Η ΕΥΡΩΠΗ ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΠΡΩΤΟ ΠΑΓΚΟΣΜΙΟ ΠΟΛΕΜΟ
Ποια στοιχεία χαρακτηρίζουν την περίοδο από το 1871 ως το 1914;
Η περίοδος 1871-1914 χαρακτηρίζεται από
α) οικονομικό και κοινωνικό μετασχηματισμό,
β) κοινωνικούς αγώνες και πολιτικές αναστατώσεις,
γ) εθνικές διεκδικήσεις και αντιπαραθέσεις,
δ) διάχυτο ήταν το αίσθημα της δυσαρέσκειας, της αδικίας, της απέχθειας προς τον αυταρχισμό και
ε) κυριαρχία της διαφθοράς.
Ποιες οι συνέπειες των διαφόρων κινημάτων στην Ευρώπη;
Τα κινήματα του 19ου αιώνα (φιλελευθερισμός, κοινοβουλευτισμός, σοσιαλισμός και εθνικισμός) προκάλεσαν αρκετές αντιπαραθέσεις.
α) Έθνη που βρίσκονταν κάτω από ξένη κυριαρχία στρέφονταν εναντίον των κυρίων τους,
β) εργάτες που συνδικαλίζονταν και απεργούσαν συγκρούονταν με τους εργοδότες και τις δυνάμεις της τάξης,
γ) οι φιλελεύθεροι αντιμετώπιζαν την αντίδραση μοναρχικών, συντηρητικών και εκκλησίας,
δ) οι Εβραίοι μετατρέπονταν συχνά σε αποδιοπομπαίους τράγους, από όλα τα κοινωνικά στρώματα χριστιανικού θρησκεύματος.
Ποια προβλήματα σημάδεψαν την πολιτική ζωή της Ευρώπης;
Τα προβλήματα και οι εστίες έντασης δεν ήταν ίδιες σε όλες τις χώρες.
α) Στις μεσογειακές χώρες (Ιταλία, Ισπανία και Γαλλία) οι δυνάμεις του καθολικισμού, και οι μοναρχικές παραδόσεις ήταν πολύ ισχυρές με αποτέλεσμα να μη συγκροτηθεί φιλελεύθερος συνασπισμός εξουσίας με συνέπειες την πολιτική αστάθεια, τα έντονα πολιτικά πάθη και την άνοδο του αναρχισμού.
β) Σε προηγμένες βιομηχανικά χώρες της Δυτικής Ευρώπης (Βρετανία, Βέλγιο) και στις σκανδιναβικές χώρες οι δυνάμεις του φιλελευθερισμού είχαν επικρατήσει από νωρίς και κυριάρχησε σχετικά ομαλός πολιτικός βίος.
γ) Αντίθετα στη Ρωσία υπήρχε μια κοινωνία που έβραζε μέσα στα ασφυκτικά πλαίσια του αυταρχισμού και όπου τα εκρηκτικά προβλήματα ευνοούσαν τη δημιουργία επαναστατικών καταστάσεων.
Ποια πολιτική κατάσταση επικρατεί στη Βρετανία;
Η Βρετανία χαρακτηριζόταν από ομαλό πολιτικό βίο και το πολίτευμά της λειτούργησε αρκετά εύρυθμα:
α) Είχε επεκταθεί το δικαίωμα ψήφου στα τρία τέταρτα του ενήλικου ανδρικού πληθυσμού.
β) Υπό την πίεση του εργατικού συνδικαλιστικού κινήματος έγιναν, προσπάθειες για τη βελτίωση των συνθηκών ζωής των εργατών.
γ) Μεγαλοευγενείς και μεγαλοαστοί μονοπωλούσαν την πολιτική εξουσία ως μέλη της Βουλής των Λόρδων και της Βουλής των Κοινοτήτων, καθώς και ως κυβερνητικά στελέχη.
δ) Οι υπουργοί ήταν υπόλογοι στο Κοινοβούλιο, το οποίο δεν ερχόταν σε σύγκρουση με την κυβέρνηση.
ε) Ο πρωθυπουργός είχε το δικαίωμα να προσφύγει σε εκλογές όποτε το θεωρούσε αναγκαίο.
Ποια προβλήματα σημάδεψαν την πολιτική ζωή της Βρετανίας, κατά την περίοδο 1871-1914;
α) Η επιδείνωση των συνθηκών ζωής των εργατών λόγω της πτώσης των ημερομισθίων και η ίδρυση του βρετανικού Εργατικού Κόμματος προκάλεσε μαζικές και δυναμικές απεργίες που χαρακτηρίζονταν από συγκρούσεις μεταξύ απεργών και αστυνομίας.
β) Η επιβολή φορολογίας στις κληρονομιές προκάλεσε σοβαρούς τριγμούς στο πολιτικό οικοδόμημα της Βρετανίας. Ήταν ένα μέτρο που έθιγε πρωτίστως την υψηλή αριστοκρατία και ξεσήκωσε θύελλα αντιδράσεων στα μέλη της Βουλής των Λόρδων.
