Η Θεωρία των Ιδεών του Πλάτωνα
Οντολογική και γνωσιολογική θεωρία
Κεντρικός άξονας της φιλοσοφίας του Πλάτωνα είναι η θεωρία των Ἰδεῶν ή των Εἰδῶν, η ύπαρξη των οποίων αποτελεί, αφενός γνωσιολογική προϋπόθεση για την γνώση των αισθητών πραγμάτων και, αφετέρου, οντολογική προϋπόθεση για την ύπαρξή τους. Επειδή η οντολογία και η γνωσιολογία του Πλάτωνα συνδέονται, θα αναφερθούμε διεξοδικά και στις δύο θεωρίες του.
Κύρια αρχή της οντολογίας του Πλάτωνα είναι η θεωρία των Ἰδεῶν. Διακρίνει την πραγματικότητα σε δύο κόσμους: τον αισθητό κόσμο, τον κόσμο του γίγνεσθαι, των αισθητών όντων, κυρίαρχο γνώρισμα του οποίου είναι η μεταβλητότητα των πραγμάτων και των γεγονότων που τον συγκροτούν και το νοητό κόσμο, τον κόσμο του Εἶναι, τον κόσμο των ἰδεῶν. Οι ιδέες είναι νοητές οντότητες, αιώνιες, αναλλοίωτες, άφθαρτες, απόλυτες, αυθύπαρκτες, τα τέλεια πρότυπα των πραγμάτων, ενώ τα αισθητά όντα αποτελούν μιμήματα, μεθέξεις των ἰδεῶν. Οι ιδέες αποτελούν την υψηλή βαθμίδα της πραγματικότητας και τις αιτίες των αισθητών, ενώ αντιθέτως τα αισθητά όντα αποτελούν τη χαμηλή βαθμίδα, η οποία δεν αποτελεί ψευδαίσθηση, αλλά έχει μικρότερο βαθμό μετοχής στην πραγματικότητα.
Προς επίρρωση της οντολογικής του θεωρίας επικαλείται την παρομοίωση του ἡλίου.
Στην αλληγορία του ἡλίου αντιπαραβάλλεται ο ορατός κόσμος με τον νοητό, στον
οποίο βασιλεύει η ιδέα του ἀγαθοῦ. Το αγαθό είναι για τον νοητό κόσμο ό,τι ο
ήλιος για τον αισθητό κόσμο. Όπως ο ήλιος σχετίζεται με τη δύναμη της όρασης
και τα ορατά αντικείμενα, κατά τον ίδιο τρόπο σχετίζεται στον νοητό κόσμο το
αγαθό με το νου και τις ιδέες και επισημαίνει ότι το αγαθό είναι «το αίτιο της
γνώσης και της αλήθειας».
Στη γνωσιολογική του θεωρία ο Πλάτων διακρίνει την επιστήμη, την αληθινή γνώση
των ιδεών, η οποία αποκτάται μόνο μέσω της νόησης και τη δόξα, την απλή γνώμη
για τα πράγματα, η οποία αποκτάται μόνο δια των αισθήσεων. Στην Πολιτεία ο
Πλάτων μας παρουσιάζει δύο εικόνες για να αναπαραστήσει την οντολογική και τη
γνωσιολογική θεωρία του. Στην πρώτη, στην εικόνα της γραμμῆς, αναπαριστά τις
τέσσερις γνωσιολογικές καταστάσεις της ψυχής, οι οποίες αντιστοιχούν στο βαθμό
που τα οντολογικά αντικείμενά τους έχουν μετοχή στην ἀλήθειαν και στο ὂν. Η
νόησις και η διάνοια συνιστούν την ἐπιστήμην, την ανώτατη και αληθινή γνώση των
Ιδεών, ενώ η πίστις και η εἰκασία συνιστούν την δόξαν, την κατώτερη γνώμη των
μεταβαλλόμενων αἰσθητῶν ὄντων.
