ΙΜΠΕΡΙΑΛΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΑΠΟΙΚΙΟΚΡΑΤΙΑ: Η ΕΥΡΩΠΗ ΣΤΟ ΚΕΝΤΡΟ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ
Δημιουργία νέων αποικιακών αυτοκρατοριών
Τις πρώτες αποικιακές αυτοκρατορίες, την πορτογαλική και την ισπανική τον 16ο αιώνα, διαδέχθηκαν η ολλανδική, η βρετανική και η γαλλική κατά τον 17ο και τον 18ο αιώνα. Τον 19ο αιώνα οι Ευρωπαίοι εξαπλώθηκαν στο εσωτερικό της αφρικανικής ηπείρου, της Βόρειας Αμερικής και της Αυστραλίας, σε περιοχές που δεν είχαν εξερευνηθεί και κατακτηθεί κατά τους προηγούμενους αιώνες. Εγκαθίδρυσαν μια αδιαμφισβήτητη πολιτική, οικονομική και πολιτισμική ηγεμονία και ενοποίησαν τον υπόλοιπο κόσμο.
Ποιες αλλαγές έγιναν στο αποικιακό καθεστώς;
Ο 19ος αιώνας άλλαξε τον αποικιακό χάρτη των περασμένων αιώνων. Η δημιουργία ανεξάρτητων κρατών στη Λατινική Αμερική στέρησε από την Ισπανία το κυριότερο και μεγαλύτερο τμήμα της αυτοκρατορίας της. Η θέση της Ισπανίας ως αποικιακής δύναμης κλονίστηκε οριστικά στο τέλος του αιώνα, όταν οι Ισπανοί ηττήθηκαν από τους Αμερικανούς στον Ισπανοαμερικανικό Πόλεμο του 1898 με αποτέλεσμα να εγκαταλείψουν τις Φιλιππίνες και την Κούβα, η οποία έγινε «ανεξάρτητη», περνώντας ουσιαστικά στη σφαίρα επιρροής των ΗΠΑ. Η άλλοτε κραταιά Ισπανία διατήρησε μόνο τον έλεγχο ενός μικρού τμήματος του Μαρόκου και της βορειοδυτικής Αφρικής.
Η Πορτογαλία έχασε τη Βραζιλία, η οποία έγινε ανεξάρτητο κράτος, ωστόσο στα τέλη του 19ου αιώνα κατείχε ακόμα σημαντικές κτήσεις στη Δυτική και την Ανατολική Αφρική, τις οποίες εποφθαλμιούσαν Βρετανοί και Γερμανοί.
Η Ολλανδία διατήρησε τις προσοδοφόρες αποικίες της στη Νοτιο-ανατολική Ασία (Ινδονησία) και στα βορειοδυτικά παράλια της Λατινικής Αμερικής, όμως δεν πρόσθεσε καμιά νέα αποικία στην αυτοκρατορία της κατά τον 19ο αιώνα.
Από τις παλιές αποικιοκρατικές δυνάμεις μόνο η Βρετανία και η Γαλλία επέκτειναν τις αποικιακές αυτοκρατορίες τους τον 19ο αιώνα και ήταν οι πρώτες χώρες οι οποίες έγιναν παγκόσμιες δυνάμεις μέσω των αποικιών τους, αν και οι δύο υπέστησαν σημαντικές απώλειες κατά τον 18ο αι.: η Γαλλία στη Βόρεια Αμερική κατά τον Επταετή Πόλεμο (1756-1763) εναντίον της Βρετανίας και η Βρετανία λίγα χρόνια αργότερα στον ίδιο χώρο, όταν οι Βρετανοί άποικοι εξεγέρθηκαν κατά της μητροπολιτικής κυριαρχίας (1776-1783), κέρδισαν την ανεξαρτησία τους και ίδρυσαν τις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής.
Μεγάλη ήταν η επέκταση και της Ρωσίας, η οποία κατέλαβε εδάφη στην κεντρική και βορειοανατολική Ασία. Τις τελευταίες δύο δεκαετίες του αιώνα εμφανίστηκαν νέα εθνικά κράτη της Ευρώπης, η Ιταλία, η Γερμανία και το Βέλγιο.
