16/3/22

Η Στωική φιλοσοφία

                                  ΣΤΩΙΚΙΣΜΟΣ

      Η Στωική φιλοσοφία καλύπτει ένα μεγάλο χρονικό διάστημα, από τον  4ο αι. π.Χ. έως τον 2ο αι. μ.Χ. Γεννήθηκε στην Ελλάδα, αναπτύχθηκε όμως και έφτασε στην ακμή της στη Ρώμη. Θεωρείται καρπός της σωκρατικής επανάστασης από την οποία επηρεάστηκαν ως προς την πρακτική εξάσκηση της Αρετής, και των διδασκαλιών του Ηράκλειτου, του Αντισθένη ως προς την αυστηρότητα και του Επίκουρου ως προς την μεγάλη σημασία του υλικού κόσμου. Η ονομασία προήλθε από τη λέξη «στοά», γιατί ο ιδρυτής της Ζήνωνας δίδασκε στην Ποικίλη Στοά των Αθηνών.
       Ο Στωικισμός θεωρεί τη φιλοσοφία μια πρακτική υπόθεση, μια "τέχνη του βίου"(ars vitae) που αποβλέπει στην αυτάρκεια, την προσωπική ανεξαρτησία. Θεωρείται νατουραλιστική φιλοσοφία, όπως ο αντίπαλός της Επικουρισμός, με σκοπό να συμφιλιώσει τον άνθρωπο με τη φύση. Διδάσκει την άσκηση και τη μεθοδική πορεία της ανθρώπινης ψυχής για την κατάκτηση της ανώτερης Α ρ ε τ ή ς, της Σ ο φ ί α ς. Έμβλημα και έσχατος σκοπός το «ὁμολογουμένως τῇ φύσει ζῆν, τοῦτο δ' ἐστὶ καθ΄ ἕνα λόγον καὶ συμφώνως ζῆν». Η φύση ταυτίζεται με το Θεό, ο θεός είναι η ψυχή του κόσμου και ο κόσμος το σώμα του θεού. 
       Ο άνθρωπος είναι φυσικός όταν ζει σε αρμονία με τη ροή του χρόνου, που είναι η ενσάρκωση της Θείας Πρόνοιας, με το πνεύμα του κόσμου. Ο άνθρωπος οφείλει να αγαπά και να υποτάσσεται στη Θεία Πρόνοια. Τότε είναι σοφός. Η ανθρώπινη σοφία είναι μια ισορροπία που βασίζεται σε μία γνώση. Έτσι η Ηθική προϋποθέτει μια Φυσική που να της χρησιμεύει ως στήριγμα, δηλ. μια γνώση της φύσης που να επιτρέπει στον άνθρωπο να εναρμονιστεί με το Σύμπαν. Η στάση του σοφού ανθρώπου είναι: αταραξία,  αυτοέλεγχος, αυτάρκεια. Αυτή η απουσία της ταραχής συνδέεται και με τη Λογική. (Λογική, Ηθική, Φυσική είναι τα τρία τμήματα της στωικής φιλοσοφίας).
       Σοφός είναι αυτός που θα ανακαλύψει το θείο σπινθήρα μέσα του και θα ακολουθήσει το Δρόμο του, ο συνετός και φρόνιμος, αυτός που με τη συνεχή άσκηση της Αρετής κατέκτησε την ελευθερία της ψυχής από πάθη και εξωτερικά αγαθά( πλούτος, υγεία κ.α.), βρίσκεται σε κατάσταση εσωτερικής ισορροπίας Η ηδονή δεν είναι έλλογη, συνεπώς είναι κακή και στερεί στον άνθρωπο την ελευθερία. Η μόνη ηδονή που δέχονται είναι αυτή του εκπληρωμένου καθήκοντος, μια ενάρετη δράση που προκαλεί χαρά σε αυτόν που την ασκεί. Η ελευθερία του σοφού είναι η ταύτιση της Βούλησής του με τη Βούληση του Θεού - Λόγου. Είναι η απόλυτη εσωτερικοποίηση της Αρετής, ο ηθικός ηρωισμός. Ο σοφός είναι εκείνος που διαθέτει Κοινή Λογική, μπορεί να είναι εντελώς ενάρετος, συνεπώς ευτυχισμένος. 