γ) Το γυναικείο κίνημα, στο οποίο πρωτοστάτησαν αστές γυναίκες, αλλά γρήγορα προσχώρησαν σ' αυτό γυναίκες και από τα κατώτερα κοινωνικά στρώματα, είχε ως κύρια διεκδίκηση την παροχή δικαιώματος ψήφου στις γυναίκες. Δεν ήταν μαζικό, ήταν όμως πολύ δυναμικό και προκάλεσε αρκετές αναταραχές. Βίαιες συλλήψεις, ξυλοδαρμοί και απεργίες πείνας συνόδευαν τις γυναικείες διαδηλώσεις, τα αιτήματα των οποίων άρχισαν να ικανοποιούνται μετά τον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο.
δ) Το ιρλανδικό ζήτημα: Οι Ιρλανδοί εθνικιστές δεν μπορούσαν να συμφιλιωθούν με τη βρετανική κυριαρχία στο νησί τους, την οποία αμφισβητούσαν είτε με την παράνομη στρατιωτική δράση του Ιρλανδικού Δημοκρατικού Στρατού είτε με την πολιτική των Ιρλανδών βουλευτών στο βρετανικό Κοινοβούλιο. Αποτέλεσμα ήταν η δημιουργία ενός εμφυλίου πολέμου.
Ποια προβλήματα σημάδεψαν την πολιτική ζωή της Γαλλίας κατά την περίοδο 1871-1914;
Η στρατιωτική ήττα της Γαλλίας από την Πρωσία το 1870 και οι απώλειες της Αλσατίας και της Λωραίνης είχαν πολιτικές συνέπειες στο εσωτερικό της χώρας, προκαλώντας κατάρρευση του καθεστώτος του Ναπολέοντα Γ'. Η εξέγερση του παρισινού λαού και η επιβολή της «Παρισινής Κομμούνας» σκόρπισε τον τρόμο στα κυρίαρχα αστικά στρώματα και στο πολιτικό κατεστημένο όχι μόνο της Γαλλίας αλλά και ολόκληρης της Ευρώπης. Η άγρια καταστολή και παραδειγματική τιμωρία των επαναστατών και των ηγετών του εργατικού κινήματος εγκαινίασε μια περίοδο έντονου διχασμού ανάμεσα στους συντηρητικούς - μοναρχικούς και τους φιλελεύθερους – δημοκρατικούς, η οποία διήρκεσε μέχρι το 1875, χρονιά εγκαθίδρυσης ενός συνταγματικού, κοινοβουλευτικού και αβασίλευτου πολιτεύματος, με αρχηγό κράτους τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας. Δύο χρόνια αργότερα η διένεξη μεταξύ Προέδρου της Δημοκρατίας και πρωθυπουργού οδήγησε στην ενίσχυση των εξουσιών του πρωθυπουργού, ο οποίος όμως ήταν έρμαιο στις διαθέσεις των βουλευτών σε αντίθεση με το Βρετανό ομόλογό του.
Διάχυτη ήταν η απογοήτευση από τη λειτουργία του δημοκρατικού πολιτεύματος στα κατώτερα στρώματα αλλά και στους μοναρχικούς κύκλους. Το κλίμα συναλλαγής και διαφθοράς που κυριαρχούσε στον πολιτικό βίο προκαλούσε το κοινό αίσθημα. Σκάνδαλα πολιτικών στα οποία ήταν αναμεμειγμένοι και ορισμένοι Εβραίοι τραπεζίτες, έδωσαν έναυσμα για την εξάπλωση του αντισημιτισμού στη Γαλλία. Παράδειγμα αποτελεί η υπόθεση Ντρέιφους, η οποία έστρεψε πολλούς κατά της Καθολικής Εκκλησίας, η οποία δεν έχανε ευκαιρία να δυσφημίζει τη δημοκρατία. Το 1901 απαγορεύτηκε στους μοναχούς να διδάσκουν και το 1905 αποφασίστηκε ο διαχωρισμός εκκλησίας και κράτους.
Ποια προβλήματα σημάδεψαν την πολιτική ζωή της Γερμανίας κατά την περίοδο 1871-1914;
Τα προνόμια της αριστοκρατίας, η ισχύς του στρατού και οι εκτεταμένες εξουσίες του βασιλιά της Πρωσίας δεν επέτρεπαν την πλήρη ανάπτυξη του κοινοβουλευτικού συστήματος. Έτσι στη Γερμανία επικράτησε ένα πολιτικό σύστημα που συμβίβαζε την απόλυτη μοναρχία με τον φιλελευθερισμό. Ο Γερμανός πρωθυπουργός Βίσμαρκ λογοδοτούσε στον αυτοκράτορα και όχι στο Κοινοβούλιο.
Ο αυτοκράτορας ήταν επικεφαλής του στρατού, του ναυτικού και της διπλωματίας, ενώ διόριζε και τους υπουργούς.
Ο Βίσμαρκ θεωρεί ότι τα προβλήματα του κράτους του προέρχονταν από
α) τις μη γερμανικές μειονότητες της Αλσατίας και της Λωραίνης (πρώην γαλλικές επαρχίες), και της γερμανοκρατούμενης Πολωνίας, τις οποίες αντιμετώπισε με την πολιτική του εκγερμανισμού.
β) Την Καθολική Εκκλησία στα νοτιογερμανικά κράτη (κυρίως της Βαυαρίας και της Βάδης-Βιτεμβέργης), η οποία ενίσχυε αποσχιστικά κινήματα. Αντιμετωπίστηκε με νόμους αλλά έφερε αντίθετα αποτελέσματα, αφού σκλήρυνε την καθολική αντιπολίτευση και μετέτρεψε το καθολικό κόμμα από παραφυάδα του γερμανικού πολιτικού συστήματος σε πανίσχυρο εθνικό κόμμα με μεγάλη επιρροή.
