ΛΑΜΑΡΤΙΝ ΚΑΙ ΛΕΟΠΑΡΝΤΙ: ΔΥΟ ΡΟΜΑΝΤΙΚΟΙ ΠΟΙΗΤΕΣ
«Η Λίμνη» του Αλφόνς ντε Λαμαρτίν
Ο Αλφόνς ντε Λαμαρτίν (Alphonse de Lamartine,1790 - 1869), θεωρείται από τους κύριους εκφραστές του ρομαντισμού στην Γαλλία. Το ποίημα η «Λίμνη» αναφέρεται στη νοσταλγική αναπόληση της αγαπημένης του ποιητή που εκφράζει τη βαθιά απογοήτευση και την οδύνη του για το θάνατό της και ο οποίος προστρέχει στη φύση, αναζητώντας παρηγοριά. Κυρίαρχη θέση στο ποίημα κατέχει ο έρωτας, ο οποίος δεν υπάρχει πια.
Κοίταξε, λίμνη, κοίταξε! Δεν έκλεισ’ ένας χρόνος
πο’ παιζε με το κύμα σου χαρούμενη, τρελή,
και τώρα, τώρα ο δύστυχος, κάθομαι, λίμνη, μόνος
στην πέτρα εδώ, όπου πάντοτε μας έβλεπες μαζί.
Το ποιητικό υποκείμενο επικαλείται τη λίμνη, που προσωποποιείται με τη μορφή έμπιστης φίλης, για να του συμπαρασταθεί στη δυστυχία που βιώνει και η οποία υπήρξε μάρτυρας των άλλοτε ευτυχισμένων στιγμών του ζευγαριού. Και συνεχίζει: «Θυμάσαι, λίμνη, μόνοι μας μια νύχτα εγώ κι εκείνη/ […]/ τ’αγέρι δεν ανάσαινε, είχες κι εσύ γαλήνη». Τη μελαγχολική διάθεση που είναι διάχυτη σε όλο το ποίημα συμπληρώνουν λυρικές περιγραφές του φυσικού τοπίου που συνοδεύονται από οπτικές και ακουστικές εικόνες. Το ποίημα συνεπώς κατατάσσεται στην ελεγειακή και προσωπική ποίηση γιατί εκφράζει τα προσωπικά συναισθήματα και βιώματα του ποιητή.
Άλλο στοιχείο ρομαντισμού αποτελεί η συνεχής πάλη με τη δαιμονική μορφή του χρόνου, ο οποίος παρέρχεται τάχιστα και αφανίζει τα πάντα ανεπιστρεπτί δημιουργώντας στο ποιητικό υποκείμενο την αίσθηση της πρόωρης γήρανσης. Επικαλείται λοιπόν το χρόνο αναφέροντας: «Δίπλωσε, Χρόνε, δίπλωσε τ’ ακούραστα φτερά σου,/ ώρες γλυκιές, μην τρέχετε, σταθείτε μια στιγμή.» Όμως, ο χρόνος είναι ανελέητος. «Του κάκου! Οι ώρες φεύγουνε. Κανείς δε με προσμένει…/ […]/ Κρυφά κρυφά προβαίνει/ τ’ άσπλαχνο γλυκοχάραμα…Λυπήσου μας αυγή!...» Στους πιο πάνω στίχους αποτυπώνεται η «αρρώστια του αιώνα», καθώς το ποιητικό υποκείμενο συνειδητοποιεί ότι όλα είναι μία πλάνη και ότι η ανθρώπινη ζωή συντρίβεται από την άτεγκτη μοίρα. Επιπλέον αναφέρει:
Πάντα λοιπόν θα τρέχομε προς άγνωστο ακρογιάλι,
Θα καταποντιζόμεθα στου τάφου τη νυχτιά,
χωρίς ποτέ έν’ απάνεμο μέσ’ στην ανεμοζάλη,
ούτ’ ένα καταφύγιο στη βαρυχειμωνιά!
