Τρεις αδελφές Άντον Τσέχωφ
Άντον Πάβλοβιτς Τσέχωφ
Ο Άντον Πάβλοβιτς Τσέχωφ (1860-1904) ήταν Ρώσος θεατρικός συγγραφέας και ένας από τους μεγαλύτερους διηγηματογράφους της παγκόσμιας λογοτεχνίας. Σπούδασε και εργάστηκε ως γιατρός. Θεωρείται από τις πιο σημαντικές μορφές της παγκόσμιας δραματουργίας και άσκησε μεγάλη επίδραση στη θεατρική λογοτεχνία του 20ού αιώνα. Στα έργα του αποτυπώνεται η διαρκής φθορά της καθημερινής ζωής. Οι ήρωές του είναι άνθρωποι της ανώτερης κυρίως τάξης, που «ξοδεύουν» τη ζωή τους μέσα στην πνιγηρή ατμόσφαιρα της ρώσικης επαρχίας. Πασίγνωστα θεατρικά του έργα: ο Γλάρος, ο Θείος Βάνιας, ο Βυσσινόκηπος, Οι Τρεις Αδελφές.
Οι Τρεις Αδελφές (Три сeстры) είναι τετράπρακτο θεατρικό δράμα γραμμένο από τον Ρώσο συγγραφέα Άντον Τσέχωφ το 1900. Το έργο διαδραματίζεται σε μια επαρχιακή πόλη της Ρωσίας και αφορά στην διάψευση των ελπίδων και των επιθυμιών των προσώπων και ιδιαίτερα των τριών αδελφών, από την καθημερινότητα και το βάρος της ζωής.
Το έργο πρωτοπαρουσιάστηκε στο «Θέατρο Τέχνης» της Μόσχας από τον Κονσταντίν Στανισλάφσκι στις 31 Ιανουαρίου του 1901.
Ο Στανισλάφσκι στον ρόλο του «Βερσίνιν»
Στην Ελλάδα πρωτοπαρουσιάστηκε τον Ιούνιο του 1932 με τρεις κορυφαίες ερμηνεύτριες στους πρωταγωνιστικούς ρόλους, την Κυβέλη, την Αλίκη και την Μιράντα.
Το πρόγραμμα της πρώτης ελληνικής παράστασης
Η υπόθεση του έργου
Η Όλγα, 28 χρονών, η Μάσσα, 23, και η Ιρίνα, 20, κατοικούν μαζί με τον αδελφό τους Αντρέι Πραζόρωφ, σε μία επαρχιακή πόλη που τις έριξε η μοίρα – αφού η οικογένεια ακολούθησε τον στρατιωτικό πατέρα στην μετάθεσή του εκεί. Ο πατέρας τους όμως πέθανε πριν από ένα χρόνο, και τώρα η οικογένεια επιθυμεί και σκέφτεται να εγκαταλείψει την πόλη για να γυρίσει στην γενέθλια πόλη τους, τη Μόσχα, από την οποία έχουν τόσες ωραίες αναμνήσεις.
Η ζωή τους στην επαρχιακή πόλη δεν τους αρέσει, αφού δεν υπάρχει κοσμική και πνευματική κίνηση, δεν υπάρχουν διασκεδάσεις, ούτε ενδιαφέροντα. Εν τω μεταξύ, περιορίζονται να περνούν την ώρα τους συναναστρεφόμενες τους παλιούς συναδέλφους του πατέρα τους, τους αξιωματικούς της Φρουράς της πόλης.
Όταν στην πόλη καταφτάνει ο αντισυνταγματάρχης Βερσίνιν, η Μάσσα (ήδη παντρεμένη με τον καθηγητή του Γυμνασίου Κουλίγκιν Φιόντορ Ίλιτς) θα αφεθεί -περισσότερο για να γλιτώσει από την ανία της ζωής και την ψυχρή σχέση που έχει με τον άντρα της– σε μια πλατωνική σχέση έρωτα μαζί του.
Και η Ιρίνα όμως, θα παρασυρθεί από τα αισθήματα του
ερωτευμένου υπολοχαγού Τούζενμπαχ Νικολάι προς το πρόσωπό της, για να γλυκάνει
λίγο την μονότονη ζωή της, περιμένοντας πότε θα φύγουν για τη Μόσχα.
Η Όλγα, η μόνη εξάλλου που δουλεύει ως καθηγήτρια στο τοπικό Γυμνάσιο της
πόλης, δεν παρασύρεται από την ψευδαίσθηση του έρωτα, αλλά και αυτή θεωρεί ότι
η ευτυχία την περιμένει στη Μόσχα.
Ο αδελφός τους, ο Αντρέι Πραζόρωφ, ονειρεύεται και αυτός τη Μόσχα και μία θέση
στο Πανεπιστήμιό της, για να συνεχίσει την καριέρα του στο πνευματικό
περιβάλλον ενός Πανεπιστημίου. Παντρεύεται τον έρωτά του, τη νεαρή Νατάσα
Ιβάνοβνα και μάλιστα κάνουν και ένα παιδί, αλλά ούτε αυτός ο γάμος είναι
ευτυχισμένος. Η Νατάσα αποδεικνύεται μια επιπόλαιη και επιφανειακή γυναίκα, που
δεν μπορεί να καλύψει τις βαθύτερες συναισθηματικές ανάγκες του Πραζόρωφ. Και
έτσι περνάει ο καιρός, περνάει και η ζωή τους.