γ) τη σοσιαλδημοκρατία, την οποία αντιμετώπισε ο Βίσμαρκ με την απαγόρευση της συμμετοχής της στις εκλογές, των δημόσιων εκδηλώσεων, της κατάργησης συλλόγων και εφημερίδων ενώ προχώρησε και στη λήψη πρωτοποριακών μέτρων κοινωνικής πολιτικής το 1883-1884, όπως η ασφάλιση των εργαζομένων σε περίπτωση ασθένειας, ατυχήματος και άλλα.
Ποια προβλήματα σημάδεψαν την πολιτική ζωή της Ρωσίας κατά την περίοδο 1871-1914;
Η Ρωσία ήταν η δύναμη που γνώρισε τις σοβαρότερες ταραχές λίγα χρόνια πριν από την έναρξη του Α' Παγκόσμιου Πολέμου. Η ήττα της Ρωσίας στον Κριμαϊκό Πόλεμο το 1855 και η ανάρρηση στο θρόνο του τσάρου Αλεξάνδρου Β' αποτέλεσαν σημεία καμπής για την εσωτερική της πολιτική. Έντονη ήταν η ανάγκη για μεταρρυθμίσεις. Έτσι αποφασίστηκε η απελευθέρωση τον δουλοπάροικων. Μεταρρυθμίσεις έγιναν στην τοπική αυτοδιοίκηση, στον στρατό και στα πανεπιστήμια, χωρίς σημαντικά αποτελέσματα.
Προβλήματα:
α) Έντονη ήταν η δυσαρέσκεια στους κύκλους των διανοουμένων και των φοιτητών.
β) Εμφανίστηκε το κίνημα των «ποπουλιστών» (ναρόντνικ), ριζοσπαστικό κίνημα το οποίο:
i) καταδίκαζε ολόκληρο το πολιτικό και κοινωνικό σύστημα,
ii) διακήρυττε ότι η Ρωσία έπρεπε να αποφύγει τα δεινά του καπιταλισμού με την οικοδόμηση μιας σοσιαλιστικής, δημοκρατικής και εξισωτικής κοινωνίας, βασισμένης στην κοινότητα των χωρικών.
iii) Οδηγήθηκαν σε τρομοκρατική δράση για την προώθηση των σχεδίων τους.
Αντιμετώπιση των προβλημάτων:
Ο τσάρος Αλέξανδρος Γ΄:
α) καταδίωξε και εξόντωσε επαναστάτες, εγκαινιάζοντας μια περίοδο άγριας καταστολής, δεσποτικής διακυβέρνησης και σθεναρής αντίδρασης σε ό,τι προερχόταν από τη Δύση.
β) Περιόρισε τις εξουσίες των τοπικών συνελεύσεων και διεύρυνε την εξουσία της μυστική αστυνομίας.
γ) Την ίδια πολιτική ακολούθησε και ο γιος του Νικόλαος. Και οι δύο τσάροι ακολούθησαν πολιτική φανατικού εκρωσισμού όλων των υπηκόων τους.
δ) Η εκβιομηχάνιση και ο εκδυτικισμός της ρωσικής οικονομίας και κοινωνίας είχαν συνέπειες στην πολιτική ζωή της χώρας:
i) Το 1903 οι αστοί και οι γαιοκτήμονες συγκρότησαν το Συνταγματικό Δημοκρατικό Κόμμα που υποστήριζε τον αστικό εκσυγχρονισμό, τη φιλελευθεροποίηση του τσαρικού καθεστώτος και την εκλογή εθνικού Κοινοβουλίου (Δούμας).
ii) O σοσιαλισμός κερδίζει έδαφος είτε με το Σοσιαλιστικό Επαναστατικό Κόμμα το οποίο υπεράσπιζε τα δικαιώματα των αγροτών είτε με το Σοσιαλδημοκρατικό κόμμα, που το 1903 διασπάστηκε στους μενσεβίκους και στους μπολσεβίκους. Οι μπολσεβίκοι δημιούργησαν ένα αυστηρά συγκεντρωτικό και πειθαρχημένο κόμμα υπό την ηγεσία του Λένιν.
Το 1905 ξέσπασε επανάσταση υπό το βάρος της εξευτελιστικής ήττας της Ρωσίας από την Ιαπωνία. Οι αστοί αξίωναν πολιτική αλλαγή και φιλελευθεροποίηση του καθεστώτος, και οι εργάτες οργάνωναν μαζικές διαμαρτυρίες και απεργίες, οι οποίες παρέλυσαν τη χώρα και ανάγκασαν το τσάρο να αποδεχτεί τα αιτήματα για φιλελευθεροποίηση του καθεστώτος και για δημοκρατικές μεταρρυθμίσεις. Με το «Μανιφέστο του Οκτωβρίου» υποσχέθηκε τον σεβασμό των ελευθεριών, τη σύσταση Βουλής κ.ά. Όμως μέχρι το 1907 με μια σειρά διαταγμάτων ο τσάρος Νικόλαος Β΄ στέρησε τη Βουλή από πολλές αρμοδιότητες και καθιέρωσε την έμμεση εκλογή. Η Επανάσταση του 1905 και η εκδίκηση του τσαρικού καθεστώτος αποκάλυψε τον τυρρανικό και αυταρχικό χαρακτήρα του.
