5/4/22

Περί αρμοδιότητος των δικαστηρίων

ΠΕΡΙ ΑΡΜΟΔΙΟΤΗΤΟΣ ΤΩΝ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΩΝ

      Στον πεντηκοστό πρώτο τίτλο της Πείρας «Περὶ δικαστῶν», μεταξύ των δικονομικών και άλλων θεμάτων που αναλύονται, παρέχονται γενικές και χρήσιμες πληροφορίες για τη δικαστηριακή οργάνωση.

       Στον τίτλο 51.6 της Πείρας σημειώνεται:

 

«Ὅτι εἲ τινι δικαστῇ παραπεμφθῇ παρὰ τινος τῶν ἀντιπροσωπόντων  (ενδεχομένως «ἀντιπροσωπευομένων») τῷ βασιλεῖ δίκη, οὐκ ἔχει οὗτος ὁ δικαστὴς ἐξουσίαν ἀπολύειν ἤ καταδικάζειν τὸ μέρος, ἀλλὰ διαγνώμονος μόνον ἔχει τάξιν. εἰ δὲ καὶ γίνηται ἔκκλητος παρὰ τοῦ δικασθέντος παρ’αὐτοῦ, οὐ κατὰ τοῦ διαγνώμονος κινεῖται ἡ ἔκκλητος, ἀλλὰ κατὰ τοῦ δεδωκότος  αὐτῷ τὴν δίκην.

      Στο συγκεκριμένο χωρίο αντιλαμβανόμαστε ότι, εάν κάποιος έχει αναλάβει την εκδίκαση μίας υπόθεσης κατόπιν εντολής του αυτοκράτορα και παραπέμψει την υπόθεση σε άλλον δικαστή, τότε ο τελευταίος δεν μπορεί να εκδικάσει την υπόθεση και να βγάλει απόφαση, όπως ακριβώς συνέβαινε  και με τους παρέδρους των αρχόντων.

        Οι δικαστές πρέπει να κρίνουν σύμφωνα με τους νόμους:

«Ὅτι οὐ χρὴ τὸν δικαστὴν  ἀκολουθεῖν προγεγενημένῃ ψήφῳ, ἀλλὰ σκοπεῖν, τὶ τὸ τοῖς νόμοις ἀκόλουθον καὶ οὕτως ἀποφαίνεσθαι.

       Kάθε δικαστής διαθέτει μία μόνο ψήφο σε ένα πολυμελές δικαστήριο και η απόφαση βασίζεται στην πλειοψηφία των δικαστών.

 

«…Ὅτι νόμος ἐστίν, ὅταν διαφωνία γένηται ἐν τοῖς δικάζουσιν, ἕκαστον τῶν δικαστῶν τὴν ἰδίαν ψῆφον διδόναι ˙ καὶ ἕτερος νόμος ˙   « ἡ τῶν πλειόνων ψῆφος κρατεῖ».

    Το σημαντικότερο ίσως κεφάλαιο του πεντηκοστού πρώτου τίτλου της Πείρας είναι εκείνο, που αναφέρεται στο «αρμόδιο» για την εκδίκαση μιας υπόθεσης δικαστήριο.

Συγκεκριμένα σημειώνεται:

 

«…ἀφορμαὶ πολλαὶ εἰσὶ τῶν ἀνθρώπων καὶ τῶν δικαστῶν. οἱ μὲν γὰρ τῶν ἀνθρώπων εἰσὶν  ἐπὶ ταῖς θύραις, καὶ ὑπόκεινται ταῖς ἑταιρειαρχείαις καὶ τῷ πρωτοβεστιαρίῳ˙ οἱ δὲ πλέουσι τὴν θάλασσαν, καὶ ὑπόκεινται τῷ παραθαλασσίτη˙ οἱ δὲ πλώϊμοι τῷ δρουγγαρίῳ˙ οἱ δὲ τῶν τεχνῶν τῷ ἐπάρχῳ˙οἱ δὲ περὶ διαθήκας  τῷ κοιαίστωρι.»

    Κατά την Αικ. Χριστοφιλοπούλου τα παραπάνω δικαστήρια αποτελούν μονομελή δικαστήρια στο πλαίσιο κρατικών υπηρεσιών με αποκλειστική αρμοδιότητα την εκδίκαση διαφορών μεταξύ των προσώπων που τελούν σε υπηρεσιακή σχέση με τη δικάζουσα αρχή. Άλλωστε οι επικεφαλής κρατικών υπηρεσιών μπορούσαν να κρίνουν  υποθέσεις μεταξύ των υφισταμένων τους ή υποθέσεις στις οποίες ο εναγόμενος ανήκε στην υπηρεσία τους. Πρόκειται για τη συνέχεια της ρωμαϊκής αρχής, σύμφωνα με την οποία ο επικεφαλής υπηρεσίας έχει δικαστική δικαιοδοσία στη σφαίρα των διοικητικών του αρμοδιοτήτων και επί των υφισταμένων του.

       Περισσότερες πληροφορίες σχετικά με το «αρμόδιο»για την εξέταση μιας υπόθεσης δικαστήριο μας παρέχει η Εκλογή των Βασιλικών. Ο σχολιασμός της Εκλογής των Βασιλικών δείχνει ότι δεν διατηρήθηκε μόνο η ορολογία του ρωμαϊκού δικαίου, αλλά και όσα υπαγορεύονταν σχετικά με τη δικαιοδοσία των δικαστηρίων, εξακολουθούσαν να βρίσκονται σε ισχύ και τον 12ο αιώνα, όπως παρατηρεί η Ρ. Μακρίδη, η οποία μελέτησε τις πολύτιμες πληροφορίες της Εκλογής των Βασιλικών και επεσήμανε τα βασικά κριτήρια σχετικά με τον προσδιορισμό του «αρμόδιου»δικαστηρίου.