Κατά τη γνώμη μου το ποίημα μπορούμε να το κατατάξουμε και στη φιλοσοφική ποίηση διότι εκφράζει τον ευρύτερο προβληματισμό του ποιητή για το πεπερασμένο και τη ματαιότητα της ανθρώπινης ζωής. Και η υπαρξιακή αγωνία του ποιητή κορυφώνεται στο στίχο: «Απ’ το γοργό μας πέρασμα δεν είναι τάχα κρίμα/ να μη σωθεί ένα πάτημα, ω Χρόνε αδικητή;..»
Τέλος, το ποιητικό υποκείμενο προβάλλοντας τον αναλλοίωτο χαρακτήρα της φύσης και την αιωνιότητα που μόνο αυτή μπορεί να εγγυηθεί, την επικαλείται ξανά προσωποποιώντας όχι μόνο τη λίμνη, αλλά και τα άλλα στοιχεία της φύσης και τα παρακαλεί να διατηρήσουν για πάντα αναλλοίωτες τις στιγμές ευτυχίας και να διαιωνίσουν τον έρωτά του. Χαρακτηριστικά αναφέρει: «Ω λίμνη, ω βράχοι μου άφωνοι, ω σεις, σπηλιές και δάση/ […]/ ποτέ μη μας ξεχάσετε, στο μνήμ’ αν πάω κι εγώ». Η λίμνη με τις ποικίλες διακυμάνσεις της γίνεται το σύμβολο της ανθρώπινης ζωής αντιμέτωπης με την ανεξιχνίαστη αιωνιότητα και με τη φθορά του χρόνου και του θανάτου.
«Στη Σίλβια» του Τζάκομο Λεοπάρντι
Ο Τζάκομο Λεοπάρντι (Giacomo Leopardi 1798-1837) ένας από τους σπουδαιότερους Ιταλούς ποιητές του ρομαντισμού, στο ποίημά του «Στη Σίλβια» διαπνέεται από μία βαθιά μελαγχολία για την απώλεια της αγαπημένης του εκφράζοντας ταυτόχρονα τα βασικά μοτίβα της φιλοσοφίας του που αφορούν στο πεπερασμένο της ανθρώπινης ύπαρξης, στη ματαιότητα των πραγμάτων και στο θάνατο ως τον αληθινό προορισμό του ανθρώπου. Ο ποιητής αναδεικνύει το συναίσθημα ως το κυρίαρχο εκφραστικό μέσο, το οποίο αποτελεί βασικό χαρακτηριστικό γνώρισμα της ρομαντικής ποίησης. Αρχίζει το ποίημα με την επίκληση της αγαπημένης του:
Θυμάσαι ακόμη, Σίλβια,
κείνα τα χρόνια της θνητής ζωής σου,
που η ομορφιά σου έλαμπε
στα γελαστά και ντροπαλά σου μάτια.
Αναφέρεται στη Σίλβια, ένα κορίτσι χαρούμενο, που έλαμπε από νιάτα και ομορφιά. Ήταν τόσο έντονα τα συναισθήματά του που μόνο η φύση μπορούσε με την ομορφιά της να τα εκφράσει. «Ατένιζα τον αίθριον ουρανό/ τους χρυσωμένους δρόμους και τους κήπους,/ τη θάλασσα απ’ τη μια μεριά, και το βουνό απ’ την άλλη». Ο ποιητής χρησιμοποιεί σε ορισμένους στίχους εικόνες και λεξιλόγιο της καθημερινής ζωής, όπως: «Εγώ κάποιες στιγμές αφήνοντας/ τα υγρά από τον ιδρώτα μου χαρτιά και τις μελέτες», γεγονός που εντάσσει το ποίημα στην ποίηση της καθημερινότητας. Και συνεχίζει:
Τι γαλήνιες σκέψεις,
τι ελπίδες, Σίλβιά μου, τι παλμοί!