Ποια προβλήματα αντιμετώπιζε η Ιταλία;
Η ενοποίηση της Ιταλίας ήταν περισσότερο πολιτική και δεν εξασφάλισε εσωτερική γαλήνη και ευημερία σε όλη τη χώρα καθώς α) υπήρχε μεγάλη διαφορά ανάμεσα στον αναπτυγμένο και πλούσιο Βορρά και στον καθυστερημένο και φτωχό Νότο και β) Οι πολιτικοί ήταν βυθισμένοι στη διαφθορά και στη συναλλαγή ως επικεφαλής τεράστιων πελατειακών δικτύων. Η γενιά που ανδρώθηκε μετά την ενοποίηση επιθυμούσε μια ριζοσπαστική αλλαγή, είτε μέσω της επανάστασης είτε μέσω ενός εθνικού πολέμου επέκτασης και απελευθέρωσης αλύτρωτων Ιταλών.
Ένα από τα σοβαρότερα προβλήματα της ενωμένης Ιταλίας ήταν οι σχέσεις κράτους και εκκλησίας. Για τους Ιταλούς φιλελεύθερους και εθνικιστές δεν νοούνταν ιταλική ενοποίηση χωρίς τη Ρώμη και γι' αυτό το 1870 οι ιταλικές δυνάμεις κατέκτησαν την πόλη προκαλώντας πολιτικές αντιπαραθέσεις. Ο τερματισμός της παπικής κυριαρχίας αποξένωσε την εκκλησία από το νεοσύστατο κράτος. Ο πάπας είχε απαγορεύσει μέχρι το 1904 τη συμμετοχή των καθολικών στην πολιτική και έτσι έλειπε από τη χώρα ένα συμπαγές συντηρητικό κόμμα που θα στήριζε το πολιτικό καθεστώς της ενοποιημένης Ιταλίας.
Λόγοι κρίσης:
α) Οι ανταγωνισμοί και οι αντιπαραθέσεις των πολιτικών ηγετών,
β) η μόνιμη διαμάχη της πολιτικής εξουσίας με τον παπισμό,
γ) η φτώχεια των αγροτών στον Νότο και
δ) ο ριζοσπαστισμός της εργατικής τάξης στις μεγαλουπόλεις του Βορρά αποτελούσαν μόνιμη πηγή κρίσης και αναταραχής στα τέλη του 19ου και στις αρχές του 20ου αιώνα.
Ποια ήταν η πολιτική κατάσταση στην υπόλοιπη Ευρώπη;
Το Βέλγιο και οι Κάτω Χώρες (Ολλανδία) ακολούθησαν το βρετανικό πολιτικό πρότυπο. Η κοινοβουλευτική διακυβέρνηση στο πλαίσιο της συνταγματικής μοναρχίας τους εξασφάλισε πολιτική σταθερότητα τις τελευταίες δεκαετίες πριν από τον πόλεμο.
Στις σκανδιναβικές χώρες (Δανία. Νορβηγία και Σουηδία) εδραιώθηκε ο
κοινοβουλευτισμός χωρίς ιδιαίτερα προβλήματα, εξασφαλίζοντας έναν ομαλό πολιτικό βίο στη Βόρεια Ευρώπη.
Ποια διπλωματικά δεδομένα ίσχυαν στην Ευρώπη μετά την ενοποίηση της Ιταλίας και της Γερμανίας;
Μετά το Συνέδριο της Βιέννης η Ευρώπη έζησε μια περίοδο σχετικής ειρήνης που τερματίστηκε με τον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο. Μετά τον Κριμαϊκό πόλεμο η Γαλλία ήταν απομονωμένη, η Πρωσία ήταν σχετικά αδύναμη ενώ η Αυστρία και η Ρωσία, ήταν δυο μεγάλες ευρωπαϊκές αυτοκρατορίες. Η Βρετανία ήταν απασχολημένη με την οικοδόμηση της τεράστιας αποικιακής αυτοκρατορίας της και την εδραίωση της παγκόσμιας εμπορικής και ναυτικής ηγεμονίας της και δεν ενδιαφερόταν καθόλου να εμπλακεί σε χερσαίες πολεμικές περιπέτειες στην ηπειρωτική Ευρώπη.
Ίσχυε η αρχή της ισορροπίας των δυνάμεων και η βούληση των ηγετών τους για αποφυγή μεγάλων πολέμων μέχρι το 1914.