       Για τους στωικούς φιλοσόφους, ο δρόμος που πρέπει ν' ακολουθήσει κανείς για να εξασφαλίσει στην ψυχή του την ηρεμία, την γαλήνη, την αταραξία, και να γίνει, έτσι, ευτυχισμένος, δεν είναι, όπως ισχυρίστηκε ο Επίκουρος, οι ηδονές, αλλά η αρετή. Και τον δρόμο αυτόν προς την αρετή μπορεί να του τον υποδείξει η φιλοσοφία˙ η φιλοσοφία είναι, πρώτα από όλα, «άσκηση της αρετής».
     H αρετή, κατά τους στωικούς φιλοσόφους, είναι αυτάρκης, αυτόνομη, αυτοτελής, υπό την έννοια ότι, για να υπάρξει, δεν έχει ανάγκη από κάποιον παράγοντα έξω από αυτήν που να την προκαλέσει. Δεν μοιάζει η αρετή, εν προκειμένω, με την ηδονή, που η ανάδειξη της μέσα μας προϋποθέτει κατ' ανάγκην ένα αντικείμενο διαφορετικό και ανεξάρτητο από αυτήν˙ δεν θα μπορούσε, ασφαλώς, να βιώσει κανείς την ηδονή που νιώθει απολαμβάνοντας, παραδείγματος χάριν, ένα φαγητό ή κάποιο μουσικό κομμάτι, αν δεν υπήρχε το φαγητό αυτό ή το εν λόγω μουσικό κομμάτι. «Η αρετή», όμως, κατά τους στωικούς φιλοσόφους, «αξίζει να προτιμηθεί μόνο για τον εαυτό της και όχι εξαιτίας του φόβου, της ελπίδας ή κάποιου άλλου εξωτερικού πράγματος». Αν και αποδίδουν στην αρετή οι στωικοί φιλόσοφοι απόλυτη αξία, εν τούτοις δεν φτάνουν σε κάποιο είδος ηθικού φανατισμού, στο πλαίσιο του οποίου κάθε μορφή κακίας είναι ανεπίτρεπτη. Απεναντίας, θεωρούν ότι η ύπαρξη του κακού μπορεί ν' αποβεί ωφέλιμη στον άνθρωπο οδηγώντας τον στην αρετή. Αρκεί να έχει κανείς την υπομονή να δει τα πράγματα συνολικά, και όχι αποσπασματικά και μεμονωμένα. Έτσι, θα μπορέσει να καταλάβει, παραδείγματος χάριν, ότι οι κοριοί, όσο απεχθείς κι αν μας φαίνονται, συμβάλλουν, εντούτοις, στην βελτίωση μας, καθώς μας υποχρεώνουν να ξυπνάμε το πρωί και να μη μένουμε στο κρεβάτι τεμπελιάζοντας. Είναι επιτυχής, εν προκειμένω, ο παραλληλισμός που κάνει ο Πλούταρχος μεταξύ των διαφόρων μορφών κακίας που υφίστανται στον κόσμο και ορισμένων αστείων στίχων που απαντώνται σε μια κωμωδία. «Όπως οι κωμωδίες περιλαμβάνουν αστείους στίχους που, αν τους εξετάσει κανείς μεμονωμένους, είναι πρόστυχοι, αλλά, αν τους δει στο σύνολο του ποιήματος, προσθέτουν σε αυτό κάποια χάρη, έτσι ψέγει και την κακία, αν την αντιμετωπίσει μεμονωμένα˙ δεν είναι, όμως, άχρηστη στο πλαίσιο ενός συνόλου».
   Ο Χρύσιππος, που απετέλεσε τον κορυφαίο εκφραστή της στωικής φιλοσοφίας κατά την πρώτη φάση της —σε τέτοιο σημείο μάλιστα, ώστε να λεχθεί ότι «αν δεν υπήρχε ο Χρύσιππος, δεν θα υπήρχε η φιλοσοφία της Στοάς»— υποστήριξε ότι οι κακίες είναι απαραίτητο να υπάρχουν, γιατί χωρίς αυτές δεν θα μπορούσαν οι άνθρωποι να καταλάβουν την σημασία και την σπουδαιότητα της αρετής. Πολλές φορές εκτιμάμε ένα πράγμα, εφόσον το δούμε δίπλα στο αντίθετό του˙ η λαμπρότητα και η τελειότητα της αρετής αναδεικνύονται με μεγαλύτερη σαφήνεια και με πιο εντυπωσιακό τρόπο, αν αντιπαραβληθούν προς την ατέλεια και τις αρνητικές όψεις της αντίστοιχης κακίας. 