Τα χαρακτηριστικά της Βρετανικής αποικιακής αυτοκρατορίας
Η Βρετανία, στο μεγαλύτερο
μέρος του 19ου αι., έλεγχε τη μεγαλύτερη αποικιακή αυτοκρατορία στην παγκόσμια ιστορία.
Περιλάμβανε αποικίες από τη Βόρεια Αμερική μέχρι τις Μπαχάμες, τμήμα της
Γουιάνας, νησιά στον νότιο Ατλαντικό Ωκεανό, εδάφη στην Αφρική, την Ινδία, τη
Βιρμανία, λιμάνια και ζώνες επιρροής στα παράλια της Κίνας με σημαντικότερη
κτήση το Χονγκ-Κονγκ, τη Μαλαισία, δύο σημαντικούς θύλακες στην ολλανδική Ινδονησία
(βόρειο Βόρνεο και χώρα των Παπούα στη νέα Γουινέα), την πλειοψηφία των νησιών
του Ινδικού Ωκεανού, λίγα νησιά στην Πολυνησία, την Αυστραλία και τη Νέα
Ζηλανδία. Μέχρι το 1910 όλες είχαν κερδίσει την αυτονομία τους με την
αναγόρευση τους σε αυτοδιοικούμενες κτήσεις του βρετανικού στέμματος: ο Καναδάς
το 1867, η Αυστραλία το 1901, η Νέα Ζηλανδία το 1907 και η Νότια Αφρική το
1910.
Η Ινδία αποτέλεσε τη σημαντικότερη αποικία για τους Βρετανούς γι’ αυτό και η διατήρηση του ελέγχου του δρόμου των Ινδιών υπήρξε θεμελιώδες αξίωμα της βρετανικής εξωτερικής πολιτικής. Η Ινδία, ήταν μια αχανής, ποικιλόμορφη και πυκνοκατοικημένη χώρα, οι κάτοικοι της οποίας διέφεραν μεταξύ τους και από τους Βρετανούς ως προς τη θρησκεία, τη γλώσσα και τις πολιτισμικές παραδόσεις, γι’ αυτό και η διοίκησή της προξένησε μεγάλα προβλήματα στους Άγγλους, αλλά πρόσφερε και μεγάλες ευκαιρίες επαγγελματικής ανόδου στους γόνους της αστικής τάξης, οι οποίοι σταδιοδρομούσαν ως αξιωματικοί και ανώτεροι διοικητικοί υπάλληλοι στον στρατό και στη βρετανική διοίκηση της Ινδίας.
Η διάνοιξη της διώρυγας του Σουέζ έδωσε τεράστια ώθηση στην αποικιακή εξάπλωση της Βρετανίας, αφού καθιστούσε το ταξίδι για την Ινδία, την Ινδονησία., την Κίνα, την Αυστραλία και τη Νέα Ζηλανδία πιο σύντομο και ασφαλές.
Ως παγκόσμια ναυτική δύναμη η Βρετανία διασφάλισε τον έλεγχο του δρόμου προς την Ινδία με την κατοχή μιας σειράς ενδιάμεσων νησιών και παράκτιων σταθμών όπως το Γιβραλτάρ, η Μάλτα, η Κύπρος και το Σουέζ.
Ο ανεφοδιασμός σε τρόφιμα και πρώτες ύλες, η εξασφάλιση αγορών για απορρόφηση της βιομηχανικής παραγωγής, η διατήρηση ναυτικών βάσεων και σταθμών ανεφοδιασμού για τον έλεγχο των θαλάσσιων δρόμων, καθώς και η επένδυση πλεονάζοντος κεφαλαίου σε έργα υποδομής στις αποικίες αποτελούσαν τους βασικότερους στόχους του βρετανικού ιμπεριαλισμού.
