Τζoν Κητς (John Keats) (1795 - 1821)
Άγγλος ρομαντικός λυρικός ποιητής που γεννήθηκε στο Λονδίνο το 1795 και πέθανε στη Ρώμη το 1821. Αφιέρωσε τη σύντομη ζωή του στην τελειοποίηση μιας ποίησης που χαρακτηρίζεται από δυνατές εικόνες και σχήματα λόγου, τη μεγάλη αισθητική έλξη που ασκεί και την προσπάθεια να εκφράσει μια φιλοσοφική στάση μέσα από τους μύθους της κλασικής αρχαιότητας. Πέθανε στα 25 του χρόνια από φυματίωση στη Ρώμη όπου είχε πάει αναζητώντας θεραπεία.
Η ποίηση του, στις καλύτερες της στιγμές, μεταδίδει μια άμεση, ζωγραφική σχεδόν εντύπωση του πράγματος ή της κατάστασης που περιγράφει. Αυτό είναι συνέπεια της θεωρίας του για τη χαμαιλεοντική φύση τού ποιητή, ο οποίος ιδιοποιείται τον χαρακτήρα κάθε βιώματος, χωρίς να επιτρέπει στο βαθύτερο του εγώ να επεμβαίνει στη μετάδοση αυτού που αισθάνεται.
Η αλληλογραφία του αποκαλύπτει μια εκπληκτικά ώριμη στάση απέναντι στην ζωή και την τέχνη και φανερώνει με ελάχιστες εξαιρέσεις, ένα πρόσωπο αξιαγάπητο, ακριβώς επειδή η ισορροπία που είχε κατορθώσει ήταν το αποτέλεσμα μιας νίκης πάνω στην εσωτερική βιαιότητα της ιδιοσυγκρασίας του. Η επίδραση πάνω σε άλλους ποιητές ήταν σημαντική τον 19ο αιώνα και συνεχίζεται μέχρι σήμερα.
Γνωστότερα ποιήματα
Τα γνωστότερα ποιήματα του είναι ο Ενδυμίων (Endymion), Η Ωραία Χωρίς Οίκτο (La Belle Dame sans Merci), Ωδή στην Μελαγχολία (Ode on melancholy), Ωδή σ´ ένα Αηδόνι (Ode to a Nightingale), Ωδή σε μια Ελληνική Υδρία (Ode to a Grecian Urn), Ωδή στην ψυχή (Ode to Psyche), Η Παραμονή της Αγίας Αγνής (The Eve of St. Agnes) και ο Υπερίων (Hyperion).
Ωδή στη μελαγχολία
Μη!
Μην πας στη Λήθη και μη ζητάς το στάλαγμα
Τ' Ακόνιτου να πιεις. Στο γαλανό σου μέτωπο
Φιλί του Στρύχνου μη δεχτείς ποτέ - κι ας είναι
Εκείνος άλικο της Περσεφόνης δώρο.
Αλήθεια, με καρπούς Ιτάμου θέλεις να φτιάξεις
Κομπολόι; Α, τη θλιμμένη σου ψυχή!
Μα πως αντέχεις τριζόνι του θανάτου να τη δεις
Ή πεταλούδα νεκρική, και μες στις χώρες της Λύπης
Το μοιρολόι του γκιώνη να 'χεις συντροφιά;
Φυλάξου τώρα! Γιατί θα 'ρθει αχνόθωρος ίσκιος πάνω στη σκιά
Και την ασίγητη αγωνία της ψυχής θα πνίξει...
Αλλ' όταν ο ζόφος γείρει της Μελαγχολίας,
Κι άξαφνα, από τους ουρανούς, σα δακρυσμένο σύννεφο κυλήσει,
Τα λιπόθυμα τινάζοντας των λουλουδιών κεφάλια, και τους πράσινους
Λόφους σκεπάζοντας, με τ' Απριλιού το νεκρικό σεντόνι,
Τότε τη θλίψη σου χόρτασε, με τη δροσιά του πρωινού τριαντάφυλλου.
Ή πάνω στο ουράνιο τόξο, που με το κύμα σπάζει στ' ακρογιάλι.
Ή ακόμη, πέρα στο βασιλικό της παιωνίας πλούτο.
Κι αν την Αγαπημένη σου, μια μέρα, έξαλλη δεις από θυμό,
Το τρυφερό της χέρι αιχμαλώτισε - άσε τη να λυσσομανά,
Κι εσύ πιες - πιες ως το τέλος - τη φλόγα που καίει βαθιά,
Στα σμαράγδινα μάτια της.
Ζει με την Ομορφιά η Μελαγχολία - την Ομορφιά
Που πρέπει να πεθάνει. Και τη Χαρά που πάντα
Το χέρι στα χείλη της έχει κι είναι έτοιμη να πει: αντίο.
Εκεί κοντά της Ηδονής ο πόθος - μα φαρμάκι γυρίζει
Την ίδια στιγμή που αχόρταγα πίνει το μελίρρυτο στόμα.
Α, ναι! Μες στο ναό της Ηδονής, τ' αληθινό της ιερό
Η πεπλοφόρος Μελαγχολία έχει κεντήσει.
Κι είναι απ' όλους αθέατη - παρεκτός κι εάν κάποιου η αδάμαστη γλώσσα
Της Χαράς το σταφύλι να σπάσει μπορεί
Στον κρουστό του ουρανίσκο επάνω.
Αλλά τότε, η πανίσχυρη θλίψη της μεμιάς θ' αναρπάσει την ψυχή του
Κι εκεί ψηλά, καταμεσίς στ' αραχνιασμένα της τρόπαια, θα κρεμαστεί!