    Μεταξύ της αρετής και της κακίας, που αποτελούν τους δύο πόλους ανάμεσα στους οποίους εκδηλώνεται η συμπεριφορά των ανθρώπων, υπάρχουν άλλες καταστάσεις, όπως η ζωή και ο θάνατος, η αρρώστια και η υγεία, η φτώχεια και η ευπορία. η ταπεινότητα και η αλαζονεία κ.ά., που από την φύση τους δεν έχουν καμιά —θετική ή αρνητική— αξία και για τούτο  οι στωικοί φιλόσοφοι τις αποκαλούν με τον όρο «αδιάφορα». Αν μια από τις αδιάφορες αυτές καταστάσεις μας βοηθάει να γίνομε ενάρετοι, αποκτά θετική αξία˙ διαφορετικά, αν μας ωθεί προς την κακία, έχει αρνητική αξία, γίνεται απαξία. Συμβαίνει, βέβαια, οι άνθρωποι να προτιμούν ορισμένες από τις αδιάφορες αυτές καταστάσεις έναντι άλλων. Αυτό είναι δικαιολογημένο. Ο Χρύσιππος έλεγε, παραδείγματος χάριν, ότι «είναι τρελοί όσοι απορρίπτουν τον πλούτο και την υγεία και την απονία και την αρτιότητα του σώματος, και δεν προσπαθούν να διατηρήσουν τ' αγαθά αυτά». Εκείνο που είναι ανεπίτρεπτο, ωστόσο, είναι να επαναπαυθεί και να υποδουλωθεί κανείς στην αρχική, φυσική προτίμηση του προς αυτές τις καταστάσεις και εν ονόματι τους να ξεπουλήσει την αξιοπρέπεια του και την ψυχή του ολόκληρη. 
     Κανένα αγαθό, ακόμη και η ίδια η ζωή, δεν πρέπει να συντηρείται από τον άνθρωπο, αν δεν εξασφαλίζει την ηθική ακεραιότητα του. Οι στωικοί φιλόσοφοι συνιστούσαν στους ανθρώπους την εθελουσία και έντιμη  «ἐξαγωγὴν ἐκ τοῦ βίου ». Η παράδοση λέει ότι ο Ζήνων και ο Κλεάνθης, από τους πρωταγωνιστές της στωικής φιλοσοφίας, δεν δίστασαν ν' αυτοκτονήσουν, όταν κατάλαβαν ότι το αγαθό της ζωής έγινε ανασταλτικός παράγων για την εκ μέρους των άσκηση της αρετής˙ θεώρησαν ότι η ζωή τους δεν είχε πλέον καμιά αξία γι' αυτούς, καθώς ο μεν, ύστερα από κάποιον τραυματισμό, βρισκόταν σε πλήρη αδυναμία, ο δε είχε φτάσει σε βαθύτατο γήρας. Κατά τους στωικούς φιλοσόφους, οφείλει να είναι έτοιμος να διατηρήσει κανείς αλώβητη την αξιοπρέπεια του και την ψυχή του απέναντι και στις πιο δυσάρεστες και τις πιο επώδυνες καταστάσεις. Ο Επίκτητος αναφέρει πώς θα πρέπει να σκέφτεται ο στωικός φιλόσοφος: «θα πεθάνω˙ αλλά πρέπει γι' αυτό να πεθάνω βογκώντας;  Θα φυλακιστώ˙ αλλά πρέπει γι' αυτό να θρηνολογώ; Θα εξοριστώ˙ αλλά ποιος μπορεί να μ' εμποδίσει να φύγω χαμογελώντας και ήρεμος; —Πες μου το μυστικό. —Δεν το λέω, γιατί αυτό εξαρτάται από την θέληση μου. —Θα σε ρίξω τότε στα σίδερα. —Άνθρωπε, τι λες; Εμένα; Μόνο το πόδι μου θ' αλυσοδέσεις. Την θέληση μου ούτε ο Δίας μπορεί να καταβάλει. —Θα σε