Η Βρετανία διατηρούσε τη μεγαλύτερη αυτοκρατορία με συγκριτικά ελάχιστη στρατιωτική δύναμη. Ανάλογα με τις τοπικές συνθήκες, διοικούσαν είτε άμεσα με Βρετανούς αξιωματούχους είτε έμμεσα με τη μεσολάβηση τοπικών ηγεμόνων. Ο μεγαλύτερος κίνδυνος για τα αγγλικά συμφέροντα στις αρχές του 20ου αιώνα προερχόταν από την προέλαση της Ρωσίας στην Άπω Ανατολή και την οικονομική διείσδυση της Γερμανίας στην Οθωμανική Αυτοκρατορία και στη Μέση Ανατολή.
Τα χαρακτηριστικά της Γαλλικής αποικιακής πολιτικής
Από τη δεκαετία του 1870 η Γαλλία επέκτεινε σημαντικά την αυτοκρατορία της στη Βόρεια Αφρική. Τις παραμονές του Α΄ Παγκόσμιου Πολέμου η Γαλλία έλεγχε περίπου το ένα τρίτο της αφρικανικής ηπείρου, ενώ κατείχε και το νησί της Μαδαγασκάρης. Επεκτάθηκε και στην Άπω Ανατολή δημιουργώντας σε μια δεκαετία τη Γαλλική Ινδοκίνα, η οποία συγκροτήθηκε από τα εδάφη της Καμπότζης, του Λάος και του σημερινού Βιετνάμ, καθώς και στην Αμερική. Σε ό,τι αφορά στην επένδυση κεφαλαίων η Γαλλία δεν στράφηκε τόσο στις αποικίες της, όπως η Βρετανία, αλλά στη Νοτιοανατολική Ευρώπη. Οι πιο ένθερμοι υποστηρικτές της αποικιοκρατίας ήταν οι στρατιωτικοί, οι έμποροι και οι κατασκευαστές σιδηροδρόμων. Παρ' όλο που ο αποικιακός ενθουσιασμός ήταν μικρότερος στη Γαλλία από ό,τι στη Βρετανία, ο γαλλικός ιμπεριαλισμός άφησε βαθύτερα πολιτισμικά ίχνη στις αποικίες.
Οι Γάλλοι, περήφανοι για τον πολιτισμό τους, θέλησαν να αφομοιώσουν πολιτισμικά τους αποικιοκρατούμενους λαούς και όχι μόνο να τους διοικήσουν και να τους απομυζήσουν οικονομικά. Προτίμησαν τους στενούς δεσμούς με τις αποικίες τους, με χαρακτηριστική περίπτωση την περίπτωση της Αλγερίας, η οποία αποτέλεσε διοικητικό διαμέρισμα της Γαλλίας.
Η πορεία και η ιδιαιτερότητα της ρώσικης αποικιακής εξάπλωσης
Η Ρωσία μέχρι τα τέλη του 19ου αιώνα ολοκλήρωσε τη χερσαία εξάπλωσή της που είχε αρχίσει κατά τον 17ο και τον 18ο αιώνα στην Κεντρική Ασία και στη Σιβηρία μέχρι την Άπω Ανατολή και τα παράλια του Ειρηνικού. Η Ρωσία είχε σοβαρές προϋποθέσεις να αναδειχτεί σε υπερδύναμη τον 20ο αιώνα. Κατείχε τη μεγαλύτερη συμπαγή κρατική οντότητα στον πλανήτη, διέθετε τον μεγαλύτερο πληθυσμό στην Ευρώπη και τον μεγαλύτερο στρατό στον κόσμο. Οι αθρόες εγκαταστάσεις σλαβικών πληθυσμών της
Ρωσίας στη Σιβηρία δημιούργησαν ευνοϊκές προοπτικές για την εδραίωση της κυριαρχίας της στις αχανείς πεδιάδες και τις στέπες της βόρειας Ασίας. Εξάλλου οι Ρώσοι ακολούθησαν πολιτική εκρωσισμού των μη ρωσικών λαών της αυτοκρατορίας τους.