Στη δεύτερη, στην εικόνα του σπηλαίου, ο Πλάτων εικονογράφησε τη σύλληψη της
πραγματικότητας. Η σκοτεινή σπηλιά-δεσμωτήριο είναι ο κόσμος μας, οι
αλυσοδεμένοι σκλάβοι είναι οι άνθρωποι, ενώ οι αλυσίδες αντιπροσωπεύουν τα πάθη
και την άγνοια των ανθρώπων. Οι φυλακισμένοι βλέπουν μόνον σκιές, που αποτελούν
ατελείς εικόνες των αντικειμένων, τις οποίες, όμως, οι ίδιοι εκλαμβάνουν ως
πραγματικότητα. Για να μπορέσουν να αποκτήσουν πρόσβαση στην ανώτερη
πραγματικότητα, οφείλουν να αποδράσουν από τα δεσμά της αισθητηριακής
εμπειρίας, να σκαρφαλώσουν έξω από το σπήλαιο για να μπορέσουν να ατενίσουν την
αιώνια πραγματικότητα, εισερχόμενοι με τον τρόπο αυτό στην περιοχή της αληθινής
γνώσης με τη δύναμη του ήλιου, της υπέρτατης ιδέας του αγαθού, που φωτίζει τον
αληθινό κόσμο. Ο Πλάτων επισημαίνει ότι το χρέος του φιλοσόφου είναι να
γνωρίσει στην κοινωνία την εμπειρία της αλήθειας.
Η θεωρία της ανάμνησης
Στο πλαίσιο της διατύπωσης της διδασκαλίας του ο Πλάτων επιχείρησε, πέρα από τον προσδιορισμό της ουσίας της πραγματικότητας, να ερμηνεύσει το φαινόμενο της γνώσης, την οποία όρισε ως ανάμνηση. Η ψυχή, πριν γεννηθεί ο άνθρωπος, στον οποίο αυτή ανήκει, περιήχθη στους ουράνιους τόπους, όπου γνώρισε τις ιδέες, οι οποίες συγκροτούν την ουσία της πραγματικότητας. Όμως, η ψυχή με την είσοδό της στο σώμα του ανθρώπου, λησμόνησε τις ιδέες που είχε γνωρίσει. Προκειμένου η ψυχή του ανθρώπου να μπορέσει να γνωρίσει τις ιδέες και συνεπώς την αληθινή πραγματικότητα, θα πρέπει να τις ξαναθυμηθεί. Η αλήθεια στην οποία στοχεύει η γνώση, όπως δηλώνει η ετυμολογία της λέξης «αλήθεια» (α στερητικό και «λήθη») συνίσταται στην άρση της λήθης των ιδεών, στην οποία περιέπεσε ο άνθρωπος με τη συντελεσθείσα κατά τη στιγμή της γέννησής του είσοδο της ψυχής στο σώμα.
Η θεωρία του Πλάτωνα για τη γνώση ως ανάμνηση προβλήθηκε από τον ίδιο σαν επιχείρημα περί της αθανασίας της ψυχής. Γιατί, αν, όπως διατείνεται ο Πλάτων, είναι ακριβές ότι, όταν ερχόμαστε στον κόσμο αυτόν, είμαστε εφοδιασμένοι με έμφυτες ιδέες, με αλήθειες που τις μάθαμε πριν γεννηθούμε, τότε θα πρέπει να προϋπήρχε η ψυχή μας για να τις γνωρίσει. Στους πλατωνικούς διαλόγους Μένωνα και Φαίδωνα ο Πλάτων αναφέρεται στην αθανασία της ψυχής και στη διαδικασία της ανάμνησης των ήδη υπαρκτών και (ασυνείδητα) εγνωσμένων αληθειών, τις οποίες στη συνέχεια προσεγγίζει ο άνθρωπος μέσα από την έλλογη εξήγησή τους.
Συνοπτικά, συγκρίνοντας τη θέση του Σωκράτη και κατ΄επέκταση του Πλάτωνα για την ανάμνηση όπως παρουσιάζεται στον Μένωνα και στον Φαίδωνα επισημαίνονται τα εξής: Στον Μένωνα ο Σωκράτης δεν ενδιαφέρεται για την απόδειξη της αθανασίας της ψυχής όσο τον ενδιαφέρει να παρουσιάσει τις γνωσιολογικές επιπτώσεις της αθανασίας και μας παρουσιάζει τη θεωρία της ανάμνησης. Στον Φαίδωνα μας εξηγεί πού οφείλεται η δυνατότητά μας να επαναφέρουμε στη μνήμη μας προηγούμενες γνώσεις και για το λόγο αυτό επιχειρεί να αποδείξει την αθανασία της ψυχής.