2/3/22

O θεσμός της προίκας κατά το ρωμαϊκό δίκαιο - Γάμος και προίκα

 

   O ΘΕΣΜΟΣ ΤΗΣ ΠΡΟΙΚΑΣ ΚΑΤΑ ΤΟ ΡΩΜΑΪΚΟ ΔΙΚΑΙΟ                     

                                      ΓΑΜΟΣ ΚΑΙ ΠΡΟΙΚΑ

 Θεσμό υπαγορευόμενο από τα κοινωνικά ήθη της αρχαιότητας και σχετιζόμενο άμεσα με το γάμο αποτελούσε η προίκα (dos), το περιεχόμενο της οποίας ρυθμιζόταν άμεσα από τη ρωμαϊκή νομοθεσία.

Ο θεσμός της προίκας κατάγεται στο Ρωμαϊκό Δίκαιο από τον αυστηρό (cum manu) γάμο και  αποτελεί αντιστάθμισμα του κληρονομικού μεριδίου της γυναίκας στην πατρική περιουσία.

       Όταν η γυναίκα έφευγε από την οικογένεια στην οποία ως τότε ανήκε και περνούσε στην οικογένεια του συζύγου της, διακοπτόταν ο συγγενικός δεσμός κατ’αρρενογονία μεταξύ της γυναίκας  και της ως τότε οικογένειάς της και η γυναίκα έχανε τα κληρονομικά της δικαιώματα  πάνω στην  οικογενειακή περιουσία. Ως αντίβαρο λοιπόν, δημιουργήθηκε μία ηθική και όχι νομική υποχρέωση του εξουσιαστή  (pater familias) της γυναίκας να δίνει όταν γίνει conventio in manum ορισμένα περιουσιακά στοιχεία στον άνδρα ως αποζημίωση, των οποίων ο άνδρας με αυτόν τον τρόπο γινόταν κύριος. Νομική υποχρέωση του πατέρα της γυναίκας και κατ’εξαίρεση της μητέρας για σύσταση προίκας, καθιερώνεται για πρώτη φορά κατά το Ιουστινιάνειο δίκαιο( C.I.,5,11,7, του 531 μ.Χ.).

Το σύνολο αυτό των περιουσιακών στοιχείων ονομάστηκε «dos» και απέβλεπε στην ανακούφιση των βαρών του γάμου.

H νομοθεσία του  Αυγούστου  αποτέλεσε ορόσημο για το δίκαιο της προίκας και γενικότερα για το οικογενειακό δίκαιο. Στο πλαίσιο της γενικότερης προσπάθειας εξυγίανσης των ηθών, ο Αύγουστος εξέδωσε μία σειρά από νομοθετήματα με τα οποία ρυθμιζόταν ο γάμος, η προίκα, η μοιχεία (leges Iuliae).

 1.1  Οι διακρίσεις της προίκας

Οι διακρίσεις της προίκας είναι πολλές και χαρακτηριστικές, στις οποίες ιδιαιτέρως σημειώνεται ότι ανάλογα με την ορολογία που προσδίνεται σε αυτήν κάθε φορά από το νόμο ή την επιστήμη, διαφοροποιείται και το περιεχόμενό της, καθώς, επίσης, και τα ειδικότερα αποτελέσματά της.

Διακρίνεται έτσι σε εκούσια (dos voluntaria) και σε υποχρεωτική προίκα (dos necessaria), με υπόχρεο συστάσεώς της τον εξουσιαστή της υπεξούσιας γυναίκας, η οποία ονομάζεται dos profecticia (πατρική προίκα). Μεταγενέστερη από την dos profecticia είναι η μορφή της προίκας που δίνει τρίτος στο σύζυγο για χάρη της γυναίκας, καθώς και η προίκα που δίνει στο σύζυγό της η ίδια η γυναίκα, αν είναι αυτεξούσια. Η προίκα που δίνεται από οποιοδήποτε άλλον εκτός του εξουσιαστή της γυναίκας, για χάρη της, στον άνδρα ονομάστηκε από τη μετακλασική περίοδο dos adventicia (απροσπόριστη προίκα) ( U.E. 6,3). Μπορούσε όμως αυτός που έδωσε την προίκα να συμφωνήσει με τον άνδρα κατά τη σύσταση της προίκας με

επερώτηση, ότι, αν λυθεί ο γάμος, η προίκα θα επιστραφεί στον ίδιο τον προικοδότη (dos recepticia- U.E.,6,5).