Δύο σημαντικοί σταθμοί στην αποικιακή εξάπλωση της Ρωσίας ήταν η κατασκευή του υπερσιβηρικού σιδηροδρόμου και η εκμίσθωση του λιμανιού του Πορτ-Άρθουρ, η οποία έτσι απέκτησε πρόσβαση στον Ειρηνικό Ωκεανό. Στις ηγεμονικές φιλοδοξίες της Ρωσίας στην Άπω Ανατολή έθεσε τέρμα η Ιαπωνία, η μοναδική ασιατική δύναμη με αποικιακές κτήσεις. Με την ενθάρρυνση της Βρετανίας, κήρυξε πόλεμο κατά της Ρωσίας, η οποία συνετρίβη έχασε το Πορτ-Άρθουρ και αναγκάστηκε να παραιτηθεί από τη Ματζουρία και να επιστρέψει τη νήσο Σαχαλίνη στην Ιαπωνία.
Στο μεταξύ με διαδοχικές εκστρατείες οι Ρώσοι στο τελευταίο τέταρτο του αιώνα κυριάρχησαν ολοκληρωτικά στη στρατηγική περιοχή ανατολικά της Κασπίας. Η ρωσική κυριαρχία στην κεντρική Ασία και οι απαρχές της ρωσικής οικονομικής διείσδυσης στο Αφγανιστάν και στην Περσία, που συνόρευαν με την πιο σημαντική αποικία της Βρετανίας (Ινδία), ανησύχησαν τους Βρετανούς και ενέτειναν τον αγγλορωσικό αποικιακό ανταγωνισμό στα τέλη του 19ου αιώνα.
Ομοιότητες και διαφορές υπάρχουν ανάμεσα στην ιταλική και τη γερμανική αποικιοκρατία
Ενώ οι μεγάλες αποικιακές αυτοκρατορίες της Βρετανίας, της Γαλλίας, της Ολλανδίας και της Ρωσίας προσπόρισαν στις μητροπόλεις σημαντικά οικονομικά οφέλη, για την Ιταλία και τη Γερμανία οι αποικίες αποτέλεσαν περισσότερο ζήτημα εθνικού γοήτρου παρά ευκαιρία οικονομικού οφέλους.
Η Ιταλία επεκτάθηκε μόνο στην Αφρική κι εκεί με μεγάλες δυσκολίες. Απέκτησε δυο θύλακες στην ανατολική Αφρική, τη Σομαλία και την Ερυθραία. Με πλεονάζοντα πληθυσμό στον Νότο, η Ιταλία προσπαθούσε απεγνωσμένα να βρει ερείσματα στη γειτονική της Βόρεια Αφρική, έως ότου κατέλαβε τη Λιβύη το 1912.
Όταν στη Γερμανία έγινε πρωθυπουργός ο Βίσμαρκ, έθεσε ως βασικό μέλημα της εξωτερικής του πολιτικής το Realpolitik, δηλαδή την εδραίωση της οικονομικής και πολιτικής ηγεμονίας της Γερμανίας στην ηπειρωτική Ευρώπη. Ο Βίσμαρκ ευνοούσε μάλιστα την αποικιακή εξάπλωση της Γαλλίας, ως αποζημίωση για την απώλεια των πρώην γαλλικών επαρχιών της Αλσατίας και της Λωραίνης προς όφελος της Γερμανίας. Ο δυναμισμός της γερμανικής οικονομίας ήταν τόσο μεγάλος ώστε οι Γερμανοί μεγαλοαστοί να σκέφτονται τον παγκόσμιο πλέον ρόλο που έπρεπε να παίζει η χώρα τους. Πρωτοπόρος στον τομέα της παραγωγής μηχανών, της χημικής και της ηλεκτρικής βιομηχανίας, η Γερμανία αναδείχτηκε πρώτη βιομηχανική δύναμη στην Ευρώπη κατά την περίοδο 1890-1914, ξεπερνώντας ακόμα και τη Βρετανία στο σύνολο της βιομηχανικής παραγωγής και υποβάλλοντας το βρετανικό εμπόριο σε ισχυρότατο ανταγωνισμό διεθνώς.