       Ο πρώτος και γενικός κανόνας είναι η παλαιά αρχή του ρωμαϊκού δικαίου, ότι ο ενάγων έπρεπε να προσφύγει σε δικαστήριο που είχε δικαιοδοσία επί του εναγομένου, δηλαδή σε δικαστήριο που έδρευε στην περιοχή όπου κατοικούσε ο εναγόμενος.

 

«Ὁ ἐνάγων ἀκολουθείτω τῷ φόρῳ τοῦ ἐναγομένου ˙ φόρος δέ ἐστιν, ἔνθα νῦν ἔχει τὴν κατοίκησιν ἤ ὃπου εἶχεν ἐν καιρῷ τοῦ συναλλάγματος».

     Ο συγκεκριμένος κανόνας δεν ίσχυε, όταν ο εναγόμενος βρισκόταν στην πρωτεύουσα, που αποτελούσε την αρμόδια έδρα εκδίκασης υποθέσεων για όλους τους υπηκόους της αυτοκρατορίας, με ορισμένες εξαιρέσεις ξένων υπηκόων ή πρεσβευτών.

   ΄Ενας δεύτερος κανόνας είναι η ιδιότητα του εναγομένου. Για παράδειγμα οι κληρικοί και οι μοναχοί οδηγούνται ενώπιον του τοπικού επισκόπου ή του πατριάρχη, οι συγκλητικοί ενώπιον του αυτοκράτορα, οι στρατιωτικοί ενώπιον στρατιωτικών δικαστών και τα μέλη των συντεχνιών ενώπιον του επάρχου της πόλεως.

Αναφέρονται ενδεικτικά τα εξής:

«… Καὶ πᾶς δικαστής, ἂν ἐν Κωνσταντινουπόλει ἐστίν, ἂρχων λέγεται καὶ ἐξουσίαν ἔχει κατὰ τῶν ὑπὸ τὴν δικαιοδοσίαν καὶ τὴν κρίσιν αὐτοῦ. Οἷον ὁ ἔπαρχος ἐξουσίαν ἔχει ἐπὶ πᾶσι τοῖς συστηματικοῖς καὶ ἰδιώταις καὶ τέχνην οἱανδήτινα μετερχομένοις, καὶ ἁπλῶς πᾶς δικαστὴς ἐξουσίαν ἔχει ἐπὶ τοῖς ὑποκειμένοις καὶ δικαζομένοις παρ’αὐτοῦ».

 Επίσης αναφέρεται: «Σαφηνίσω δὲ σοὶ τὸ λεγόμενον ˙ ὁ νόμος ἑνὶ ἑκάστῳ τῶν ἀνθρώπων δέδωκε δικαστὴν πρόσφορον καὶ ὥρισε παρ’ ἐκείνου κρίνεσθαι μόνον, οἷον τῷ κληρικῷ καὶ τῷ μοναχῷ τὸν κατὰ χώραν ἐπίσκοπον ἢ τὸν πατριάρχην, τῷ συγκλητικῷ τὸν βασιλέα, τῷ συστηματικῷ τὸν ἔπαρχον».

 Επιπλέον: « Ἔμαθες, ὅτι τοῖς κληρικοῖς πρόσφορός ἐστι δικαστὴς ὁ πατριάρχης, τοῖς δὲ λαϊκοῖς τοῖς μήτε συγκλητικοῖς μήτε ἀξιωματικοῖς ὁ δρουγγάριος».

Ένα τρίτο κριτήριο είναι το είδος της εκδικαζομένης υποθέσεως. Σε αυτήν  την κατηγορία εμπίπτει και η αναφορά της Πείρας στον κοιαίστωρα και η εν συνεχεία επεξήγηση:

«… ἐὰν οὖν τὶς ἔχων δίκην, ὅτι οὐκ ἀληθής ἐστιν ἡ διαθήκη, ἑλκύσει τὸν ἀντίδικον αὐτοῦ παρὰ τῷ ἐπάρχῳ, ὁ δὲ ἀμνηστηθῇ καὶ ψηφίσηταὶ τι κατ’αὐτοῦ ὁ ἔπαρχος, οὐκ ἰσχύει ἡ δικαιοδοσία ˙ ὁμοίως καὶ ἂν περὶ κεκωλυμένων βλαττίων  ἤ ἑτέρας τέχνης κινῶν τις δίκην ἑλκύσῃ τὸν ἀντίδικον ἐπὶ τῷ παραθαλασσίτη, οὐδὲν ἐπὶ τούτῳ δύναται ἡ δικαιοδοσία τοῦ παραθαλασσίτου ˙ καὶ ἐπὶ τῶν ἄλλων ὁμοίως».

      Επομένως, αρκετά κριτήρια καθορίζουν την εξέταση της υπόθεσης από το «αρμόδιο δικαστήριο». Σύμφωνα με την Εκλογή των Βασιλικών, εάν ο εναγόμενος έχει οδηγηθεί χωρίς τη θέλησή του ενώπιον αναρμοδίου δικαστηρίου, τότε η απόφαση του δικαστή δεν έχει ισχύ, εκτός κι αν δικάζει κατόπιν αυτοκρατορικής λύσεως.