10/1/23

Έτσι είναι αν έτσι νομίζετε - Λουίτζι Πιραντέλλο

 

Ο Λουίτζι Πιραντέλλο (Luigi Pirandello 1867-1936) ήταν Ιταλός δραματουργός, μυθιστοριογράφος και δοκιμιογράφος που τιμήθηκε με Νόμπελ Λογοτεχνίας το 1934. Σπούδασε φιλολογία στο Παρίσι και στη Βόννη και δίδαξε σαν καθηγητής της Ιταλικής Φιλολογίας στο ανώτερο Ινστιτούτο της ιταλικής πρωτεύουσας. Εκείνο όμως που τον έκανε παγκοσμίως γνωστό ήταν το θεατρικό του έργο. Το πρώτο μέρος του συνολικού θεατρικού του έργου ο Πιραντέλλο το έγραψε σε μια ιδιαίτερα οδυνηρή εποχή γι' αυτόν, εξαιτίας του θανάτου της μητέρας του και της διανοητικής αρρώστιας της συζύγου του. Από τα πολλά έργα του Πιραντέλλο αναφέρουμε τα : Όπως με θέλεις, Να ντύσουμε τους γυμνούς, Έξι πρόσωπα ζητούν συγγραφέα, Έτσι είναι αν έτσι νομίζετε, Απόψε αυτοσχεδιαζουμε.

Έτσι είναι, αν έτσι νομίζετε (Ιταλικά: Così è (se vi pare), είναι τρίπρακτο θεατρικό έργο που παρουσιάστηκε το 1917 στο Μιλάνο και τροποποιήθηκε το 1925. Το έργο βασίζεται στο διήγημα του Πιραντέλλο Η κυρία Φρόλα και ο κύριος Πόνζα, ο γαμπρός της.

Υπόθεση

Η ζωή μιας ήσυχης επαρχιακής πόλης κλονίζεται από τον ερχομό ενός νέου υπαλλήλου, του κ. Πόνζα, και της πεθεράς του, της κυρίας Φρόλας, που επέζησαν από έναν τρομερό σεισμό στην πόλη τους. Φημολογείται ότι η σύζυγος του κ. Πόνζα έχει έρθει μαζί τους, αν και κανείς δεν την έχει δει ποτέ. Το ζευγάρι μένει στον τελευταίο όροφο μιας πολυκατοικίας, ενώ η κυρία Φρόλα ζει σε ένα γειτονικό διαμέρισμα. Έτσι, οι τρεις νεοαφιχθέντες εμπλέκονται στα σχόλια της πόλης, η οποία βλέπει τον κ. Πόνζα ως ένα «τέρας» που εμποδίζει την μητέρα να δει την κόρη της, που την κρατά κλεισμένη στο σπίτι. Ο προϊστάμενος του κ. Πόνζα, δημοτικός σύμβουλος Αγκάτσι, πηγαίνει στον νομάρχη για να φέρει στο φως την αλήθεια και να ξεκαθαρίσει το θέμα. Το αίτημα αυτό προκαλεί την ιλαρότητα του δύσπιστου Λαουντίσι, ο οποίος υπερασπίζεται τους νεοφερμένους από τη νοσηρή περιέργεια του κόσμου επιβεβαιώνοντας την αδυναμία να γνωρίσει κάποιος τους άλλους και γενικότερα την απόλυτη αλήθεια.

Η κυρία Φρόλα γίνεται αντικείμενο έρευνας για τη ζωή της οικογένειάς της. Υπό την ίδια έρευνα βρίσκεται και ο κ. Πόνζα, και τότε δηλώνει ότι η πεθερά του είναι τρελή και εξηγεί ότι τρελάθηκε μετά τον θάνατο της κόρης της Λίνας (της πρώτης του συζύγου) και είναι πεπεισμένη ότι η Τζούλια (η δεύτερη σύζυγός του) είναι στην πραγματικότητα η κόρη της και είναι ακόμη ζωντανή. Για να συντηρήσουν την ψευδαίσθησή της, αυτός και η σύζυγός του χρειάστηκε να λάβουν μια σειρά από προφυλάξεις που έκαναν τους πάντες να τους υποψιάζονται.