Πέρα από τα οικονομικά κίνητρα η αποικιακή επέκταση της Γερμανίας ήταν θέμα εθνικού γοήτρου να υιοθετήσει επιθετική πολιτική, ώστε η θέση της στον κόσμο να αναλογεί στον ηγεμονικό ρόλο της στην Ευρώπη. Τις ανάγκες για μια νέα αποικιακή πολιτική εξέφρασε ο νέος αυτοκράτορας Γουλιέλμος Β', ο οποίος το 1897 εγκαινίασε επίσημα την Weltpolitik (παγκόσμια πολιτική) της Γερμανίας. Όμως. παρά τις προσπάθειες της γερμανικής ηγεσίας, μόνο λίγα νησιά στον Ειρηνικό προστέθηκαν στη Γερμανική Αυτοκρατορία στο τέλος του 19ου αιώνα, ενώ και οι υπόλοιπες γερμανικές αποικίες δεν ήταν ιδιαίτερα προσοδοφόρες. Η διείσδυση της Γερμανίας στην Οθωμανική Αυτοκρατορία και στην ευρύτερη περιοχή της Μέσης Ανατολής, με αποκορύφωμα την εξασφάλιση άδειας για την κατασκευή σιδηρόδρομου που θα ένωνε την Ευρωπαϊκή Τουρκία με τον Περσικό Κόλπο αποτέλεσε τη σοβαρότερη απειλή για τα αγγλικά συμφέροντα. Η ναυπήγηση μεγάλου και αξιόμαχου πολεμικού στόλου από τη Γερμανία αύξησε ακόμα περισσότερο τις ανησυχίες της Βρετανίας, η οποία δημιούργησε αντιγερμανικό μέτωπο, δημιουργώντας φιλίες με τη Γαλλία και τη Ρωσία.
Η σημασία της ευρωπαϊκής εξάπλωσης και κυριαρχίας στον πλανήτη τις τελευταίες δεκαετίες του 19ου αι.
Η υπερπόντια επέκταση της
Ευρώπης αποτελεί τη σημαντικότερη εξέλιξη του τέλους του 19ου αιώνα. Οι χώρες
της Αφρικής και της Ασίας δέχτηκαν την ευρωπαϊκή επιρροή σε πολύ μεγαλύτερη
κλίμακα από ό,τι στο παρελθόν. Πολλοί μίλησαν για εξευρωπαϊσμό του κόσμου καθώς
όλα τα κράτη είχαν υιοθετήσει πολιτικούς θεσμούς, οικονομικές πρακτικές, θρησκευτικές
και πολιτισμικές παραδόσεις ευρωπαϊκές. Για πρώτη φορά στην ιστορία της ανθρωπότητας
ένας πολιτισμός γινόταν δεκτός ως πρότυπο για όλους τους άλλους.
Οι τρόποι επιβολής της ευρωπαϊκής κυριαρχίας στον κόσμο
Οι Ευρωπαίοι όμως, λόγω της επιστημονικής, τεχνολογικής, οικονομικής και στρατιωτικής υπεροχής τους θεωρούσαν ότι ήταν φορείς προόδου και ότι ο υπόλοιπος κόσμος αποτελούνταν από «καθυστερημένους» και «υπανάπτυκτους ανθρώπους», στους οποίους δεν αναγνώριζαν τα δικαιώματα που είχαν αυτοί. Θεωρούσαν ότι είχαν να εκπληρώσουν μια «αποστολή» απέναντι στους αποικιοκρατούμενους λαούς, να τους φέρουν την «πρόοδο», καθώς δεν ήταν ακόμη ώριμοι για να αυτοκυβερνηθούν. Αυτή η αίσθηση ανωτερότητας απέκτησε επιστημονική υπόσταση και οφειλόταν στο γεγονός ότι η λευκή φυλή ήταν βιολογικά ανώτερη από τις άλλες. Επρόκειτο για μια προσαρμογή και εφαρμογή της θεωρίας του Δαρβίνου στην κοινωνία, για τον λεγόμενο κοινωνικό δαρβινισμό.
Οι συνέπειες της αποικιακής εξάπλωσης
Η ευρωπαϊκή αποικιοκρατία δεν επιβλήθηκε παντού με τον ίδιο τρόπο και την ίδια ένταση.
