6/4/22

Η άνοδος του Κωνσταντίνου Θ΄ Μονομάχου στο θρόνο

 Η άνοδος του Κωνσταντίνου Θ΄ Μονομάχου στο θρόνο

  Μετά το τραγικό τέλος του Μιχαήλ Ε΄ Καλαφάτη, ο θρόνος παρέμεινε στα χέρια της Ζωής και της Θεοδώρας πολύ λίγο καιρό. Η έλλειψη ικανότητας για τη διοίκηση του κράτους, που χαρακτήριζε τις δύο αδελφές και η αμοιβαία τους εχθρότητα έκαναν πολύ γρήγορα αισθητή την ανάγκη ενός άνδρα που θα μπορούσε με στιβαρό χέρι να αναλάβει τη διακυβέρνηση του κράτους. Η ακούραστη Ζωή ανέλαβε και πάλι να βρει σύζυγο και να διευθετήσει τα πράγματα. Έπειτα από ένα ή  δύο αποτυχημένα συνοικέσια, η τιμή να γίνει σύζυγος της εξηντάρας πια Ζωής έπεσε στον Κωνσταντίνο Μονομάχο, μέλος μιας από τις επιφανέστερες οικογένειες της πρωτεύουσας και συγγενή εξ αγχιστείας του Ρωμανού Γ΄ Αργυρού. Ο Ψελλός αναφέρει χαρακτηριστικά:

 

«Οὗτος γὰρ γένους ἕνεκεν τὰ πρῶτα τῆς βασιλείας φερόμενος, πολλῷ τε πλούτῳ κομῶν, καὶ κάλλει διαπρεπὴς ὤν, ἀμφήριστος εἰς κηδείαν ταῖς ὑπερτίμοις ἔδοξε γενεαῖς».

           

Προσθέτει, ακόμη, ότι ο Ρωμανός ο Γ΄, πριν γίνει αυτοκράτορας, τον υπεραγαπούσε και για το φυσικό του κάλλος και για τη λαμπρότητα της καταγωγής του και γι΄ αυτό τον πάντρεψε με την ανεψιά του.

 

«Ῥωμανός, εἰς τὸν ἰδιωτικὸν βίον ἒτι τελῶν , ἐπισημότατος δὲ παρὰ πᾶσιν ὢν ἀξιώματος ἕνεκα καὶ τῆς κρείττονος ὑπολήψεως, ἠγαπήκει τὸν ἄνδρα τοῦ τε ἄνθους τῆς ἡλικίας καὶ τῆς τοῦ γένους μεγαλοπρεπείας ἕνεκα, καὶ ἐγκεντρίζει τοῦτον τῷ γένει νεόφυτον κάλλιστον εἰς πιότατον καλλιέλαιον».

 

      Η πληροφορία εξάλλου του ιστορικού ότι ο Κωνσταντίνος Θ΄ Μονομάχος προερχόταν εκ «ῥίζης ἀρχαίων τῶν Μονομάχων», μας επιτρέπει να υποθέσουμε ότι οι ρίζες της οικογένειας του αυτοκράτορα ήταν πολύ βαθιές στο χρόνο.

     Την ευγενική καταγωγή του Κωνσταντίνου επιβεβαιώνει και ο Μιχαήλ Ατταλειάτης, ο οποίος παραθέτει ότι η Ζωή και η Θεοδώρα, αφού βασίλευσαν για λίγο μαζί, κάλεσαν από την εξορία τον Κωνσταντίνο Θ΄ Μονομάχο «ἀριστοκρατικὸν ἄνδρα καὶ θρέμμα τῆς πόλεως».  Ο ιστορικός αναφέρεται στην επισημότητα του γένους του Μονομάχου και στο τέλος της εξιστόρησης της βασιλείας του γράφοντας γι΄ αυτόν πως υπήρξε « ἀνὴρ πολιτικὸς καὶ γένους ἐπισήμου…».