Σαστισμένοι από την αποκάλυψη, οι παρευρισκόμενοι ωστόσο καθησυχάζονται. Σύντομα όμως, η κυρία Φρόλα μαθαίνει την ιστορία του γαμπρού της και κατευθύνει την ίδια κατηγορία στον γαμπρό της: είναι τρελός, τουλάχιστον στο να θεωρεί τη Τζούλια ως δεύτερη γυναίκα του. Βεβαιώνει ότι, μετά από μακρά απουσία της γυναίκας του σε άσυλο, δεν την αναγνώριζε πλέον και δεν την δεχόταν στο σπίτι, έτσι έγινε ο δεύτερος γάμος, σαν να επρόκειτο για δεύτερη γυναίκα. Όλοι μένουν άναυδοι, χωρίς να ξέρουν πια τι να σκεφτούν, εκτός από τον Λαουντίσι που ξεσπά σε δυνατά γέλια.

Η αναζήτηση αποδεικτικών στοιχείων για τον προσδιορισμό της αλήθειας είναι στην πραγματικότητα η αφορμή για να αποκαλύψει ο Λαουντίσι το νόημα αυτού του έργου: την αδυναμία γνώσης της αλήθειας λόγω του γεγονότος ότι αυτή δεν είναι «μία» αλλά «πολλαπλή».

Σε μια προσπάθεια να λύσει το αίνιγμα, ο σύμβουλος Αγκάτσι οργανώνει μια συνάντηση μεταξύ πεθεράς και γαμπρού: το αποτέλεσμα είναι μια βίαιη σκηνή, στην οποία ο κ. Πόνζα επιτίθεται στην πεθερά του ουρλιάζοντας. Αργότερα θα ζητήσει συγγνώμη γι' αυτή τη στάση λέγοντας ότι ήταν απαραίτητο να παίξει το ρόλο του τρελού για να κρατήσει ζωντανή την ψευδαίσθηση της κυρίας Φρόλα.

Στην τελευταία πράξη, μετά από μια μάταιη αναζήτηση ορισμένων στοιχείων μεταξύ των επιζώντων του σεισμού, η σύζυγος του κυρίου Πόνζα φτάνει στο σπίτι του Αγκάτσι, η μόνη που μπορεί να λύσει το αίνιγμα, σε μια ακραία προσπάθεια να μάθουν όλοι την αλήθεια. Αλλά ακόμη και η κυρία Πόνζα προκαλεί σύγχυση: με το πρόσωπό της καλυμμένο με ένα μαύρο πέπλο, επιβεβαιώνει ότι είναι και η κόρη της κυρίας Φρόλα και η δεύτερη σύζυγος του κυρίου Πόνζα, αφήνοντας τους πάντες σε αμηχανία και δηλώνει: «Είμαι εκείνη που οι άλλοι νομίζουν ότι είμαι», μην αποκαλύπτοντας την αληθινή της ταυτότητα σε κανέναν. Ο Λαουντίσι γελάει και λέει με βλέμμα κοροϊδευτικής πρόκλησης: «Και τώρα, κύριοι, ποιος λέει την αλήθεια; Είστε ευχαριστημένοι;» 

             Το μήνυμα του έργου και η διαχρονικότητά του

Το «είναι» και το «φαίνεσθαι» και κατ’ επέκταση η υποκειμενικότητα της αλήθειας είναι το θέμα του θεατρικού έργου «Έτσι είναι… αν έτσι νομίζετε», από τα σημαντικότερα θεατρικά έργα του 20ού αιώνα. Αφενός ορμώμενος από βασανιστικά - τραυματικά βιώματά του από την οικογένεια και κυρίως από τη συζυγική του ζωή, «τραύματα» που είτε προσπαθούσε να αποκρύψει από το κοινωνικό του περιβάλλον, είτε απέκρυπτε τα αίτιά τους, είτε εμφανιζόταν ως θύμα απαλλασσόμενος από κάθε ευθύνη και αφετέρου επηρεασμένος από τη Θεωρία της Σχετικότητας, ο Λουίτζι Πιραντέλλο, σε όλα τα πεζογραφικά και θεατρικά έργα του, εμμονικά ασχολήθηκε με ένα παράδοξο, παντοτινό και οικουμενικό «δράμα» του ανθρώπου. Με το «είναι» και το «φαίνεσθαι», με το πρόσωπο και το προσωπείο του. «Ο καθένας πιστεύει πως ο εαυτός του είναι ένας. Μα γελιέται: Ο καθένας μας είναι τόσοι πολλοί όσες είναι οι δυνατότητες που υπάρχουν μέσα μας (…) Εμείς οι ίδιοι δεν ξέρουμε παρά μονάχα ένα μέρος του εαυτού μας (…) Γιατί έχουμε μέσα μας (…) την ανάγκη να εξαπατούμε αδιάκοπα τον εαυτό μας, δημιουργώντας μια πραγματικότητα (…) που κάθε τόσο αποδεικνύεται μάταιη και φανταστική (…)», ομολογούσε ο Πιραντέλλο. Αναφερόμενος σ’ αυτή τη θεματολογική εμμονή του συγγραφέα, ο μελετητής του Σίλβιο Ντ’ Αμίκο έγραφε: «Ο καθένας μας δεν είναι αυτό που νομίζει ότι είναι, αλλά ένας, κανένας, εκατό χιλιάδες, ανάλογα με το πώς βλέπει τούτο ή εκείνο το πρόσωπο και πάντα αλλιώτικος απ’ ό,τι πλάθει ο ίδιος για τον εαυτό του μέσα στο μυαλό του (…)». Ο καθένας βλέπει αλλιώς τον άλλον, επομένως αλλιώς και την όποια «αλήθεια» του. Το «είναι» και το «φαίνεσθαι» και κατ’ επέκταση η υποκειμενικότητα της αλήθειας είναι το θέμα του πιραντελικού έργου «Έτσι είναι (αν έτσι νομίζετε)».