Α) Εκεί όπου επιβίωναν μεγάλες αυτοκρατορίες, στρατιωτικά αδύναμες, οικονομικά καθυστερημένες και σε πολιτική αποσύνθεση αλλά με πλούσια πολιτισμική κληρονομιά και ένδοξη ιστορία οι Ευρωπαίοι δεν προχώρησαν σε έλεγχο, όμως αποκόμισαν τεράστια οικονομικά οφέλη, με την παροχή εμπορικών προνομίων, αδειών εξόρυξης μεταλλευμάτων, αδειών κατασκευής και εκμετάλλευσης σιδηρόδρομων, λιμανιών και άλλων μεγάλων έργων υποδομής, δανείζοντας τις χώρες αυτές με βαρύτατους όρους και κερματίζοντάς τις σε ζώνες επιρροής.
Β) Ένας άλλος τρόπος κυριαρχίας ήταν η άμεση ή έμμεση εξουσία με τη στρατιωτική κατοχή – εποικισμό, την αποικιοκρατική διοίκηση ή καταφεύγοντας σε γηγενείς αρχηγούς που κυβερνούσαν στο όνομα της εκάστοτε ευρωπαϊκής δύναμης.
Γ) Ένας τρίτος τρόπος ήταν η μοιρασιά του χώρου σε σφαίρες επιρροής, π.χ. η μοιρασιά των εδαφών της Αφρικής μεταξύ Βρετανίας, Γαλλίας, Γερμανίας, Ισπανίας, Πορτογαλίας και Βελγίου.
Οι αντιδράσεις των αυτοχθόνων απέναντι στους ισχυρότερους, πλουσιότερους και τεχνολογικά ανώτερους αποικιοκράτες ήταν ποικίλες: προσαρμογή και συμβιβασμός, παραίτηση, συνεργασία αλλά και αντίσταση. Η ευρωπαϊκή κηδεμονία διευκολύνθηκε και από την καταλυτική επίδραση των ευρωπαϊκών πολιτισμικών προτύπων.
Τον σημαντικότερο ρόλο έπαιξαν οι δυο κυρίαρχες ευρωπαϊκές γλώσσες, τα αγγλικά και τα γαλλικά, που μετατράπηκαν σε παγκόσμιες γλώσσες επικοινωνίας, όχι μόνο μεταξύ Ευρωπαίων και γηγενών πληθυσμών αλλά και μεταξύ των διάφορων λαών της Αφρικής και της Ασίας.
Τέλος, η Ευρώπη διέδωσε την επιστήμη, τις ιδέες της, τις ιδεολογίες και τους θεσμούς της. Οι φιλελεύθερες ιδέες και οι αντιπροσωπευτικοί κοινοβουλευτικοί θεσμοί, ο εθνικισμός και ο σοσιαλισμός τον 20ό αιώνα απέκτησαν πλέον παγκόσμια διάσταση και μετατράπηκαν σε όπλα εναντίον των αποικιοκρατών στα χέρια των αποικιοκρατούμενων.
Για την Ευρώπη η αποικιοκρατία ενίσχυσε την αυτοπεποίθηση και το αίσθημα ανωτερότητας των Ευρωπαίων έναντι του υπόλοιπου κόσμου. Ενέτεινε και τις εθνικές αντιπαραθέσεις των δυνάμεων στο εσωτερικό της Ευρώπης και τροφοδοτούσε έναν αποικιακό ανταγωνισμό, μετατρέποντας το θέμα της ισορροπίας δυνάμεων από ευρωπαϊκό σε παγκόσμιο ζήτημα. Με αυτόν τον τρόπο έγινε πιο έντονη η αλληλεπίδραση ανάμεσα στους αποικιακούς ανταγωνισμούς των ευρωπαϊκών δυνάμεων και στις ευρωπαϊκές διαφορές τους.
Ο ιμπεριαλισμός συνδέθηκε με τον «κοινωνικό δαρβινισμό», δηλαδή τη θεώρηση των διακρατικών σχέσεων ως ενός αγώνα επιβίωσης στο πλαίσιο του οποίου ορισμένες φυλές θεωρούνταν «ανώτερες».