Στο τέλος, ο Βερσίνιν θα φύγει από την πόλη σε μια νέα μετάθεσή του, ο Τούζενμπαχ θα σκοτωθεί σε μονομαχία από τον ερωτικό αντίζηλό του για την καρδιά της Ιρίνας, λοχαγό Σαλιόνιν, και οι τρεις αδελφές θα παραμείνουν εκεί που βρίσκονται, ανίκανες να κάνουν το βήμα που τόσο επιθυμούν.
Είχα την τύχη να παρακολουθήσω την παράσταση «Οι Τρεις Αδελφές» τον Νοέμβριο του 2004 στο Θέατρο «Κάτια Δανδουλάκη» από τον θίασο της Κάτιας Δανδουλάκη, απόδοση Μάριου Πλωρίτη, σκηνοθεσία Νικίτα Μιλιβόγιεβιτς με ένα υπέροχο καστ ηθοποιών: Όλγα: Κάτια Δανδουλάκη, Μάσσα: Θέμις Μπαζάκα, Ιρίνα: Μαρίνα Ψάλτη, Βερσίνιν:Γιάννης Φέρτης. Τους υπόλοιπους ρόλους ερμήνευσε ένα επιτελείο καταξιωμένων ηθοποιών: Άγγελος Αντωνόπουλος, Άρης Λεμπεσόπουλος, Στέλιος Μάινας, Θέμις Μπαζάκα, Μάνια Παπαδημητρίου. H παράσταση ήταν αφιερωμένη στην επέτειο των εκατό χρόνων από τον θάνατο του Τσέχωφ (2 Ιουλίου 1904).
Τρεις αδελφές ονειρεύονται την ευτυχία στη γη της επαγγελίας, στην πόλη τους τη Μόσχα, που από μικρές αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν. Ο Αντόν Παύλοβιτς Τσέχωφ γράφει το 1901 ένα από τα μεγαλύτερα έργα του 20ού αιώνα με έντονους υπαρξιακούς και κοινωνικούς προβληματισμούς, στο οποίο οι ήρωες στρέφουν το βλέμμα στο παρελθόν εξιδανικεύοντάς το, παραμελώντας το παρόν. Γενικά, οι χαρακτήρες του Τσέχωφ φαινομενικά αδρανούν, μα μέσα τους πονούν, υποφέρουν. Η ζωή τους είναι σαν δηλητήριο που λίγο λίγο κατατρώει τα σωθικά τους. Ο καθένας ζει το δράμα του μέσα σε μια στατικότητα που καταδεικνύει τη βαλτώδη καθημερινότητά τους, που θυμίζει κινούμενη άμμο, η οποία πρόκειται να καταπιεί έως και τον πιο αθώο, τον πιο άφθαρτο όπως η Ιρίνα στις «Τρεις Αδελφές». Μία υπέροχη παράσταση από ένα επιτελείο καταξιωμένων ηθοποιών.
Από το πρόγραμμα της παράστασης
Με τους όρους της μουσικής, οι Τρεις Αδελφές είναι - θα λέγαμε – μια «φούγκα» (φυγή) - μια πολυφωνική σύνθεση, που το αρχικό θέμα της αναπτύσσεται με παραλλαγές, από διάφορες φωνές ή όργανα.
Της τσεχωφικής «φούγκας» θέμα αποτελεί η φυγή, αλλά με την τρέχουσα έννοια της λέξης. Εδώ, όλα και όλοι φεύγουν. Φεύγουν ο χρόνος (φυσικά) και ο χώρος, ως τόπος βίου. Φεύγουν τα πρόσωπα - οι τρεις αδελφές από το σπίτι τους, οι αξιωματικοί - φίλοι τους από την πόλη, ο ένας τους φεύγει και από τη ζωή. Φεύγουν οι ελπίδες και τα όνειρα, φεύγουν ο έρωτας και ο γάμος, φεύγουν τα πουλιά, ακόμα και τα δέντρα που θα τα κόψει ή άξεστη νύφη τους.
Αυτό το πιο ποιητικό έργο του Τσέχωφ, γέμει από παραλλαγές του ανεκπλήρωτου: όλοι σχεδόν οραματίζονται, ποθούν, λαχταρούν, σχεδιάζουν ένα Αύριο για τους ίδιους και για τους άλλους. Αλλά όλους τους καραδοκεί και τους αφανίζει η διάψευση, η απογοήτευση, η αποτυχία (συναισθηματική, πνευματική, επαγγελματική, οικογενειακή), ο συμβιβασμός, που είναι μια μακρόσυρτη υποταγή στην αποτυχία, ακόμα πιο ταπεινωτική.
Η ΡΙΖΑ αυτής της κατάπτωσης, αυτών των ναυαγίων, βρίσκεται όχι μόνο στις «συνθήκες», αλλά στη δική τους ανημπόρια, αδράνεια, παθητικότητα… στην αναντιστοιχία ανάμεσα σε ιδέες και ενέργεια, ανάμεσα σε επιθυμίες και πράξη. Όλοι τους σχεδόν είναι «άνθρωποι καλής θέλησης», ευγενικοί, στοργικοί, καλλιεργημένοι - αλλά αδύναμοι να εφαρμόσουν αυτά που λένε, να ζήσουν αυτά που ποθούν, να δράσουν για ένα σκοπό, ν΄ αντιδράσουν στις αντιξοότητες και τις αθλιότητες…
Μάριος Πλωρίτης