 Στο έργο ακόμα και σήμερα μπορεί ο καθένας να αναγνωρίσει και σημερινά μοτίβα της δυτικής κοινωνίας. Ο τρόπος που απεικονίζεται η τάση κάθε ανθρώπου να παίρνει θέση για τα ζητήματα της ζωής των άλλων και η γενικά η έλλειψη σεβασμού. Ο  Πιραντέλλο αποτυπώνει ρεαλιστικά αυτή τη συνήθεια και οι χαρακτήρες συναντώνται αυτούσιοι σχεδόν στη κοινωνία ακόμα και σήμερα.

Το έργο του  Πιραντέλλο δείχνει πόσο ασυγκίνητη μένει μία κλειστή κοινωνία μπροστά στον ανθρώπινο πόνο. Η οικογένεια που μπαίνει στο στόχαστρο όπως αναφέρει έχει υποστεί μία τραγωδία, ένα δυστύχημα, όπως αναφέρουν, που προσπάθησαν πολύ να ξεχάσουν. Ωστόσο κανένας δεν δείχνει τη διάθεση να σεβαστεί το δράμα αυτής της οικογένειας. Το μήνυμα που δίνει ο Πιραντέλλο είναι ότι μπροστά στο προσωπικό δράμα του καθενός πρέπει να παραμένουμε βουβοί.

Η έννοια της αβεβαιότητας - που έβλεπε πως κυριαρχεί στον κόσμο μας -  ασκούσε στον Πιραντέλλο τεράστια γοητεία. Είναι φανερή η λεπτή ισορροπία μεταξύ φαντασίας και πραγματικότητας, μεταξύ φαίνεσθαι και είναι. Η ίδια η κοινωνία είναι για εκείνον υπαίτια για τη διαμόρφωση και επιβολή στερεοτύπων και πλαισίων, που δεν αφήνουν τον άνθρωπο ελεύθερο και αυθεντικό. Πιστεύει πως το άτομο είναι αναγκασμένο να φοράει διαφορετικές μάσκες, ανάλογα με τους κοινωνικούς ρόλους που επιτελεί στη ζωή. Το έργο εστιάζει στο άγνωστο της πραγματικότητας, στην οποία ο καθένας μπορεί να δώσει τη δική του ερμηνεία, που μπορεί να μην συμπίπτει με αυτή των άλλων. Έτσι δημιουργείται μια σύγχυση ανάμεσα στο λογικό με το παράλογο και στην ψευδαίσθηση με την πραγματικότητα.

Όποιος δεν έχει δει την παράσταση στο θέατρο, μπορεί να την παρακολουθήσει στην τηλεόραση από το αρχείο της ΕΡΤ από την εκπομπή «Το θέατρο της Δευτέρας». Μία καταπληκτική παράσταση του έτους 1976 σε σκηνοθεσία Κώστα Ζωγόπουλου και Λάμπρου Κωστόπουλου, από ένα εκλεκτό επιτελείο ηθοποιών, όπως: Νικήτας Τσακίρογλου, Εύα Κοταμανίδου, Χρυσούλα Διαβάτη, Σπύρος Κωνσταντόπουλος, Μαρία Φωκά, Αφροδίτη Γρηγοριάδου, Μάκης Ρευματάς, Μαρία Αλκαίου, Τιτίκα Βλαχοπούλου, Ορφέας Ζάχος, Σπύρος Καλογήρου, Γιάννης Μαυρογένης, Θόδωρος Μορίδης, Στράτος Παχής, Ντόρα Σιμοπούλου.