    Τα στοιχεία που διαθέτουμε για την οικογένεια των Μονομάχων πριν τον 11ο αιώνα είναι ομολογουμένως λίγα και ασαφή, ενώ για τους Μονομάχους του 11ου αιώνα οι πληροφορίες είναι περισσότερες και σαφέστερες. Εκτός από τον Θεοδόσιο Μονομάχο, τον πατέρα του Κωνσταντίνου Θ΄ Μονομάχου, ο οποίος πιθανότατα κατείχε υψηλή δικαστική θέση, από σφραγίδα γνωρίζουμε τον πρωτοσπαθάριο Πόθο Μονομάχο, που ήταν δικαστής του Ιπποδρόμου στα μέσα του 11ου αιώνα. Σε άλλη σφραγίδα μνημονεύεται το όνομα του μαγίστρου Θεοδώρου Μονομάχου, ο οποίος υπηρέτησε ως κατεπάνω.

Μόρφωση

Για τη μόρφωση του Κωνσταντίνου Θ΄ Μονομάχου δεν γνωρίζουμε τίποτε συγκεκριμένο. Ο Ψελλός και ο Ζωναράς μας πληροφορούν ότι ο αυτοκράτορας υπήρξε γενικά άνθρωπος φιλομαθής, ότι τον έτερπαν οι συναναστροφές με λογίους, ότι επιδιδόταν κατά τη συνήθεια των γραμματικών της εποχής στη συγγραφή σχεδών και ότι θαύμαζε τους καλλιεργημένους άνδρες. Για το λόγο αυτό, μετά την άνοδό του στο θρόνο, συγκέντρωσε στα ανάκτορα τους πιο μορφωμένους από όλα τα σημεία της αυτοκρατορίας.

 

«Λόγοις δὲ οὐ πάνυ καθωμιληκὼς οὐδὲ τινα ἕξιν κτησάμενος λογιότητος, ἀλλ΄ ὅμως ἐζήλου τοῦτο τὸ μέρος, καὶ τοὺς ἐλλογιμωτέρους πανταχόθεν συνήνεγκεν εἰς τάς βασιλείους αὐλάς…».

 

    Από το γεγονός ότι ο Κωνσταντίνος Θ΄ Μονομάχος υπήρξε γόνος πλούσιας και επιφανούς οικογενείας, αρεσκόταν να συναναστρέφεται με μορφωμένους ανθρώπους, ενδιαφερόταν για τα γράμματα και συνέθετε σχέδη, αποκομίζουμε την εντύπωση, πως παρά την αυστηρή κριτική των βυζαντινών συγγραφέων για τις φιλολογικές του γνώσεις, είχε λάβει σχετική για την εποχή  και την «τάξη» του μόρφωση. Η κατοχή της υψηλής θέσης του ανώτατου δικαστή από το Θεοδόσιο Μονομάχο, η τοποθέτηση του Κωνσταντίνου στο αξίωμα του δικαστή του θέματος Ελλάδος το 1041-1042, καθώς και το ενδιαφέρον του για τη βελτίωση των νομικών σπουδών και τη λειτουργία των επαρχιακών δικαστηρίων μετά τη στέψη, δεν αποκλείει την πιθανότητα ο Κωνσταντίνος Θ΄ Μονομάχος να είχε νομικές γνώσεις.

Εξορία

     Μετά τη στέψη του Μιχαήλ Δ΄, ο Κωνσταντίνος Θ΄ Μονομάχος θεωρήθηκε επικίνδυνος αντίπαλος του νέου μονάρχη και πιθανός διεκδικητής του θρόνου και για το λόγο αυτό εξορίστηκε στη Μυτιλήνη. Αιτία της εξορίας του, σύμφωνα με τον Σκυλίτζη, ήταν οι διάφορες φήμες που τον ήθελαν να ανέρχεται στον αυτοκρατορικό θώκο. Με την άποψη αυτή φαίνεται να συμφωνεί και ο Ατταλειάτης, κατά τον οποίο η εξορία του Κωνσταντίνου Θ΄ Μονομάχου οφειλόταν στο ότι θεωρήθηκε ύποπτος για την ανάληψη της εξουσίας.