Η ιταλική και η γερμανική ενοποίηση, καθώς και οι μικρής διάρκειας αλλά αποφασιστικής σημασίας πόλεμοι που τις συνόδεψαν διαμόρφωσαν νέα διπλωματικά δεδομένα στην Ευρώπη. Έδωσαν ισχυρή ώθηση στον εθνικισμό και στις εθνικές αντιπαραθέσεις και άλλαξαν τον συσχετισμό των δυνάμεων. Έτσι η Γαλλία, που για δυο αιώνες ήταν ηγετική χώρα της ηπειρωτικής Ευρώπης και πρωταγωνιστής των εξελίξεων κατά την περίοδο 1854-1870 ηττήθηκε το 1870 από την Πρωσία και τους άλλους Γερμανούς και συρρικνώθηκε εδαφικά με την απώλεια της Αλσατίας και της Λωραίνης, οι οποίες εκχωρήθηκαν στην ενιαία Γερμανική Αυτοκρατορία. Η Αυστρία, κυρίαρχη δύναμη της Κελτικής Ευρώπης, του γερμανόφωνου χώρου και της Ιταλικής Χερσονήσου έχασε προς όφελος της ενιαίας Ιταλίας, τη Λομβαρδία το 1859 και τη Βενετία το 1866, ενώ ηττήθηκε από την Πρωσία το 1866 και βρέθηκε αντιμέτωπη με τις διεκδικήσεις των εθνοτήτων που συγκροτούσαν την Αυτοκρατορία των Αψβούργων και επιθυμούσαν την αυτονόμηση ή και την ανεξαρτησία τους. Μετά το 1870 η οικονομικά και στρατιωτικά πανίσχυρη Γερμανία, υποσκέλισε τόσο τη Γαλλία όσο και την Αυστρία και αναδείχτηκε σε ηγετική δύναμη της ηπειρωτικής Ευρώπης, η οποία αμφισβήτησε ακόμα και την παγκόσμια ηγεμονία της Βρετανίας κατά την πρώτη δεκαετία του 20ού αιώνα. Η Ιταλία, αν και υπολειπόταν από το να είναι μια μεγάλη ευρωπαϊκή δύναμη, πέτυχε την αποδοχή της ως περιφερειακής δύναμης και ενός, αν όχι ισότιμου, πάντως σεβαστού και υπολογίσιμου εταίρου στη λέσχη των μεγάλων ευρωπαϊκών δυνάμεων. Οι σχέσεις ανάμεσα στις δυνάμεις κατά την περίοδο 1880-1914 επηρεάστηκαν σε σημαντικό βαθμό από την έξαρση της ευρωπαϊκής αποικιοκρατίας. Οι ανταγωνισμοί μεταξύ των μεγάλων αποικιακών χωρών, κυρίως της Γαλλίας με τη Βρετανία στην Αφρική και στη νοτιοανατολική Ασία και της Ρωσίας με τη Βρετανία στην κεντρική Ασία, αλλά και οι απαιτήσεις των δυνάμεων που εισήλθαν τελευταίες και καθυστερημένες στον αγώνα της αποικιοποίησης (Γερμανία και Ιταλία) όξυναν, ενίοτε επικίνδυνα, το κλίμα στην Ευρώπη.
Ποιοι λόγοι συνέβαλλαν στην κυριαρχία της Γερμανίας κατά τις τελευταίες δεκαετίες του 19ου αι και του 20ου αι;
Το βασικό χαρακτηριστικό της νέας τάξης πραγμάτων στην Ευρώπη των τελευταίων δεκαετιών πριν από τον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο ήταν ή κυρίαρχη θέση της Γερμανίας. Η γερμανική υπεροχή εκφράστηκε σε πολλά επίπεδα.
α) Η γερμανική ενοποίηση και η νίκη της Πρωσίας εναντίον της Γαλλίας το 1871 αποτέλεσαν εθνικές επιτυχίες πρώτου μεγέθους και αύξησαν το εθνικό γόητρο των Γερμανών.
β) Η άρτια οργάνωση, η εκπαίδευση, το σύστημα στρατολόγησης, ο εξοπλισμός και η επιχειρησιακή ετοιμότητα του γερμανικού στρατού αποτέλεσαν πρότυπο για όλη την Ευρώπη. Η ανάδειξη της Γερμανίας ως ισχυρότερης στρατιωτικής δύναμης στην Ευρώπη συμβάδιζε με την εδραίωσή της ως ηγετικής βιομηχανικής δύναμης, με αλματώδεις ρυθμούς βιομηχανικής ανάπτυξης τόσο στους παραδοσιακούς κλάδους όσο και στους νέους κλάδους της χημικής και ηλεκτρικής βιομηχανίας, όπου κατείχε την πρωτοπορία σε ολόκληρη την ήπειρο. Η δημογραφική αύξηση της χώρας ενίσχυσε και τη στρατιωτική δύναμη της. Η μεγάλη πρόοδος της γυμνασιακής και πανεπιστημιακής εκπαίδευσης, η τεχνολογική πρωτοπορία και η εύρυθμη λειτουργία της διοίκησης ενίσχυαν ακόμα περισσότερο τον ηγετικό ρόλο της Γερμανίας.
Ποιο διπλωματικό σύστημα ανέπτυξε ο Βίσμαρκ;
Οι διεθνείς σχέσεις και οι διπλωματικές εξελίξεις στην Ευρώπη του 19ου αι. σφραγίστηκαν από τις επιλογές της ενιαίας Γερμανίας και προσωπικά του Βίσμαρκ, πρωθυπουργού της Πρωσίας από το 1862 ως το 1890 και της ενιαίας Γερμανίας από το 1871 ως το 1890. Θέλοντας να διατηρήσει τα οφέλη που είχε αποκομίσει η Πρωσία και η Γερμανία γενικά από την ενοποίηση και από τον γαλλοπρωσικό πόλεμο του 1870-1871, ο Βίσμαρκ ακολούθησε πολιτική ισορροπιών μέσα από ένα περίπλοκο σύστημα συμμαχιών της Γερμανίας με τις άλλες δυνάμεις, ώστε να διατηρηθεί η ισχύς της χώρας του και να αποτραπεί με κάθε τρόπο ένας πόλεμος εναντίον της Γαλλίας, η οποία αξίωνε την επιστροφή των γαλλικών επαρχιών της Αλσατίας και της Λωραίνης. Κύριος σκοπός του ήταν η εξασφάλιση της ειρήνης και η διατήρηση της ισορροπίας μεταξύ των άλλων δυνάμεων. Οι Γερμανοί δεν ήθελαν με κανένα τρόπο να βρεθούν στη δύσκολη θέση να επιλέξουν ανάμεσα σε δύο αντιπάλους και γι' αυτό απεύχονταν κάθε πολεμική σύρραξη.