φυλακίσω. —Το καημένο μου κορμί, εννοείς. —Θα σε αποκεφαλίσω. —Πότε εγώ σου είπα πως μονάχα ο δικός μου τράχηλος δεν μπορεί να κοπεί;». Για να φτάσει κανείς, όπως εισηγούνται οι στωικοί φιλόσοφοι, στην κατάσταση της πλήρους αδιαφορίας, η οποία θα τον βοηθήσει, ακόμη και εν μέσω των πιο επώδυνων καταστάσεων, ν' αποκτήσει και να διατηρήσει η ψυχή του την αταραξία και την γαλήνη εκείνη που θα του εξασφαλίσει την ευτυχία, χρειάζεται να ξεπεράσει κάθε συναισθηματισμό, να χειραφετηθεί από τις εγκόσμιες επιθυμίες του, ν' απελευθερωθεί από τα πάθη του —όχι μόνο από τα θεωρούμενα κακά πάθη, αλλά από όλα τα πάθη ανεξαιρέτως. Και τούτο, διότι το πάθος, γενικώς, είναι μια «άλογη και αφύσικη κίνηση της ψυχής, μια ορμή πλεονάζουσα», που δεν αφήνει τον άνθρωπο να κρίνει σωστά την θέση του μέσα στον κόσμο και την συγγενική σχέση του με την φύση.  
       Κατά τους στωικούς φιλοσόφους, στο σύμπαν υπάρχουν δυο αρχές: μια ενεργητική, το «ποιοῦν», που είναι ο θεός. ο οποίος ταυτίζεται με τον λόγο και μια παθητική δύναμη, το «πάσχον», που είναι η αδιαμόρφωτη ύλη. Ο θεός. που οι στωικοί φιλόσοφοι τον ταυτίζουν με τον λόγο είναι ο δημιουργός του κόσμου, καθώς, επενεργώντας πάνω στην ύλη, διαμορφώνει τα διάφορα όντα. που συγκροτούν την φυσική πραγματικότητα. Η σχέση του θεού ή του λόγου με το σύμπαν δεν είναι υπερβατική˙ αυτός, δηλαδή, δεν δημιούργησε τον κόσμο, για να μείνει κατόπιν έξω και πέρα από αυτόν. Απεναντίας, οι στωικοί φιλόσοφοι, εισηγούμενοι μια πανθεϊστική αντίληψη, ισχυρίστηκαν ότι ο θεός, ο λόγος διαπερνάει ολόκληρο τον κόσμο και γίνεται ένα με αυτόν, αποτελώντας έτσι τον συνεκτικό ιστό της πολύμορφης φύσης, την δύναμη εκείνη μέσω της οποίας το κοσμικό σύστημα διατηρεί την ενότητα του και την συνοχή του. Χάρις στην δύναμη αυτή της θείας αρχής του λόγου, τον «τόνον», όπως την αποκαλούν οι στωικοί φιλόσοφοι, το σύμπαν από άκρου εις άκρον διέπεται από την αρχή της συμπαθείας, σύμφωνα με την οποία τα εγκόσμια όντα επιδρούν το ένα πάνω στο άλλο. Ο κόσμος μοιάζει μ' έναν τεράστιο έμβιο οργανισμό, του οποίου η λειτουργία του ενός οργάνου δεν είναι ανεξάρτητη από την λειτουργία κάποιου άλλου οργάνου του. Έτσι, καθώς, βάσει της αρχής της συμπαθείας, διαδοχικά το ένα εγκόσμιο ον επηρεάζει το άλλο, είναι δυνατόν να μεταφερθεί η ενέργεια από το πιο μακρινό αστέρι του ουρανού στο πιο τελευταίο πράγμα της γης και να το επηρεάσει. 

 Η στωική φιλοσοφία διακρίνεται σε τρεις περιόδους:

α. την Αρχαία Στοά (Ζήνων ο Κιτιεύς, Κλεάνθης, Χρύσιππος, Ζήνων ο Ταρσεύς)

β. τη Μέση Στοά (Παναίτιος ο Ρόδιος, Ποσειδώνιος εξ Απαμείας) και

γ. τη Νεότερη Στοά (Σενέκας, Ρούφος, Επίκτητος, Ιεροκλής, Μάρκος Αυρήλιος, Κέβης).