  1.2 Προϋποθέσεις και τρόπος συστάσεως της προίκας

 α) Η προίκα προϋποθέτει ύπαρξη εγκύρου cum manu γάμου κατά το ρωμαϊκό ius civile. Προικολήπτης θεωρούνταν ο άνδρας προσωπικά, έστω κι αν ήταν υπεξούσιος. Είναι όμως δυνατή  η σύσταση της προίκας και πριν ακόμα από την τέλεση του γάμου, υπό την αναβλητική αίρεση ότι ο γάμος θα τελεσθεί. Στην περίπτωση αυτή, ο άνδρας γίνεται κύριος της προίκας όταν πληρωθεί η αίρεση, όταν δηλαδή τελεσθεί ο γάμος.

Στο ρωμαϊκό δίκαιο αναφέρονται και περιπτώσεις «οιονεί προίκας» στους γάμους ελευθέρων Ρωμαίων πολιτών και δούλων, των οποίων ο γάμος με ελεύθερους αποτελούσε για τους Ρωμαίους contubernium. Οι επιγραφές της κλασικής περιόδου μαρτυρούν την ύπαρξη αρκετών τέτοιων μόνιμων ενώσεων (οιονεί γάμων) μεταξύ ελευθέρων και δούλων. Συνήθως  στις επιγραφές « ο σύζυγος » είναι δούλος, η δε « σύζυγος » ελεύθερη  Ρωμαία   (D. 16,3,27- Παύλος).

Την ανάγκη να υπάρχει έγκυρος γάμος, στην ανακούφιση των βαρών του οποίου αποβλέπει η προίκα, τονίζει ο κανόνας του κλασικού Ρωμαϊκού Δικαίου: « ibi dos esse debet, ibi onera matrimonni sunt » (D.23,3,56, 1-Παύλος). Σε περίπτωση που είχε δοθεί προίκα, ο σύζυγος είχε κατά τα ρωμαϊκά ήθη την ηθική υποχρέωση να παρέχει στη σύζυγό του διατροφή.

β) Η σύσταση της προίκας γίνεται:

βα) εν ζωή (inter vivos) : είτε με δόση ( dotis datio),με μεταβίβαση του καθενός από τα περιουσιακά στοιχεία που την αποτελούσαν με mancipatio, in iure cessio ή traditio, είτε με πανηγυρική επαγγελία (dotis dictio),που αποτελούσε ειδική μονομερή δικαιοπραξία, καταρτιζόμενη με πανηγυρικά λόγια (verbis) , είτε με πανηγυρική υπόσχεση (dotis promissio) (U.E. 6,1), που γινόταν με επερώτηση.

ββ) αιτία θανάτου : με κληροδότημα (legatum), με το οποίο συστηνόταν σε νόμιμη και νομότυπη διαθήκη Ρωμαίου, γραμμένη στα λατινικά, προίκα, ως μορφή διαθέσεως περιουσιακών στοιχείων ή δικαιωμάτων του κληρονομούμενου, στην οποία κυρίαρχο στοιχείο αποτελούσαν οι όροι με τους οποίους διατυπωνόταν το κληροδότημα .

 1.3   Προικώα συμβόλαια

 Το ρωμαϊκό δίκαιο, προτού έλθει σε επαφή με τη νομική πρακτική που ακολουθούσαν οι ελληνόφωνες επαρχίες της Ανατολής, φαίνεται πως αγνοούσε την κατάρτιση προικώων συμβολαίων και, γενικότερα, τον έγγραφο τύπο των δικαιοπραξιών.