Ποιες διπλωματικές εξελίξεις χαρακτηρίζουν την περίοδο 1871-1890;
Η πιο επικίνδυνη ζώνη έντασης στην Ευρώπη του τελευταίου τετάρτου του αιώνα ήταν τα Βαλκάνια, όπου η κατάρρευση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και ο διαμοιρασμός των εδαφών της στα διάδοχα εθνικά κράτη φαινόταν ένα αρκετά πιθανό ενδεχόμενο.
Στα χρόνια 1875-1878 ξέσπασε σοβαρή κρίση του Ανατολικού Ζητήματος, η οποία άλλαξε τον χάρτη της Νοτιοανατολικής Ευρώπης και αναδιαμόρφωσε τα διπλωματικά δεδομένα. Έγιναν διαδοχικές εξεγέρσεις κατά της τουρκικής εξουσίας, οι οποίες πνίγηκαν στο αίμα από τους Τούρκους και τα αντίποινα ήταν πολύ σκληρά, ιδιαίτερα στη Βουλγαρία. Το 1877 η Ρωσία, αφού είχε συνάψει συμμαχία με την Αυστροουγγαρία ότι δεν θα υποστήριζε τη δημιουργία ενός μεγάλου σλαβικού κράτους στα Βαλκάνια και ότι θα επέτρεπε στα αυστριακά στρατεύματα να καταλάβουν τη Βοσνία-Ερζεγοβίνη, κήρυξε πόλεμο κατά της Τουρκίας για να προστατέψει τους ομοθρήσκους της Σλάβους. Συνέτριψε τις τουρκικές δυνάμεις και έφτασε μέχρι την οθωμανική πρωτεύουσα. Υπαγόρευσε στους Τούρκους τη Συνθήκη του Αγίου Στεφάνου, η οποία προέβλεπε τη δημιουργία μιας μεγάλης Βουλγαρίας, που θα έφτανε μέχρι το Αιγαίο και θα συμπεριλάμβανε και τη Θεσσαλονίκη. Η συνθήκη του Αγίου Στεφάνου απειλούσε μια αυστρο-ρωσική ή μια αγγλορωσική σύρραξη καθώς η Βρετανία και η Αυστρο-Ουγγαρία δεν ήταν διατεθειμένες να δεχτούν μια τέτοια ανατροπή στα Βαλκάνια, με τη δημιουργία ενός μεγάλου βουλγαρικού κράτους και την υπέρμετρη ενίσχυση της ρωσικής επιρροής. Η ένοπλη σύρραξη αποφεύχθηκε μετά την πρόταση της Γερμανίας για σύγκληση Συνεδρίου των Δυνάμεων στο Βερολίνο το 1878.
Στη Νοτιοανατολική Ευρώπη τα μικρά βαλκανικά κράτη-έθνη ασκούσαν μεγαλύτερη επίδραση στη γεωπολιτική διαμόρφωση της Ευρώπης. με αποκορύφωμα τις συμμαχίες του 1912 μεταξύ Σέρβων, Βουλγάρων, Ελλήνων, οι οποίες οδήγησαν στον Α' Βαλκανικό Πόλεμο, για την εκδίωξη των Τούρκων από το μεγαλύτερο μέρος της Βαλκανίων και στην εδαφική επέκταση των Βαλκανικών λαών και της Ρουμανίας.
Τι αποφασίστηκε με το Συνέδριο του Βερολίνου;
Στο Συνέδριο του Βερολίνου πρυτάνευσε η αρχή της ισορροπίας των δυνάμεων, με αρχιτέκτονα τον Γερμανό καγκελάριο. Με τις αποφάσεις του Συνεδρίου:
α) Ικανοποιήθηκαν τα αιτήματα της Βρετανίας και της Αυστροουγγαρίας.
β) Περιορίστηκαν τα κέρδη της Ρωσίας.
γ) Η Τουρκία κράτησε την Κωνσταντινούπολη.
δ) Δημιουργήθηκε ένα μικρό και αυτόνομο βουλγαρικό κράτος.
ε)Η Αυστροουγγαρία ανέλαβε τη διακυβέρνηση της Βοσνίας-Ερζεγοβίνης. καθώς και της μουσουλμανικής επαρχίας του Νόβι Παζάρ, ενώ ο σουλτάνος διατηρούσε την επικυριαρχία του σ' αυτές τις επαρχίες.
στ) Οι Οθωμανοί εκχώρησαν στη Βρετανία την Κύπρο.
ζ) Ο τσάρος προσάρτησε στη Ρωσία τμήμα της τουρκικής Αρμενίας.