Πώς μας φαινόταν τότε
των ανθρώπων η μοίρα κι η ζωή!
Αναπολεί την πρώτη νιότη, που ήξερε λιγότερα και πίστευε περισσότερα ζώντας με ψευδαισθήσεις. Το ποίημα κατατάσσεται και στην ελεγειακή προσωπική ποίηση καθότι το ποιητικό υποκείμενο θρηνεί για την απώλεια της αγαπημένης του λέγοντας:
[…] Αλίμονο
πώς χάθηκες εσύ
της τρυφερής μου νιότης συντρόφισσα καλή.
Ελπίδα μου που τώρα σε θρηνώ!
Το ποιητικό υποκείμενο βρίσκεται διχασμένο μπροστά στη φύση, η οποία άλλοτε αποτελεί τον καθρέφτη της ψυχής του και αντανακλά τα συναισθήματά του και άλλοτε αδιαφορεί για την ανθρώπινη μοίρα αντικατοπτρίζοντας και τον ίδιο το θάνατο. Συγκεκριμένα αναφέρει:
Αχ φύση, φύση, γιατί όσα έταζες
κατόπιν δεν τα δίδεις;
Γιατί τα παιδιά σου
εξαπατάς τόσο πολύ;
Ο Λεοπάρντι εκφράζει τη φιλοσοφική άποψη ότι η φύση είναι πηγή ψευδαισθήσεων και η νοσταλγική ευτυχισμένη ανάμνηση που μας προσφέρει στην πραγματικότητα είναι απατηλή. Στη συνέχεια αναφέρεται στη Μοίρα, μία σκοτεινή και μυστηριώδη δύναμη, η οποία ευθύνεται για τα δεινά του ανθρώπου. «Μετά από σένα έσβησε/ η ελπίδα μου η γλυκιά: στα χρόνια μου/ η μοίρα αρνήθηκε τη νιότη». Και ο Λεοπάρντι ολοκληρώνοντας το ποίημα αναφέρει:
Τούτη η μοίρα να’ ναι του γένους των ανθρώπων;
Μόλις η αλήθεια φάνηκε,
εσύ λύγισες, άμοιρη.
Τον παγωμένο θάνατο και το γυμνό τον τάφο
έδειχνες με το χέρι από μακριά.
Ο ποιητής καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η μόνη αλήθεια και η φυσική κατάληξη του ανθρώπου είναι ο θάνατος. «Η φύση δημιουργεί και τρέφει για να καταστρέψει». Στο συγκεκριμένο ποίημα ο ποιητής δεν θρηνεί μόνο για την αγαπημένη του, αλλά ταυτόχρονα εκφράζει και τις φιλοσοφικές του αντιλήψεις για τη ματαιότητα της ζωής, τη φθορά και το θάνατο και συνεπώς το ποίημα κατατάσσεται και στη φιλοσοφική ρομαντική ποίηση.
Ανακεφαλαιώνοντας, ο ρομαντισμός πρόσφερε στη λογοτεχνική δημιουργία την ελευθερία της έκφρασης που αποζητούσε. Με οδηγό το συναίσθημα και τη φαντασία, επαναπροσδιόρισε τη θέση του ατόμου στο φυσικό του περιβάλλον, δηλαδή στη φύση. Στη «Λίμνη» του Λαμαρτίν και «Στη Σίλβια» του Λεοπάρντι, δύο αντιπροσωπευτικά ποιήματα της ελεγειακής ρομαντικής ποίησης αποκαλύπτεται ο αντιφατικός ρόλος της φύσης, η οποία παρουσιάζεται άλλοτε ως προστατευτική φίλη και άλλοτε ως αδυσώπητη μοίρα που αντικατοπτρίζει το θάνατο και αποτυπώνεται η αγωνία των ποιητών απέναντι στο πεπερασμένο της ζωής και την αμείλικτη φθορά του χρόνου.
Ανάλυση ποιημάτων Μ. Καραγεωργάκη