 Ανάκληση και στέψη

     Ο Κωνσταντίνος Θ΄ Μονομάχος παρέμεινε στη Μυτιλήνη επτά περίπου χρόνια και ανακλήθηκε, όταν, μετά το θάνατο του υποψηφίου για το θρόνο Κωνσταντίνου Αρτοκλίνη, επελέγη αυτός στη θέση του. Η ανάκλησή του έγινε κατά τον Ατταλειάτη και από τις δύο βασίλισσες, κατά τον Σκυλίτζη μόνο από τη Ζωή, ενώ κατά τον Ψελλό με την ομόφωνη γνώμη της Ζωής και της συγκλήτου. Σύμφωνα με τον Ψελλό, όταν πέθανε ο Αρτοκλίνης, η Ζωή ανακάλεσε στη μνήμη της τον Κωνσταντίνο Θ΄ Μονομάχο και μίλησε γι΄αυτόν στους έμπιστους ανθρώπους της.

Όταν διαπίστωσε πως όλοι ανεξαιρέτως υποστήριξαν την υποψηφιότητά του και την επιστροφή του στα ανάκτορα σαν με ένα κοινό σύνθημα, τότε ανήγγειλε την  απόφασή της στη σύγκλητο, η οποία θεώρησε την απόφαση της βασίλισσας θεόπνευστη.

 

«…( βασιλς ) νατυποῖ τν Κωνσταντνον τος λογισμος, νακαλύπτει δ κα τ γλώττ πρς τ περ αυτν δορυφορικν κα οκίδιον, κα πειδ πάντας σπερ π συνθήματος εδεν ες τ κράτος τν νδρα ψηφιζομένους, καταγγέλλει κα τ κκρίτ τ δόξαν βουλῇ˙ φανέντος δ κα παρ’ ατος θεοκινήτου το δόγματος, μετακαλεῖται τς περορίας Κωνσταντνος».

 

   Η εκλογή του Κωνσταντίνου Μονομάχου στο βυζαντινό θρόνο κάθε άλλο παρά ανέλπιστη ή απροσδόκητη ήταν. Η  κοινωνική  «τάξη» και σειρά, οι συγγενικοί του δεσμοί, η θέση του στη σύγκλητο, η καλλιέργεια και οι εξευγενισμένοι τρόποι του, τον καθιστούσαν ανέκαθεν πιθανό διεκδικητή της εξουσίας.

Ο νέος μονάρχης φαίνεται πως ανταποκρινόταν πλήρως στα ιδεώδη της κοινωνίας της αστικής «αριστοκρατίας», αλλά και της renovatio του ρωμαϊκού αυτοκρατορικού μεγαλείου που επικρατούσαν στην εποχή του. Για το λόγο αυτό, άλλωστε, είχε εξοριστεί από τους προκατόχους του, παρά το ότι καμία πηγή δεν μνημονεύει αν είχε προβεί σε κάποια συγκεκριμένη συνωμοτική ενέργεια κατά της κεντρικής εξουσίας.

Στις 11 Ιουνίου 1042 τελέστηκε ο γάμος της Ζωής και του Κωνσταντίνου Θ΄ Μονομάχου. Ήταν ο τρίτος γάμος και των δύο. Σύμφωνα με τη νεαρά του 920, η τριτογαμία δεν επιτρεπόταν παρά κατ΄ εξαίρεση, όταν οι υποψήφιοι ήταν κάτω των σαράντα ετών και δεν είχαν παιδιά. Η Ζωή το 1042 ήταν εξήντα τεσσάρων περίπου ετών και ο Κωνσταντίνος πάνω από σαράντα. Εξαιτίας της τριτογαμίας ο πατριάρχης Αλέξιος δεν συμμετείχε στην τελετή του γάμου. Παραβλέποντας, ωστόσο, το κανονικό πρόβλημα που προέκυπτε από την τριτογαμία, ιερούργησε τη στέψη του αυτοκράτορα, επειδή σίγουρα γνώριζε τη θύελλα που είχε ξεσηκώσει η τεταρτογαμία του Λέοντα ΣΤ΄ και τα δυσάρεστα αποτελέσματά της.

O αυτοκρατορικός γάμος απεικονίζεται σε μικρογραφία του χειρογράφου της Συνόψεως Ἱστοριών του Σκυλίτζη σε κώδικα του 13ου αιώνα, ο οποίος σώζεται στη Μαδρίτη και κοσμείται από 574 μικρογραφίες σχετικές με τα γεγονότα που αφηγείται ο ιστορικός. Εκτός από το γάμο της Ζωής με τον Κωνσταντίνο Θ΄ Μονομάχο, απεικονίζονται και οι δύο προηγούμενοι γάμοι της.