η) Αναγνωρίστηκε η πλήρης ανεξαρτησία των Βαλκανικών λαών και συγκεκριμένα Σερβίας, Ρουμανίας, Μαυροβουνίου και
θ) Εκχωρήθηκε η Θεσσαλία στην Ελλάδα.
Σημασία του Συνεδρίου: Το Συνέδριο του Βερολίνου υπήρξε ορόσημο για την πορεία της Ευρώπης. Η Οθωμανική Αυτοκρατορία συρρικνώθηκε σημαντικά και οι δυνάμεις επένδυαν τώρα στον έλεγχο των μικρών κρατών που προέκυψαν από την κατάρρευση της οθωμανικής κυριαρχίας και τα προόριζαν για πιόνια στη διπλωματική τους σκακιέρα.
Κριτική: Στο Βερολίνο αποκαλύφθηκαν οι πιο κυνικές πτυχές της εξουσίας των Μεγάλων Δυνάμεων, αφού κανένας από τους βαλκανικούς λαούς δεν αντιπροσωπεύτηκε ουσιαστικά στο Συνέδριο ούτε ελήφθησαν υπόψη οι θέσεις τους. Πάντως τα προβλήματα μεταξύ Αυστρίας και Ρωσίας παρέμεναν για να τροφοδοτήσουν μελλοντικές αντιπαραθέσεις, ενώ ο τσάρος Αλέξανδρος Γ' δυσαρεστήθηκε βαθύτατα από τις επιλογές και τις μεθοδεύσεις του Βίσμαρκ. Οι εξελίξεις στα Βαλκάνια ήταν ραγδαίες. Το 1885 οι Βούλγαροι κατέλαβαν την Ανατολική Ρωμυλία, την οποία ενσωμάτωσαν στο βουλγαρικό κράτος. Πάντως η Αυστροουγγαρία αποδείχθηκε ο στρατηγικός και ο πιο πιστός σύμμαχος μέχρι την έναρξη του Α΄ Παγκόσμιου Πολέμου.
Ποιες διπλωματικές εξελίξεις χαρακτηρίζουν την περίοδο 1890-1914; Από το 1890 επικράτησε μεγάλη ανασφάλεια στο διεθνές περιβάλλον, καθώς κατέρρευσε το σύστημα ασφάλειας που ίσχυε την προηγούμενη περίοδο. Ο αποικιακός ανταγωνισμός των ευρωπαϊκών δυνάμεων οξύνθηκε και οδήγησε σε επικίνδυνες εντάσεις στην Αφρική και στην Ασία. Ένα νέο στοιχείο που χαρακτήρισε την περίοδο 1890-1914 ήταν η αλλαγή πολιτικής της Γερμανίας, την οποία εξέφρασε ο αυτοκράτορας Γουλιέλμος Β΄. Η παγκόσμια πολιτική (Weltpolitik) της Γερμανίας σήμαινε αποικιακή εξάπλωση και αμφισβήτηση της εμπορικής και ναυτικής ηγεμονίας της Βρετανίας. Η απαρχή ναυπήγησης μεγάλου πολεμικού στόλου προκάλεσε μεγάλη ανησυχία στη Βρετανία, η οποία κινδύνευε να χάσει το πλεονέκτημα της αδιαμφισβήτητης κατά τον 19ο αιώνα θαλασσοκρατορίας της. Σε αναζήτηση συμμάχων για μια ενδεχόμενη σύγκρουση ή για την αποτροπή της, η Βρετανία προχώρησε σε διευθέτηση των αποικιακών διαφορών της με τη Γαλλία και τη Ρωσία συνάπτοντας Σύμφωνα Συνεννόησης διαδοχικά το 1904 και το 1907 αντίστοιχα. Κάθε συνασπισμός που απομόνωνε τον κύριο αντίπαλό της στην Ευρώπη (τη Γερμανία) ευνοούσε τη Γαλλία, ενώ η Ρωσία ήταν ανήσυχη για την πολιτική διείσδυσης της Γερμανίας στα Βαλκάνια και στη Μέση Ανατολή, καθώς και για τις επιδιώξεις της κύριας συμμάχου της Γερμανίας, της Αυστροουγγαρίας, στο χώρο της Βαλκανικής Χερσονήσου.
Το 1907 είχαν πλέον συγκροτηθεί οι δύο συνασπισμοί δυνάμεων που επρόκειτο να αναμετρηθούν το 1914. Από τη μια οι χώρες της Τριπλής Συνεννόησης, η Βρετανία, η Γαλλία και η Ρωσία και από την άλλη οι δυνάμεις της Τριπλής Συμμαχίας, δηλαδή η Γερμανία, η Αυστροουγγαρία και η Ιταλία. Επρόκειτο βέβαια για συνασπισμούς ανάγκης που δεν εξάλειφαν τις αντιθέσεις στο εσωτερικό τους.
Την ίδια χρονιά (1907) το Συνέδριο της Χάγης που συγκλήθηκε με σκοπό να περιοριστούν οι εξοπλισμοί, προπάντων οι ναυτικοί, είχε ακριβώς το αντίθετο αποτέλεσμα. Ο αγγλογερμανικός ανταγωνισμός συνεχίστηκε αμείωτος μέχρι το 1911, χρονιά που ξέσπασε η κρίση του Μαρόκου, που ανήκε στη γαλλική σφαίρα επιρροής.
