ενός σταθερού και αποτελεσματικού κριτηρίου, που ως μέτρο των πραγμάτων μπορεί να μας δώσει βέβαιες απαντήσεις για την πραγματικότητα. Στο σημείο αυτό είναι εμφανής η συμφωνία του με τον υποκειμενισμό του Πρωταγόρα και την πεποίθηση του τελευταίου ότι μόνο ο άνθρωπος αποτελεί το μέτρο της πραγματικότητας.
Πώς επιχειρηματολογεί ο Γοργίας τις θέσεις του; Ας δούμε αναλυτικά τα επιχειρήματα τα οποία συνοδεύουν καθεμία από τις τρεις:
α) Τίποτε δεν υπάρχει. Αν δεχτούμε πως κάτι υπάρχει, αυτό μπορεί να είναι είτε το υπαρκτό είτε το μη υπαρκτό είτε και τα δύο μαζί. Όμως το μη υπαρκτό δεν είναι δυνατό να υπάρχει, εφόσον το καταλαβαίνουμε ως ανύπαρκτο. Αντίστροφα, αφού «είναι» μη υπαρκτό, τότε υπάρχει ως «είναι». Όμως το να υπάρχει κάτι και ταυτόχρονα να μην υπάρχει είναι παράλογο. Άρα το μη υπαρκτό δεν είναι δυνατό να υπάρχει, με οποιονδήποτε τρόπο.
Η απορριπτική εδώ αναφορά στον Παρμενίδη είναι καθαρή. Ο Παρμενίδης θεμελίωνε τη θέση του στο «είναι», το οποίο είχε μία και μοναδική σημασία, αυτή του «υπάρχει». Ο Γοργίας με τους συλλογισμούς του ανατρέπει αυτή τη θέση, δείχνοντας ότι και το υπαρκτό και το μη υπαρκτό μπορούν εξίσου να γίνουν αποδεκτά ή να απορριφθούν μέσα από λογικούς συλλογισμούς, αντίστροφους με αυτούς των Ελεατών.
Εκτός όμως από το μη υπαρκτό, ούτε και το υπαρκτό υπάρχει. Για να υπάρχει, θα πρέπει είτε να υπήρχε πάντα είτε να δημιουργήθηκε κάποτε είτε και τα δύο. Σύμφωνα με την επιχειρηματολογία του Γοργία, αυτό που υπάρχει, εφόσον δεν μπορεί να είναι τοπικά άπειρο, δεν μπορεί να είναι και χρονικά άπειρο, δηλαδή αιώνιο. Δεν μπορεί όμως ούτε να δημιουργήθηκε, καθώς θα ήταν αδύνατο να γεννηθεί από αυτό που «είναι» και που όμως ταυτόχρονα «δεν είναι».
Έχοντας επιχειρηματολογήσει τη θέση του ότι ούτε το «είναι» ούτε το «δεν είναι» υπάρχουν, ο Γοργίας προχωράει στη διαπίστωση ότι ούτε και τα δύο μαζί υπάρχουν. Αν υπάρχουν, είναι ταυτόσημα αναφορικά με την ύπαρξή τους. Όμως αυτό που «δεν είναι» δεν υπάρχει, και άρα και το ταυτόσημό του, το «είναι», δεν μπορεί επίσης να υπάρξει.
β) Αν υπάρχει κάτι, ο άνθρωπος δεν είναι δυνατό να το γνωρίσει: βεβαίως κάθε άνθρωπος φέρνει στη σκέψη του πράγματα που δεν γνωρίζει. Σύμφωνα με το Γοργία, εφόσον συμβαίνει αυτό, τότε αυτά που υπάρχουν δεν τα σκεφτόμαστε. Εδώ το επιχείρημα του Γοργία είναι αρκετά δυσνόητο. Ο σοφιστής μάλλον εννοεί ότι, εφόσον η σκέψη μας δεν αποδεικνύει την ύπαρξη κάποιου πράγματος, τότε δεν μπορούμε να είμαστε βέβαιοι αν αυτό που σκεφτόμαστε είναι ή όχι πραγματικό.
γ) Κι αν ακόμα μπορούμε να το γνωρίσουμε, δεν μπορούμε να το μεταδώσουμε σε άλλους: σύμφωνα με το Γοργία, αυτός που ακούει δεν μπορεί να έχει στη σκέψη του ακριβώς τα ίδια πράγματα με αυτόν που μιλάει. Αυτό που λέγεται είναι λοιπόν διαφορετικό για τον καθένα από τους δύο, γιατί διαφέρουν μεταξύ τους στον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβάνονται τα πράγματα, λόγω διαφορετικών γνώσεων, εμπειριών, απόψεων κ.λπ. Το ίδιο το άτομο μπορεί να αντιληφθεί με διαφορετικό τρόπο το ίδιο πράγμα ανάλογα με τη χρονική στιγμή και με τον τρόπο με τον οποίο το συλλαμβάνει η κάθε αίσθηση του.
Σύμφωνα με τη Jacquelin de Romilly, «με τις ανατρεπτικές αποδείξεις του, έτσι που τις αραδιάζει, ο Γοργίας προβάλλει πάνω απ' όλα την ιδέα ότι δεν μπορούμε τίποτα να ξέρουμε, τίποτα να βεβαιώσουμε, τίποτα να αποκλείσουμε. Δεν θέλει καν να ισχυριστεί ότι δεν υπάρχει τίποτα. Θέλει μόνο να δείξει ότι οι συλλογισμοί γύρω από το είναι μπορούν εύκολα να αντιστραφούν και είναι εξαρχής μάταιοι».
Ο Γοργίας λοιπόν αφανίζει κάθε βεβαιότητα δίνοντας τη θέση της σε ένα γνωσιολογικό σκεπτικισμό χωρίς όρια. Στο σημείο αυτό και παρά τις σημαντικές διαφορές ο Γοργίας συναντιέται χωρίς αμφιβολία με τον ανθρωποκεντρισμό του Πρωταγόρα.
Λογική συνέπεια της σκεπτικιστικής γνωσιολογικής στάσης του Γοργία είναι η επιλογή της ρητορικής ως της μοναδικής τέχνης που μπορεί να καλύψει το κενό της αλήθειας και της αδυναμίας μας να την κατακτήσουμε. Η ρητορική μπορεί να παρουσιάσει ως αλήθεια αυτό που η ίδια θέλει, χρησιμοποιώντας το μεγάλο όπλο της, την πειθώ, που δημιουργεί όχι γνώσεις αλλά «δόξες», υποκειμενικές εικόνες για την πραγματικότητα. Το ακόλουθο απόσπασμα συμπυκνώνει αυτή τη θέση του Γοργία: «ᾯ γὰρ μηνύομεν ἔστι λόγος, λόγος δὲ οὐκ ἔστι τὰ ὑποκείμενα καὶ ὄντα ˙ οὐκ ἄρα τὰ ὄντα μηνύομεν τοῖς πέλας ἀλλὰ λόγον, ὃς ἕτερος ἐστι τῶν ὑποκειμένων».
(Αυτό με το οποίο δηλώνουμε κάτι είναι λόγος, ο οποίος όμως δεν είναι τα ίδια τα υποκείμενα και τα όντα- δεν δηλώνουμε λοιπόν στους άλλους τα όντα αλλά λόγο, που είναι διαφορετικός από τα πράγματα).