Από τις αρχές όμως του 2ου αιώνα μ.Χ. αρχίζει να διαδίδεται και μεταξύ των Ρωμαίων, κατοίκων των ελληνιστικών επαρχιών, η σύνταξη συμβολαιογραφικού εγγράφου για τη σύσταση προίκας. Στα έγγραφα αυτά γίνεται λόγος για «έγγραφο γάμο» σε αντιδιαστολή  με τον «άγραφο γάμο» όπου η σύσταση της προίκας δεν έγινε εγγράφως. Τα έγγραφα που έχουν διασωθεί  είναι γραμμένα άλλα σε λατινική γλώσσα και άλλα σε ελληνική. Σε ένα από τα αρχαιότερα ρωμαϊκά προικώα συμβόλαια που έχουν διασωθεί, των αρχών του 2ου αιώνα μ.Χ., περιγράφεται τόσο η κυρίως προίκα ( dos ) , όσο και τα καλούμενα «παράφερνα» (paraferna), τα οποία δεν περιλαμβάνονται στην προίκα.

Με τον όρο παράφερνα εννοούνται τα περιουσιακά στοιχεία της γυναίκας που δεν περιλαμβάνονται στην  προίκα, αλλά τα οποία η γυναίκα εισέφερε για να μπουν με την ιδιότητα αυτή κάτω από τη διαχείριση του άνδρα και τα οποία προς τούτο καταγράφηκαν και διατιμήθηκαν. Κατά συνέπεια, κάθε εξώπροικη περιουσία της γυναίκας δεν αποτελούσε παράφερνα, αλλά μόνο εκείνη που απογράφηκε και εκτιμήθηκε για το σκοπό αυτό. Σε περίπτωση άρνησης του συζύγου να τα επιστρέψει σε περίπτωση διαζυγίου, η σύζυγος δικαιούτο να απαιτήσει τα παράφερνα εγείροντας προσωπική αγωγή εναντίον του συζύγου, όπως την αγωγή της εντολής (actio mandati) ή της παρακαταθήκης (actio depositi), όχι όμως και την ειδική αγωγή της προίκας, δεδομένου ότι τα πράγματα αυτά δεν θεωρούνταν προικώα σύμφωνα με διάταξη των αυτοκρατόρων Σεπτιμίου Σεβήρου και Καρακάλλα που παραδίδει ο Ουλπιανός (Πανδέκτης 23, 3, 9, 3) .

Κατά τη μετακλασική περίοδο γίνεται δεκτός ως τρόπος σύστασης της προίκας η άτυπη υπόσχεση (pollicitatio dotis). Στο Vulgarrecht των Ανατολικών επαρχιών επικρατεί ως τύπος η έγγραφη σύσταση της προίκας. Η πανηγυρική επαγγελία (dotis dictio) και η πανηγυρική υπόσχεση (dotis promissio) της προίκας τείνουν να εξαφανισθούν.

Το Ιουστινιάνειο δίκαιο καταργεί τελείως την πανηγυρική επαγγελία (dotis dictio) ως τρόπο συστάσεως της προίκας και δέχεται ότι η σύσταση γίνεται με άτυπη υπόσχεση (pollicitatio dotis) ή με προικώα συμβόλαια     (instrumenta dotalia).

 1.4  Αντικείμενο της προίκας

 Αντικείμενο της προίκας μπορούσε να είναι κάθε περιουσιακό  στοιχείο και ειδικότερα ενσώματα δικαιώματα, αλλά και ασώματα, όπως εμπράγματα δικαιώματα ή απαιτήσεις. Συνήθως το μέγεθος της  προίκας ρυθμιζόταν ύστερα από σκληρές διαπραγματεύσεις ανάμεσα στον πατέρα ή τον κηδεμόνα της υποψήφιας νύφης και στον μελλοντικό της σύζυγο, συνιστώντας πολλές φορές έκφραση της γονικής ματαιοδοξίας.

Στη ρωμαϊκή κοινωνία, οι γονείς συναγωνίζονται για το ποιος θα προικίσει καλύτερα τη θυγατέρα του, ενώ οι επίδοξοι σύζυγοι για το ποιος θα πάρει τη μεγαλύτερη προίκα. Ο Πλαύτος, στο έργο του Αulularia, που έγραψε περί το 195 π.Χ., μέμφεται την κοινωνική νοοτροπία της εποχής, που επιβάλλει τις υπέρογκες προίκες και συνεπάγεται την απληστία των ανδρών και την ανυπακοή των γυναικών.