Η κατάπλευση του πολεμικού θωρηκτού «Πάνθηρ» στο μαροκινό λιμάνι Αγαδίρ, προκάλεσε την άμεση αντίδραση των Γάλλων και των Βρετανών, οι οποίοι έθεσαν φραγμό στα φιλόδοξα σχέδια της Γερμανίας.
Το 1908 η Αυστροουγγαρία προσάρτησε τη Βοσνία-Ερζεγοβίνη τη διοίκηση της οποίας είχε αναλάβει το 1878 στο Συνέδριο του Βερολίνου. Από το 1912 τα σύννεφα του πολέμου άρχισαν να σκιάζουν τον ευρωπαϊκό ορίζοντα. Τα Βαλκάνια, η «πυριτιδαποθήκη της Ευρώπης» γίνονται και πάλι θέατρο πολεμικών επιχειρήσεων μεγάλης έκτασης με πρωτοβουλία των λαών της. Σέρβοι, Βούλγαροι και Έλληνες, εκμεταλλευόμενοι την αδυναμία της Τουρκίας, η οποία μέσα σε δύο χρόνια έχασε τη Λιβύη (1911) και τα Δωδεκάνησα (1912) προς όφελος της Ιταλίας, συμμάχησαν και το 1912 κήρυξαν τον πόλεμο ενάντια στην Τουρκία για να απελευθερώσουν τις περιοχές που διεκδικούσαν από τους Τούρκους. Η γρήγορη και αναμενόμενη νίκη τους δεν έφερε την ειρήνη, αφού αμέσως άρχισε ο Β΄ Βαλκανικός Πόλεμος, ανάμεσα στη Βουλγαρία και τις άλλες βαλκανικές δυνάμεις, συμπεριλαμβανομένης και της Ρουμανίας. Το αποτέλεσμα ήταν η δημιουργία της ανεξάρτητης Αλβανίας το 1912 σε εδάφη που διεκδικούσε η Σερβία, γεγονός το οποίο εξόργισε τους Σέρβους εθνικιστές, οι οποίοι περίμεναν μέχρι τον Ιούνιο του 1914, όπου προέβησαν στη δολοφονία του αρχιδούκα της Αυστρίας Φερδινάνδου στο Σαράγεβο της Βοσνίας ανάβοντας την σπίθα του Α' Παγκόσμιου Πολέμου.
Ποιοι παράγοντες ευνόησαν την έκρηξη του Α΄ Παγκοσμίου πολέμου;
Ο Α' Παγκόσμιος Πόλεμος συνιστά πολυσύνθετο ιστορικό φαινόμενο, προϊόν δράσης πολλών παραγόντων διαφορετικής μεταξύ τους προέλευσης, έντασης και διάρκειας. Οι παράγοντες που οδήγησαν στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο ήταν:
α) Οι αποικιακοί ανταγωνισμοί, οι οποίοι φόρτισαν τις σχέσεις μεταξύ των κρατών της Ευρώπης.
β) Οι πιέσεις των μεγάλων επιχειρήσεων για νέες αγορές, πρώτες ύλες και χώρους επένδυσης κεφαλαίων έφερναν σε αντιπαράθεση τις δυνάμεις με αποικιακά συμφέροντα.
Μέχρι τα τέλη του 19ου αιώνα τα μεγάλα ευρωπαϊκά κράτη, είχαν συγκροτήσει ισχυρές και μαζικές ένοπλες δυνάμεις μιμούμενα ή φοβούμενα τη γερμανική στρατιωτική υπεροχή, η οποία εκφραζόταν με τη μαζική επιστράτευση, την αξιοποίηση των σιδηροδρόμων, τη λειτουργία ενός άριστου γενικού επιτελείου, στελεχωμένου με άρτια εκπαιδευμένους αξιωματικούς. Ο μεγάλος ανταγωνισμός των εξοπλισμών προκαλούσε το φόβο των αντιπάλων.
γ) Η άνοδος τον εθνικισμού σε ολόκληρη την Ευρώπη τον 19ο αιώνα είχε αλλάξει τις συνειδήσεις των Ευρωπαίων. Τις τελευταίες δεκαετίες πριν από τον πόλεμο είχε αυξηθεί η επιθυμία των μαζών για εθνικό μεγαλείο και υπερπόντια επέκταση. Η πρώτη δεκαετία του 20ού αιώνα σφραγίστηκε από έντονα εθνικιστικά συναισθήματα, τα οποία ευνοούσαν τη δημιουργία φιλοπόλεμης ατμόσφαιρας.
δ) Ο πόλεμος για πολλούς πρόβαλλε ως ευκαιρία υπέρβασης του κοινωνικού περιθωρίου στο οποίο ζούσαν, ως δίκαιος αγώνας για το εκάστοτε έθνος.
ε) Η διπλωματική αστάθεια που επικράτησε από το 1890 ενέτεινε την ανησυχία για πόλεμο, τον οποίο ξεκίνησαν οι Κεντρικές Δυνάμεις. Το πρότυπο συνύπαρξης των εθνοτήτων που ζούσαν στην Αυστροουγγαρία είχε φτάσει στα όριά του και τα προβλήματα είχαν οξυνθεί σε επικίνδυνο βαθμό. Η αυστριακή κυβέρνηση αποφάσισε να αντιμετωπίσει δυναμικά τη Σερβία με τη στήριξη της Γερμανίας, η οποία θεωρούσε ότι βρισκόταν στο απόγειο της δύναμης της.