Τα πρώτα χρόνια της Δημοκρατίας το ποσό της προίκας ήταν μικρό και δεν υπάρχουν μαρτυρίες ότι η πληρωμή του υπήρξε ποτέ μία παράλογα σκληρή απαίτηση από την πλευρά του συζύγου. Τα πρώτα αυτοκρατορικά χρόνια, αν η οικογένεια ήταν πλούσια, ένα εκατομμύριο σηστέρτιοι ήταν ένα κανονικό ποσό.

    1.5 Ευθύνη του συζύγου επί των προικώων διαρκούντος του γάμου

 Σύμφωνα με τη νομοθεσία του Αυγούστου, ενώ διαρκεί ο γάμος, ο άνδρας παραμένει μεν κύριος της προίκας και αποκτά τους καρπούς της, προοδευτικά όμως η κυριότητά του πάνω στην προίκα υποβάλλεται σε περιορισμούς που σκοπό έχουν τη διατήρηση της προίκας για χάρη της γυναίκας :

αα) Ο άνδρας ευθύνεται ως προς τα προικώα για δόλο και αμέλεια. Αν έγινε διατίμηση των προικώων, οπότε σε περίπτωση λύσης του γάμου, ευθύνεται διαζευκτικά είτε για τα προικώα αυτούσια, είτε για τη διατίμηση τούτων, τότε αυτός ευθύνεται ακόμα  και για την απώλεια ή τη βλάβη των προικώων από τυχαίο γεγονός.

ββ) Με τη lex Iulia de fundo dotali, που αποτελούσε μέρος της lex Iulia de adulteriis του 18ου αιώνα (η οποία αποτελούσε μέρος της lex Iulia de maritandis ordinibus), o Aύγουστος απαγόρευσε  την απαλλοτρίωση αδιατίμητων προικώων ακινήτων που βρίσκονται σε ιταλικό έδαφος  (ιδιαίτερα μεγάλης αξίας σε σύγκριση με αυτά των ρωμαϊκών επαρχιών) χωρίς τη συναίνεση της γυναίκας. Για τα επαρχιακά ακίνητα ήταν αμφίβολο αν ίσχυε η ίδια απαγόρευση. Στη νομοθεσία του Αυγούστου ανάγεται και η απαγόρευση σύστασης υποθήκης σε ακίνητο που ανήκει στη γυναίκα, προκειμένου  να εξασφαλιστεί δανειστής του συζύγου.

Για τα κινητά δεν υφίσταται νόμιμη απαγόρευση εκποιήσεως. Αλλά μόνον για τα αντικαταστατά και τα ταχέως φθειρόμενα πράγματα έχει ο άνδρας πλήρες δικαίωμα διαθέσεως χωρίς τη συναίνεση της γυναίκας. Εάν εκποιήσει κινητά άλλου είδους χωρίς την αντίστοιχη συναίνεση, η εκποίηση είναι αδικαιολόγητη και για τον λόγο αυτό η γυναίκα μετά τη λύση του γάμου μπορεί να τα απαιτήσει από τον άνδρα ως ανήκοντα στην προίκα της.

γγ) Ό,τι αποκτάται με προικώα, περιέρχεται ως υποκατάστατο στην προίκα.

Το Ιουστινιάνειο δίκαιο, επηρεαζόμενο από ελληνικές νομικές αντιλήψεις, αναμορφώνει το θεσμό της προίκας και προβαίνει στις ακόλουθες μεταρρυθμίσεις :

α) Όσο διαρκεί ο γάμος, κατά το ιουστινιάνειο δίκαιο, ο άνδρας παραμένει μεν κύριος της προίκας, αλλά ευθύνεται γι’αυτή για όσην επιμέλεια καταβάλλει και για τις δικές του υποθέσεις ( diligentiam quam suis).

β) Για την εξασφάλιση της προίκας ο νόμος παρέχει στη γυναίκα σιωπηλή υποθήκη πάνω σε όλη την περιουσία του άνδρα, κινητή και ακίνητη ( C.I. 5,12,30)

γ) H απαγόρευση απαλλοτρίωσης των προικώων επεκτείνεται και στα επαρχιακά ακίνητα, εφόσον η διάκριση ιταλικών και επαρχιακών ακινήτων καταργείται από τον Ιουστινιανό.

δ) Επίσης, απαγορεύεται η υποθήκευση των προικώων, ακόμα κι αν συμφωνεί σ’ αυτό η γυναίκα.